[author] Του Σπύρου Αραβανή [/author]
Μέσα σε λίγες ώρες η Κική Δημουλά έζησε τη δική της Μεγάλη Εβδομάδα με νωπές ακόμα τις μνήμες από την original Εβδομάδα. Ελέω διαδικτύου η Αποκαθήλωση και η Ανάσταση είχαν ελάχιστη χρονική διαφορά -αύριο άλλωστε και αυτό το θέμα θα έχει ξεχαστεί. Η ανθρωποφαγία της δημοσιογραφίας και των διαδικτυακών σχολιαστών, λες και δεν χόρτασε από το κρέας της Κυριακής, έσπευσε να ανοίξει τα πελώρια σαγόνια της για να κατασπαράξει το καινούριο της θύμα. Δεν έχει νόημα να διατυπωθεί ακόμα μια άποψη, αν αυτά που ειπώθηκαν εξ΄αρχής από την Κική Δημουλά ήταν προκλητικά ή η δημοσιογράφος τα μετέφερε σκοπίμως επιλεκτικά ή αν η κατοπινή απάντηση της ποιήτριας ήταν αποστομωτική.
Αυτό που εγώ προσωπικά κρατώ ως κέρδος ήταν οτι για πρώτη φορά μέσω συνέντευξής της διάβασα έναν λόγο γήινο, κυριολεκτικό, έναν λόγο ανθρώπινο, όχι ποιητικό. Έναν λόγο εκτός γραπτών συνεντεύξεων με απεσταλμένες από πριν τις ερωτήσεις, έναν λόγο εκτός αποστειρωμένου Μεγάρου, έναν λόγο καρδιάς και όχι ποιητικής καρδιάς. Πώς διαχωρίζονται άραγε αυτά τα δύο θα αναρωτηθεί κανείς. Διαχωρίζονται. Γιατί δεν είναι όλα τροφή για τους μελετητές του έργου της Δημουλά. Γιατί ως αναγνώστης ήθελα να ακούσω και την «άλλη» Κική Δημουλά, την χωρίς ποιητικό περιτύλιγμα και “προστασία” των κολάκων δημοσιογράφων- συνεντευκτών της. Για πρώτη φορά διάβασα τα ανθρώπινα λόγια της, χωρίς καλολογικά στοιχεία και ποιητικά τεχνάσματα, τα οποία έχει καθε δικαίωμα να τα χρησιμοποιεί στα βιβλία της. Στις συνεντεύξεις της όμως, ακολουθώντας την ίδια λογική, έβγαινε ένας λόγος σοφός μεν, κρυστάλλινος όμως και διαυγής. Ακόμα και όταν έθιγε τα ίδια θέματα για τα οποία μίλησε σήμερα. Και εγώ, πάντα προσωπικά μιλώντας, ήθελα να διαβάσω τις απόψεις της καθημερινής, τσαλακωμένης Δημουλά και όχι της ακαδημαικής. Τον προσωπικό της λόγο και όχι το ποιητικό της προσωπείο. Τη ανθρώπινα θυμωμένη Δημουλά και όχι την ποιητικά οργισμένη. Απόδειξη, λοιπόν, οτι αυτά διαχωρίζονται ήταν η σημερινή της συνέντευξη στο maga.gr. Τη χάρηκα. Με κέρδισε περισσότερο. Έτσι απροστάτευτη, τρωτή, με συγκίνησε. Χωρίς ούτε ένα ποιητικό στόλισμα, έδειξε πόσο μεγάλη ποιήτρια είναι. Ένιωσα το νεύρο που χάνοταν μέσα στο ποιητικό της κέλυφος. Τους χυμούς της αληθινής ζωής. Την αληθινή σοφία των 80 χρόνων ζωής δίχως προσωποποιήσεις αφηρημένων εννοιών. «Εκτός σχεδίου» κυριολεκτικά…
Υπό αυτές τις συνθήκες, λοιπόν, χάρηκα με το δυσάρεστο κατά τα άλλα και τραγικό σημερινό συμβάν. Κι ας δυσαρέστησε αυτό τους βιογράφους της….












Θα αρχίσω από το τέλος, αφού ευχαριστήσω τον κ. Αραβανή για την ‘πάσα’: το γεγονός πως κάποιος είναι ή δείχνει να είναι τρωτός και απροστάτευτος δεν τον κάνει αυτόχρημα και μεγάλο ποιητή. Και μόνο του το συμπέρασμα είναι κλασικό λάθος ‘μετάβασης σε άλλη κατηγορία’ που θα έλεγε και ο παππούς Αριστοτέλης.
Συνεχίζοντας, αφού διάβασα προσεκτικά την απάντησή της στο maga.gr και αφού έκανα το ίδιο με το άρθρο στα ΝΕΑ που αφορούσε στο τι ακριβώς είπε η κ. Δημουλά, πρέπει να διαφωνήσω ακόμη και με το ‘απροστάτευτο’ της Ακαδημαϊκού μας. Επιθετική και υπεράνω του μέσου Έλληνα που την φθονεί παρουσιάζεται. Είναι μάλιστα τόσο ‘οργισμένη’ που τονίζει πως: α) θα πρέπει να πάει σε άλλη χώρα για να γλιτώσει και β) θα πρέπει να πεθάνει για να σταματήσουν οι επιθέσεις εναντίον της.
Η ίδια τονίζει πως δεν επέλεξε η ίδια να γίνει Ακαδημαϊκός, υποθέτω πως της έβαλαν το πιστόλι στον κρόταφο για να πει ναι. Επισημαίνει επίσης πως όσοι την επικρίνουν το κάνουν γιατί φθονούν την υποψηφιότητά της για Νόμπελ, όντας οι ίδιοι πολύ ‘λίγοι’ ως ποιητές και γιατί όχι, πολύ λίγοι ως άνθρωποι.
