Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Τα Επίκαιρα

Τα Επίκαιρα

Τα Επίκαιρα

«Η εξαπάτηση ενός ελληνικού νησιωτικού πληθυσμού»

[author]Του Κώστα Ρεούση[/author]

Κείμενα μιας ψύχραιμης οργής, #1: «Η εξαπάτηση ενός ελληνικού νησιωτικού πληθυσμού»

Των Κώστα Ρεούση & Υπερπραγματικής Φράξιας Λευκω©ίας
Χώρα (Παλιό Λιμάνι)

Αποτελώντας, πλέον, μειονότητα συνειδήσεως -μετά από χρόνια συστηματικής και με στρατηγικό σχεδιασμό απομάκρυνσης από το γεγονός ενός διαστρεβλωμένου πραξικοπήματος κι ενός πολέμου που χάθηκε (ιστορικά ας το πιάσουμε απʼ εκεί ή απʼ εδώ)-, οι πολιτικοί ή στελέχη παράκτιων και περιορισμένης ευθύνης κι αντιλήψεως δημόσιων ή μη εταιρειών, οι κατοικοεδρεύοντες (για να καταδείξουμε και για να γίνουμε διάφανα σαφείς) τόσο στο Προεδρικό Μέγαρο όσο και στη Βουλή των Αντιπροσώπων, φροντίζουν επισταμένα να διχάζουν τον ελληνικό πληθυσμό της δέκατης τρίτης Νήσου.

Ενός πληθυσμού, επιεικώς αγενούς έως μπασταρδεμένου, που καθημερινώς εφευρίσκει τον τροχό ή την ταχινόπιτα διατυμπανίζοντας εκκωφαντικά τα εύρετρα, ενώ του διαφεύγει η ευθεία. Ο λόγος λειψός, ο διάλογος κωφός, ο μονόλογος αυτιστικός. Ωσάν τουρκόγυφτοι σκοπεύουν εκδικητικά, μιλούν τρώγοντας και ύπουλα αναμασούν τη γλώσσα του πρώην αποικιοκράτη κι άλλων αλλοεθνών συμφερόντων. Μία, ας πούμε, ελίτ, ανίκανη να ορθωθεί, βολεμένη στο παραμύθι μιας από τα σπάργανά της ανελεύθερης «επανένωσης».

Ο «κανονικός» πολίτης -και θέτω τη λέξη «κανονικός» σε εισαγωγικά διότι, δυστυχώς, πόρρω απέχει από τον άνθρωπο και παρασάγγας από τον πατριώτη- οφείλει να εντάσσεται σε ένα καθεστώς ύποπτα ναρκωμένης ψυχραιμίας, απόρροια της χρήσεως ψυχοφαρμάκων