Δεν λέει κουβέντα βέβαια για τα όσα κατά καιρούς έχει πει ή γράψει υπό μορφή δημοσίων σχέσεων. Ούτε λέει τίποτε για την απουσία οποιουδήποτε λόγου που θα καυτηρίαζε τα κακώς κείμενα των τελευταίων τεσσάρων ετών. Σπεύδει βέβαια να τονίσει πως ο όρος ‘πνευματικός άνθρωπος’ είναι τουλάχιστον προβληματικός και πως η ίδια βρε αδερφέ θέλει απλά να την αφήσουν στην ησυχία της.
Ίσως, λέω ίσως, και να την αφήνανε στην ησυχία της εάν τους άφηνε και αυτή. Αλλά τα Μέγαρα είναι ελκυστικά, το ίδιο και οι στημένες δημοσιοσχετίστικες συνεντεύξεις με προεπιλεγμένες ερωτήσεις…
Για να το κλείσω εδώ, παρ’ότι η υπόθεση έχει πολύ ‘ζουμί: α) η ποιότητα της ποίησης της Δημουλά θα κριθεί σε βάθος χρόνου και από περισσότερες της μιας γενιάς, τα όσα της καταμαρτυρούνται με αφορμή τα όσα λέει και κάνει αφορούν την ποιότητά της ως άνθρωπος, και ναι εδώ υπάρχει σοβαρότατο έλλειμα.
β) εάν νοιώθει κουρασμένη, λόγω της ηλικίας της και λόγω των επιθέσεων εναντίον της, δεν μοιάζει καθόλου κουρασμένη στην προσπάθειά της να εγγραφεί στο συλλογικό φαντασιακό των Νεοελλήνων ως ‘η ποιήτρια’. Μα κάποτε θα πρέπει επιτέλους να κατανοήσει πως κάθε δράση έχει και αντίδραση.
γ) Αυτό που προσωπικά βρίσκω κατάπτυστο, όσο και εάν ακούγεται βαρύς ο χαρακτηρισμός, είναι που στην αμυντική της προσπάθεια προσπαθεί να κατεβάσει στα δικά της χαμηλά μέτρα τις απαιτήσεις που πρέπει να έχουμε από τους ‘πνευματικούς’ ανθρώπους.
Ζούμε στο Λυκόφως μιας παρατεταμένης κοινωνικής κρίσης, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη. Ο καθείς θα κρίνει και θα κριθεί. Αλίμονό μας εάν δεχθούμε τις απόψεις της Δημουλά, τότε οι επόμενοι Γκαίμπελς θα βρουν ανοιχτότατο πεδίο δράσης. Γιατί κάτι που πολύ βολικά δείχνει να αγνοεί η Ακαδημαϊκός μας, και μακάρι αυριανή κάτοχος Νόμπελ, είναι πως και τα λόγια είναι πράξεις…
κ. Πατιέ, περί “πνευματικότητας” το θέτει ωραία ο Γιάννης Τσαρούχης, εδώ: http://www.poiein.gr/archives/13667/index.html.
Συμφωνώ με αρκετά σημεία από όσα γράφετε.
Δυο-τρεις παρατηρήσεις μοναχά.
α. «Ούτε λέει τίποτε για την απουσία οποιουδήποτε λόγου που θα καυτηρίαζε τα κακώς κείμενα των τελευταίων τεσσάρων ετών»
Γνωρίζατε την παρουσία της στην εκδήλωση των Atenistas στην Κυψέλη, πριν γίνει γνωστή με τον τρόπο που έγινε; Τι θέλω να πω; Οτι ο δημόσιος λόγος πια δεν είναι ένα κείμενο σε μια μεγάλη εφημερίδα. Υπάρχουν δεκάδες άλλες παρεμβάσεις και τρόποι, που πιθανόν να μην τους πληροφορούμαστε. Απόδειξη η εκδήλωση στην οποία πήρε μέρος. Εικάζω οτι αν γίνει ερευνα θα βρεθούν και άλλα πολλά παρεμφερή-.
β. «το γεγονός πως κάποιος είναι ή δείχνει να είναι τρωτός και απροστάτευτος δεν τον κάνει αυτόχρημα και μεγάλο ποιητή».
Φυσικά και δεν διατύπωσα αυτόν τον συλλογισμό, το εκλάβατε “φιλοσοφικά”…
γ. «δεν μοιάζει καθόλου κουρασμένη στην προσπάθειά της να εγγραφεί στο συλλογικό φαντασιακό των Νεοελλήνων ως ‘η ποιήτρια».
Αν βάζατε τον προσδιορισμό «μεγάλη» ποιήτρια, θα συμφωνούσα.
”Ποιητική
-Προδίδετε πάλι τὴν Ποίηση, θὰ μοῦ πεῖς,
Τὴν ἱερότερη ἐκδήλωση τοῦ Ἀνθρώπου
Τὴ χρησιμοποιεῖτε πάλι ὡς μέσον, ὑποζύγιον
Τῶν σκοτεινῶν ἐπιδιώξεών σας
Ἐν πλήρει γνώσει τῆς ζημιᾶς ποὺ προκαλεῖτε
Μὲ τὸ παράδειγμά σας στοὺς νεωτέρους.
-Τὸ τί δὲν πρόδωσες ἐσὺ νὰ μοῦ πεῖς
Ἐσὺ κι οἱ ὅμοιοί σου, χρόνια καὶ χρόνια,
Ἕνα πρὸς ἕνα τὰ ὑπάρχοντά σας ξεπουλώντας
Στὶς διεθνεῖς ἀγορὲς καὶ τὰ λαϊκὰ παζάρια
Καὶ μείνατε χωρὶς μάτια γιὰ νὰ βλέπετε, χωρὶς ἀφτιὰ
Ν᾿ ἀκοῦτε, μὲ σφραγισμένα στόματα καὶ δὲ μιλᾶτε.
Γιὰ ποιὰ ἀνθρώπινα ἱερὰ μᾶς ἐγκαλεῖτε;
Ξέρω: κηρύγματα καὶ ρητορεῖες πάλι, θὰ πεῖς.
Ἔ ναὶ λοιπόν! Κηρύγματα καὶ ρητορεῖες.
Σὰν πρόκες πρέπει νὰ καρφώνονται οἱ λέξεις
Νὰ μὴν τὶς παίρνει ὁ ἄνεμος.”
Μανώλης Αναγνωστάκης
Αυτό το ποίημα με καθόρισε πολύ βαθιά στην εφηβεία μου. Ήταν επίσης εν πολλοίς η αιτία που μέχρι τα 35 μου έσκιζα ό,τι κι αν έγραφα.
κ. Αραβανή, ουσιαστικά το δικό μου ‘κατηγορώ’ δεν αφορά στην αξία των ποιημάτων της Δημουλά, αλλά ούτε και στην απλή ηθική αποτίμηση των μέσων που μετέρχεται για να καταστεί ‘κυρίαρχη’.
Αυτό που πραγματικά με εξοργίζει είναι που πολύ συνειδητά και με πλήρη συναίσθηση των συνεπειών απονευρώνει τον ρόλο του ‘σκέπτεσθαι’ στην ελληνική κοινωνία.
Θα μας έπαιρνε πολύ χώρο και χρόνο για να μπορούσα να γίνω σαφέστερος. Ίσως κάποια ευνοϊκότερη στιγμή. Αλλά θέλω πραγματικά να τονίσω τούτο:
Η άποψή της περί ‘διανοούμενων’ στρώνει ιδεολογικά τον δρόμο της πλήρους απαξίωσης της σκέψης ως κοινωνική πράξη και μάλιστα συγγενεύει επικίνδυνα με την επίσημη θέση των Ναζί που είχαν επιβάλλει την πλήρη γελοιοποίηση του ‘διανοείσθαι’.
Επαναλαμβάνω, ζούμε σε πολύ επικίνδυνες μέρες, έκοντες άκοντες, οι πράξεις ή οι παραλείψεις μας θα επιδράσουν βαρύτατα τις επερχόμενες γενιές. Όχι λόγω αξίας μας, αλλά λόγω συγκυρίας.
ΥΓ
Η σιωπή του Ρεμπώ, του Γκάτσου μετά την ‘Αμοργό’, η σιωπή του Αναγνωστάκη μετά τα μέσα του ’80, είναι δεδομένα ιστορικά προηγούμενα, η Δημουλά θα έπρεπε να είχε τουλάχιστον παραδειγματιστεί από αυτά.
ΥΓ2
Μακάρι να πάρει το Νόμπελ. Θα το χαρώ και το εννοώ.
Η τσαλακωμένη Δημουλά και η ακαδημαϊκός είναι το ίδιο πρόσωπο (Σίγουρο αυτό). Αλλά ο διαχωρισμός σε κυρά Κική και Ποιήτρια Δημουλά και μάλιστα με προσωπείο ποιητικό δεν καταδεικνύει καμιά διττή υπόσταση αλλά μάλλον υποψίες επαμφοτερίζουσας στάσης, κάτι που βεβαίως είναι υγιές.
Την πήραν απ’ τα μούτρα που λέμε, τη γυναίκα. Κι ούτε καν τα δικά της, αλλά που ήθελαν ο καθένας τους να έχει.
Κική Δημουλά: «Καλησπέρα λοιπόν στους γείτονες τους αγαπητούς… Ε, όλοι γείτονες είστε, όλη η Αθήνα είναι μια γειτονιά… Τέλος πάντως εγώ ζω στην Κυψέλη 76 χρόνια και στον ίδιο δρόμο. Είναι κάπως μοιραία τα πράγματα,το δικό μου σπίτι ήταν λίγο πιο κάτω από το πατρικό οπότε ούτε ατμόσφαιρα ούτε δεσμά άλλαξα εύκολα.
Εζησα τα ωραία χρόνια της κυψέλης όσο μπορεί κανείς να δει το ωραίο όταν είναι παιδί που προέχει πάντα αυτή η νεότητα και φτιάχνει τα πράγματα πάντα όπως τα θέλει.
Η Κυψέλη ήταν παράδεισος, η οδός Πυθίας που έζησα ήταν ωραίες μονοκατοικίες με κήπους όλα τα σπίτια, γνώριμοι οι κάτοικοι πάρα πολύ, γραφική η Φωκίωνος Νέγρη όπου κατηφόριζα για το Γυμνάσιο το 6ο για την οδό Επτανήσου.
Τώρα έχουν φυτρώσει πάρα πολλά καφενεία εκεί ,τέλος πάντων έζησα εκεί αφού ήταν του πατέρα μου το σπίτι, μετά παντρεύτηκα το 1954, πήγα δυο γωνίες παρακάτω έζησα και εκεί για 15 χρόνια με μια συνεχή νοσταλγία καθώς άρχισαν να χαλάνε τα πράγματα στην περιοχή να φυτρώνουνε οι πολυκατοικίες οι άχαρες και να γκρεμίζονται εικόνες στην ουσία όχι σπίτια, εικόνες που είχαμε επί χρόνια ενστερνιστεί και άρχισα να γκρινιάζω και να λέω: “Θεέ μου θα φύγω από εδώ θα πάω κάπου αλλού”.
Επεισα τον απρόθυμο Αθω Δημουλά και πήραμε ένα δάνειο και πήραμε ένα διαμέρισμα στην Αγία Παρασκευή όπου ζούσε και ο γιος μου εκεί παντρεμένος.
Αγοράσαμε λοιπόν με κόπο και ένα δάνειο ένα σπίτι στην Αγία Παρασκευή και σε έξι μήνες ξαναμετακόμισα στην οδό Πυθίας 26. Είχα μάλιστα καταφύγει σε έναν γιατρό στην γειτονιά, ορθοπεδικό-ποιητή, τον Δημητρη Παπαδίτσα – ήταν στην οδό Πατησίων – του λέω: “Κάτι μου συμβαίνει έχει πλακωθεί η καρδιά μου…”
Μου λέει: “Τα πεύκα σε πειράζουν», τέλος πάντων, με πολύ μεγάλη δυσαρέσκεια του Αθω Δημουλά μεταφέρθηκα πάλι στην οδό Πυθίας 26, ευφρόσυνα και ευδαίμων.
Εκείνος άπαξ και τον πήγα εκεί δεν είχε μεγάλη μανία, δεν άντεχε και τις μετακινήσεις δεν ήταν και της αντοχής άνθρωπος πάντα αλλά υπέκυψε αφού εγώ δεν ήμουν υποχωρητική κι έζησα αρκετά χρόνια ώσπου πριν εφτά χρόνια η κόρη μου αγόρασε ένα σπίτι, τρία σπίτια πιο κεί, από το πατρικό της Φαέθοντος δηλαδή, έμεινε εκεί οκτώ χρόνια, της ντάντεψα τα παιδιά της και αίφνης κατελήφθη κι αυτή από την μανία του προαστίου, έφυγε εντέλει και με πολύ λύπη το έζησα αυτό: συγχρόνως να εγκαταλείψω το συζυγικό μου σπίτι, διότι είχε πάρα πολλές σκάλες και όντως είχα μεγαλώσει πια αρκετά για να μην μπορώ να σαλτάρω.
Έτσι μεταφέρθηκα Φαέθοντος πάλι 26, γωνία Πυθίας. Επομένως η Πυθία δεν έφυγε από το οπτικό μου πεδίο και ζω τώρα εκεί όχι πάρα πολύ συμφιλιωμένη με την αλλαγή.
Τώρα όσοι αναρωτιούνται γιατί δεν ήθελα να φύγω…
Μα γιατί όλη μου η ζωή διεπράχθη σε αυτό το μέρος. Πουθενά αλλού. Ό,τι έζησα σημαντικό και δεν έζησα – και κακά και αρρώστιες και δυσάρεστα και εκπλήξεις – έγιναν σε αυτή την περίφημη Κυψέλη.
Θα πει κανείς, δεν έβλεπα τις παραμορφώσεις;
Ξέρετε, ο άνθρωπος έχει και μια φαντασία. Μπορούσε κανείς να γκρεμίζει τα εξαμβλώματα και να προκύπτουν από κάτω παλιές μορφές του τόπου. Νομίζω πως γεωγραφήθηκε αρκετά η αφοσίωσή μου στην Κυψέλη, αν έχετε κάτι άλλο ρωτήστε με…
Μην ξεχνάμε πως οι ξένοι που βρέθηκαν εδώ ήταν λόγω της φτώχειας των χωρών εκείνων. Ηλθαν να ζήσουν εδώ πέρα. Οι ξένοι (οι Αλβανοί τουλάχιστον) επιστρέφουν βέβαια στις πατρίδες τους. Το μόνο που κάνω για την Κυψέλη είναι να ζω ακόμη εκεί.
Θα πρέπει να το πούμε πάντως και αυτό, πρέπει να πω όμως ότι είναι και ένας συνεχής κίνδυνος, κινδυνεύουν οι ντόπιοι από κλοπές φοβερές ακόμη και στον δρόμο.
Σας λέω ένα πάρα πολύ συγκεκριμένο πράγμα: Πυθίας 42 ήταν το πατρικό μου όπου ζει σε ένα διαμέρισμα η αδελφή μου. Δύο φορές την πήγαν στο νοσοκομείο, δύο φορές την παραμόρφωσε ένας έξω από το σπίτι διότι δεν έβρισκε τα κλειδιά για να μπει μέσα…
Την πρώτη φορά και εκείνη και τον άνδρα της επί δύο ώρες τους έκλεισαν το στόμα, τους έκλεισαν στο μπάνιο και έκλεβαν το σπίτι ανενόχλητοι.
Περιορισμένα περιστατικά ναι αλλά ο φόβος είναι απεριόριστος. Δεν θέλω να πω ότι οι ξένοι της Κυψέλης είναι και ληστές.
Πάντως εάν πάει κανείς στην πλατεία της Κυψέλης, δεν έχει χώρο να πατήσει. Στα δε παγκάκια κάθονται άνθρωποι ξένοι – πολύ φυσικό βέβαια πώς να περάσουν την ώρα τους – και παίζουν κάτι δικά τους χαρτιά και με χαρτάκια γεμίζει ο τόπος.
Βεβαίως οι Κυψελιώτες έχουν εκτοπιστεί, αυτό είναι μια πραγματικότητα, βεβαίως τους αγάπαμε τους ξένους αφού φύγαν από εκεί για έλθουν και να ζήσουν να δουλέψουν αλλά κάπως πρέπει να μοιραστούν οι χώροι.
Παίζαμε πεντόβολα ώρες ολόκληρες στα σκαλάκια του σπιτιού. Ητανε μια άλλη κατάσταση, την νοσταλγώ πάρα πολύ και δεν ξέρω αν αυτός είναι ο λόγος που δεν ακολούθησα την κόρη μου στο προάστιο ή απλά ο φόβος να προσαρμοστώ στο καινούριο.
Εγώ συνήθισα με τους ξένους, να ξυπνώ και να τους βλέπω. Έχω συναντήσει πολλούς μαύρους με καρότσια του σούπερ μάρκετ… έχει όμως κι έναν μόδιστρο πακιστανό η γειτονιά μου που δεν τον φτάνει κανείς στο διόρθωμα, Φαέθοντος βρίσκεται… και ανδρικά και γυναικεία.
Είναι περιοχή μετάβασης η Κυψέλη, όλοι σχεδόν έχουν ζήσει εδώ. Φιλόξενη περιοχή.
Μετάβασης, διότι κρίθηκε αυτομάτως επειδή ήταν προσιτή, δεν μπορούσαμε να πάμε στο Κολωνάκι.
Μακάρι να μην υπήρχε αυτό το θέμα της πείνας, μακάρι οι φυλές του κόσμου να ήταν ανακατωμένες, εδώ πια είναι ένα πρόβλημα πώς συντηρούνται αυτοί οι άνθρωποι.
Ευχαριστήθηκα πολύ σήμερα που ήμουν με τους Κυψελιώτες, πάρα πολύ»
http://www.tanea.gr/news/greece/article/5016105/ti-akribws-eipe-h-kikh-dhmoyla-gia-thn-kypselh-kai-toys-metanastes/
Σε μία ομιλία με έμφαση στο βιογραφικό ρομαντικό στοιχείο – χωρίς όμως αναφορά στο ποιοι κατέστρεψαν την Αθήνα και την Κυψέλη (και δεν ήταν οι ξένοι) με τις αντιπαροχές και στα παιδιά τους που δανείστηκαν για να φύγουν προς τα βόρεια κλπ ακριβά προάστια (και σήμερα δεν έχουν να πληρώσουν) – που δημιουργεί συναισθηματική φόρτιση, γίνεται στροφή στη βία του εγκλήματος για το οποίο ευθύνονται οι ξένοι.
Όμως η πραγματικότητα είναι ότι ο παλιός μπουκαδόρος, για παράδειγμα, που περίμενε πότε θα φύγουν οι ένοικοι για να μπει να πάρει ό,τι βρει έχει αντικατασταθεί από, συνήθως οργανωμένα σε συμμορίες, άτομα που περιμένουν να είσαι μέσα ή να σε πετύχουν κάπου απομονωμένο για να ασκήσουν επί πλέον κάθε είδους βία. Αυτή η πραγματικότητα δεν αφορά μόνο ξένους και τα θύματα δεν είναι μόνο ντόπιοι (απλά πολλοί ξένοι φοβούνται να μιλήσουν). Είναι ένα φαινόμενο που προκαλεί τρόμο, αλλά όταν το προβάλεις στο πλαίσιο: ξένος (=θύτης) – ντόπιος (=θύμα) δεν λες το φαινόμενο όπως είναι αλλά σκόπιμα αλλοιωμένο. Για παράδειγμα τα δυο σχετικά πρόσφατα φαινόμενα βιασμών που προκάλεσαν με την αγριότητά τους, αυτού της Πάρου (με θύτη τον ξένο) και αυτού της Ξάνθης (με θύτη τον ντόπιο), που συνοδεύτηκαν από φρικτή δολοφονική βία.
Δυστυχώς όμως δεν σταματάει εκεί και το θέμα μεταφέρεται σε ένα ιδεολογικό πεδίο (με το φίλο Γιώργο Πατιό το είχαμε συζητήσει πριν λίγους μήνες και είναι καταγεγραμμένο) αισθητικής, της οποίας η επίκληση στον 20 αιώνα έγινε από αυτούς που αιματοκύλησαν τον πλανήτη και συνιστά θεμέλιο, και ίσως ΤΟ ΘΕΜΕΛΙΟ, του ρατσισμού.
Πέρα λοιπόν από αδιάφορα ευχολόγια σάλτσα και πριν κλείσει με ρομαντική αναπόληση, αμέσως μετά την προκαλούμενη συναισθηματική φόρτιση από αυτό που χάσαμε και το έγκλημα και τον τρόμο που ήρθε από τους ξένους, προβάλλεται και προπαγανδίζεται στο κατάλληλο σημείο η αισθητική διαφωνία με το τι κάνουν αυτοί που κάθονται, οι ξένοι, στο παγκάκι οι οποίοι λερώνουν και με χαρτάκια (ενώ εμείς φημιζόμαστε για το που πετάμε τα χαρτάκια στους δρόμους και πως αφήνουμε μια παραλία φεύγοντας…) για την οποία λύση προτείνεται ξεκάθαρα η δημιουργία γκέτο.
Νομίζω ότι είμαστε η πρώτη χώρα μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο που έστειλε με καθαρό ποσοστό και δημοκρατικά ναζιστικό κόμμα στη βουλή. Η συνεισφορά σε αυτό της μικροαστικής και μικρομεσαίας τάξης (και του οράματος του πετυχημένου ιδιώτη σε βάρος του συνόλου το οποίο υπηρετεί πιστά και η συντριπτική πλειοψηφία των ποιητών των τελευταίων δεκαετιών) που ζητά «ασφάλεια» τεράστια. Τυχαίο;
Τόσο ανιστόρητος και εθελόδουλος λαός!
Διατίθεται ἀπόγνωσις
εἰς ἀρίστην κατάστασιν,
καὶ εὐρύχωρον ἀδιέξοδον.
Σὲ τιμὲς εὐκαιρίας..
έγραφε η Κική Δημουλά στις Αγγελίες της..Προφανώς το όνομά της δεν συνδέθηκε ποτέ μέσα μας κατά τον τρόπο που συνδέθηκε ο Αναγνωστάκης, ο Κακναβάτος, ο Κατσαρός, ο Βαλαωρίτης και όλοι οι εκπρόσωποι της ”ανατιστασιακής ποίησης ” της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς.
Προφανώς τα ποίηματά της βρήκανε πρόσφορο έδαφος στις υπαρξιακές μας αναζητήσεις, δεν εντάχτηκαν σε κοινωνικοπολιτικά παιχνίδια, εντάχτηκαν όμως στα ‘΄παιχνίδια ”της ψυχής μας και γι αυτό τα αγαπήσαμε.
Η υπαρξιακή ή μεταφυσική ποίηση της Κ. Δημουλά, του Γ.Θέμελη και της Όλ.Βότση βρίσκει μεγάλη απήχηση ακριβώς γιατί τα κοινωνικά ενδιαφέροντα δίνουν τη θέση τους στην αγωνιώδη έκφραση του άγχους των ανθρώπων μπροστά στη φθορά του χρόνου..
Ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο είναι εντελώς απογοητευτικό αυτοί οι ποιητές της καρδιάς μας να σκοντάφτουν στις λακούβες με τα λασπόνερα που σκοντάφτουν οι αναγνώστες τους, να εξισώνονται με τους φόβους και τις σκέψεις των ανθρώπων με πιο επίπεδη σκέψη.
Η περιγραφή της Κυψέλης από την Κική Δημουλά θα ήταν η περιγραφή της Κυψέλης της οποιασδήποτε Κικίτσας, που μοίαζει να αντιπαρέρχεται το ότι η Κυψέλη με ή χωρίς ξένους θα είχε την ίδια άθλια εικόνα ,αφού οι αυλές γίνανε μπετόν, οι κήποι ακάλυπτοι πολυκατοικιών,και το οξυγόνο στέρεψε μέσα στις εξατμίσεις..
” Με τα χαρτάκια που πάιζουν οι ξένοι γεμίζει ο τόπος”, ..”Τους αγαπάμε τους ξένους ,αλλά κάπως πρέπει να μοιραστούν οι χώροι..”,ξεστόμισε η ποίητρια της καρδιάς μας.Κι αν σε κάποιους αυτά δεν ακούγονται ρατσιστικά , απλά ” επισημαίνουν μια κατάσταση”, σε ‘ μένα ακούγονται τουλάχιστον πεζά.
Όχι λοιπόν,ένας ποιητής απαγορεύεται να εξισώνεται με τις σκέψεις των αναγνωστών του,δεν χρειάζεται έναν ”λόγο καρδιάς”,ούτε χρειάζεται να δείχνει ” ανθρώπινα θυμωμένος”, όπως ανέφερε ο Σπύρος Αραβανής.
‘Ενας ποιητής είναι πάνω απ’ όλα εμπνευστής. Είναι αυτό που υπέροχα συνοψίζει ο Μίλτος Σαχτούρης στο ποίημα του
Ο Ελεγκτής
Ένας μπαξές γεμάτος αίμα
είν’ ο ουρανός
και λίγο χιόνι
έσφιξα τα σχοινιά μου
πρέπει και πάλι να ελέγξω
τ’ αστέρια
εγώ
κληρονόμος πουλιών
πρέπει
έστω και με σπασμένα φτερά
να πετάω.
Και ΄μεις θέλουμε να πετάξουμε με τα φτερά των ποιητών κυρία Δημοιυλά, και όχι απλά να ταξιδεύουμε δυο βήματα με ποιητές που λησμονούν τον ρόλο τους και υπολείπονται του χρέους τους.
τα ποιήματα και ο κάθε μορφής γραπτός λόγος , είναι ένας τρόπος έκφρασης των συναισθημάτων μας, των καταστάσεων που ζήσαμε ή που θα θέλαμε να ζήσουμε και δεν ζήσαμε, των κοινωνικοπολιτικών μας ανησυχιών και απόψεων, και γενικά ένας τρόπος έκφρασης της ίδιας της ζωής με όλες τις εικόνες της και σε όλες τις μεταβατικές της καταστάσεις…Αυτό εκφράζει και ένας ποιητής μέσα από τα ποιήματά του και σαν ποιητής κρίνεται από τον μαγικό τρόπο ή ταλέντο που έχει, να ενσαρκώνει τις οποιεσδήποτε σκέψεις του, φόβους του, πάθη του και οτιδήποτε άλλο, σε γράμματα και να το προσφέρει αυτό στον αναγνώστη. Από την άλλη και ο ποιητής είναι ένας άνθρωπος και δεν χρειάζεται να τα θεοποιούμε όλα…. και με όλο το σεβασμό, θα είχε πολύ ενδιαφέρων αν αυτούς τους φόβους και ανησυχίες της η κ.Δημουλά τις ενσάρκωνε σε ένα ποίημα με τον ιδιαίτερο αυτό τρόπο που έχει…
Υ.Γ. Θα ήθελα βέβαια πολύ αυτή την εποχή, να δω ποιήματα τα οποία να μιλήσουν στον κόσμο αυτές τις δύσκολες μέρες και να γίνουν η κινητήρια δύναμη που θα μας εμπνεύσουν να ξεκολλήσουμε από αυτήν την πνευματική και ηθική μιζέρια που κατεχόμαστε αυτήν την εποχή.
και κάτι τελευταίο …. ρατσισμός υπάρχει στις πράξεις από όποιον και αν προέρχονται … και όχι στους ανθρώπους και στους λαούς……
και όπως λέει και ο ποιητής ….
… εγώ σου έδωσα καψούρα και αλητεία,
κανείς δεν είναι κανενός
άντε να μην τα πάρω εντελώς…
Φίλε κύριε Αραβανή χαίρομαι ιδιαίτερα για τις απόψεις σας επί του θέματος. Και χαίρομαι γιατί σήμερα τίποτε δεν είναι αυτονόητο ειδικά το Ήθος. Αν αυτό έχει σημασία σας λέγω ότι ταυτίζομαι με το λόγο σας. Δυστυχώς φοβούμαι όμως ότι δεν τέλειωσε το ζήτημα. Τεράστιο θέμα ανέκυψε. Το κυνήγι των μαγισσών κάποιους βολεύει. Ο Μπρεχτ γελάει απ΄ την κόλαση. Δεν πιστεύω στον Παράδεισο. Όσον αφορά τη γραφίδα της Ελευθεροτυπίας έχει και άλλες φορές πράξει περίεργα, όπως τότε με την υπόθεση Οτσαλάν και άλλα. Ο πνεύμα της ελευθεροτυπίας… να βάλει το χέρι του. Τίποτε δεν είναι τυχαίο. Και πάλι σας ευχαριστώ για το λόγο σας.
Μέρες τώρα διαβάζω τη σχετική ειδησεογραφία μα και τα πολυφωνικά σχόλια. Και μένω κοντά σ’ αυτό που αποδίδουν οι αρχικές διαπιστώσεις του κ. Αραβανή.
Αναρωτιέμαι αν, μαζί με τις απολυτότητες, τις βεβαιότητες, το αλάνθαστο Εγώ, την απουσία ενσυναίσθησης, εισβάλλει και στις ψυχές των λογίων [συνεντευξιαζόμενων ή σχολιαζόντων] και ολίγος λαϊκισμός που, ας σημειωθεί, «είναι η εμφάνιση του κιτς σε όλες του τις εκφάνσεις” (συμπύκνωνε σε άλλες στιγμές του 2006 ο ποιητής Ν.Βαγενάς). Ίσως. Η ωραιότης της ψυχής και του ποιήματος πάει περίπατο;
Ίσως όμως μπορεί να γίνουν κατανοητά και πολλά σχόλια ή σημειώματα διαφόρων σε εφημερίδες, fb, Ποιειν, ως μέρος μιας κρισιακής κατάστασης, που όλους μάς περισφίγγει. Ο”αυθόρμητος” ρατσισμός είναι εξίσου σύνηθες φαινόμενο όσο και ο “αυθόρμητος” καριερισμός και καιροσκοπισμός ορισμένων.
Εκτός από τη δικαιολογημένη αγανάκτηση για όσους προνομιακά [και όπως ήθελαν περιβάλλοντα και κανόνες του κατεστημένου] προβλήθηκαν ή βραβεύτηκαν, είναι παρούσα μια [αντίστροφη] διάθεση του «Κανονίζειν» [:le canon? canna- η κάννη; η κάννα το φυτόν; ο κανών; ο κανονισμός; ο «θα σας κανονίσω παλιομοδίτες» ορμητικός;].
Φίλος μάλιστα δικός μου και του ΠΟΙΕΙΝ απέστειλε με σατιρική διάθεση ένα “πολεμικό” σκαρίφημα εκ του Διαδικτύου:
Οι Στάχτες Της Ουθέρια-το τραγούδι του βάρδου, υπό Cassandra Gotha
[…] Μέρες και μέρες κράτησε
Το σκότωμα, ο πόνος.
Μα κι οι φωνές, τα αίματα
Του χαλασμού ο φόβος.
Ο ήρωας πολέμαγε με θάρρος περισσό
Και του εχθρού το φόνεμα του ‘πήρε το μυαλό.
Γέλιο και κλάμα σμίξανε, βία χωρίς συμπόνια
Και μια φωνή πανάγρια του ‘σκιζε τα πνευμόνια.
Μα πάνω που τους σκότωνε, ξανά έρχονταν κι άλλοι.
Κι η ώρα έφτανε η κακιά, του θανατά η μεγάλη.
Η ώρα που θα έπεφτε σαν όλους τους δικούς του
Και που το δέντρο της ζωής θα ‘ριχνε τους καρπούς του. […]
http://community.sff.gr/topic/13690
Ευχαριστώ τον Σπύρο Αραβανή και το ΠΟΙΕΙΝ.
Τα ακόλουθα μπορεί και να φανούν «απλουστευτικά» και «απλοϊκά». Οι -ισμοί είναι σαν τους ιούς! Εντάξει, κάποιοι «νεότεροι» ξέρουν από νωρίς καλύτερα τα πράγματα, και κάποιοι «παλιότεροι» γίνονται πιο σοφοί εκ των υστέρων. Σ’ άλλους διαρκεί μια ζωή η σύγκρουση βιοθεωρίας και κοσμοθεωρίας. Κάποιοι, εμβριθείς θεωρητικοί με δεινότητα προσφέρουν στους πιο «πρακτικούς» εργαλεία ανάλυσης. Άλλοι είναι πιο «συνεπείς» αντιρατσιστές και κάποιοι κρίνονται ως «μετριότατοι». Αλλά για όλους μας είναι φανερό το εξής: Οφείλουμε χωρίς υπεροψία να συζητήσουμε σε βάθος για τα κοινωνικά και τα αισθητικά φαινόμενα -ιδιαίτερα μέσα σε κρισιακές συνθήκες γενικευμένης ρεμούλας των “από πάνω” και προβληματικής συνειδητοποίησης των “από κάτω”. Μόνο με παράλληλους μονόλογους, τίποτα νέο δεν προκύπτει. Το πολύ- πολύ κάνα like στα fb.
Επειδή καλύτερο είναι, πέρα από σχόλια και αντεγκλήσεις, να αντικρίζουμε την ποιήτρια και γενικότερα τον κάθε ποιητή όχι απλώς ως παρατηρητή της ζωής ή και ως καταγραφέα συναισθημάτων, αλλά προπάντων ως γεφυροποιό στο χάσμα που χωρίζει την οδύνη της ζωής και την ομορφάδα του κόσμου, ως ενεργό, παλλόμενο, συνδετικό όν του υποβαθμισμένου Κόσμου και του συντριμμένου Ανθρώπου, ας χαμηλώσουμε τους τόνους. Απέναντι στη χολέρα του νεοναζισμού, του κοινωνικού και φυλετικού ρατσισμού, στη διάλυση των αδυνάτων στη διαφοροποιημένη μας κοινωνία και στην ταξικά περίκλειστη [κι ανύπαρκτη ως αλληλέγγυα ενωτική] Ευρώπη, στέκονται με διάφορες αφετηρίες ιδεολογικές και διαφορετικές προσπάθειες πολλοί, «άσπροι-μαύροι», “άθεοι και θρησκευόμενοι”, και κυρίως αφανείς πολίτες και συλλογικότητες. Αλλά όλα προϋποθέτουν την Αγάπη προς τη ζωή και τους ανθρώπους!
Στο σημείο αυτό δεν ανακάλεσα καθόλου τυχαία τον Νικηφόρο Βρεττάκο, ως ποιητή, ως άνθρωπο, ως διανοούμενο, ως ακαδημαϊκό στο τέλος. Και θυμίζω σε όλους, και στην κρινόμενη ποιήτρια και στους ποιητές που έχουν προηγηθεί στα σχόλια του ΠΟΙΕΙΝ το επόμενο ποίημα :
Οι δέκα εντολές
Διακονώ την οδύνη της ζωής, αλλά πρέπει
να μη λησμονώ πως γεννήθηκα
κ’ ιερέας της ομορφιάς και οφείλω
να λειτουργώ τον κόσμο μας, να κάνω
γραφή τη αχτινοβολία του.
Πρώτη
και Δέκατη εντολή
της ομορφιάς: αγάπη.
(Εκκρεμής Δωρεά, 1986 )
ΠΟΙΗΤΡΙΑ ΔΥΟ ΑΣΤΕΡΩΝ
Μνήμη του Κ.Καρυωτάκη για την «Μικρή Ασυμφωνία εις Α Μείζον»
”Θέματα που κυριαρχούν στα ποιήματά της είναι η απουσία, η φθορά, η απώλεια, η μοναξιά και ο χρόνος. Χαρακτηριστικά της ποίησής της είναι η προσωποποίηση αφηρημένων εννοιών, η ασυνήθιστη χρήση κοινών λέξεων και η πικρή φιλοπαίγμων διάθεση”.
Όταν οι συναδελφισσες δοκίμαζαν καλλυντικά
στου Χόντου της Ομήρου
στης Τράπεζας Ελλάδος το πλαϊνό στενό
συ γρατζούναγες το άδειο έντυπο εντελλομένων.
(υμνούσε βλέπετε τη μοναξιά με… τόσο κόσμο)
Βάλε λίγο κραγιόν, στην ώρα του καλή μου
φλέρταρε τον μορφονιό τον διπλανό σου.
Απούσα παντελώς από το παρόν
“προσωποποίηση αφηρημένων εννοιών”.
Αναπότρεπτη η φθορά δεν το ʼξερες καλή μου;
αισθημάτων, εμφάνισης, οστικής μάζης
τραπεζουπάλληλε, ποιήτρια επί του ασφαλούς
άγνωστη η απώλεια για μας -εξόν η βιολογική-
……
Κοντά στο τέλος… ματαιόδοξες τιμές
με ποσόστωση: τι ξεφτίλα
όχι για τους ζωντανούς νεκρούς ακαδημαϊκούς ,
αλλά για σε, ποιήτρια δύο αστέρων
ούτε κονιάκ τέτοιο υπάρχει.
Tο 3 νέρωσες με μισή δόση ύδατος
ή το 5 με ποταμούς δακρύων;
Ποιήτρια της μέσης νοικοκυράς
του διορισμένου υπάλληλου με 5 ψήφους
του πατέρα και της μητέρας του “φραπόγαλου”
του βολεψιματία, φοβισμένου, ανώριμου 35άρη.
………………………………………………….
Η Γώγου υπηρέτρια θα σκουπίσει τα ποιήματα
και θα κρεμάσει σε κάδρα Σελήνη του Φιλύρα,
Ας φρόντιζαν, την Ιθάκη του Αλεξανδρινού
προκηρύξεις και Πρέβεζα του αυτόχειρα
(θάνατος των νοικοκυρών, έρωτας-στιφάδο)
Τίποτα δεν άλλαξε από τότε……
08.07.2010
Δεν αντιλέγω, Κώστα. Στωικώς φιλοσοφούμεν.
Δες και μιαν άλλη όψη των πραγμάτων, στο πνεύμα του Βύρωνα Λεοντάρη (Εν γη αλμυρά, Έρασμος 1996)
Οστεόφιν θίς
Εξόριστος πέρα απ’ την πίστη και το πάθος
συβώτης στο ακρογιάλι με τα κόκκαλα
Η θάλασσα αρπαγμένη και ριγμένη στην αντίκρυ ακτή…
Τι είναι το πιο φριχτό
ίσια μπροστά σου να κοιτάς το σκουπιδότοπο της αιωνιότητας
ή πίσω σου να στρέφεις γλύφοντας με λιμασμένο βλέμμα
την πίσω όψη του τέλους […]
Amager, Σύβωτα …ουτοπίες σωτηρίες χαμοί ακρογιάλια δίχως
θάλασσα […]
Αφού χαιρετήσω την αγαπημένη ομήγυρη ύστερα
από απουσία τριών μηνών θέλω να καταθέσω
πολύς λόγος περί όνου σκιάς .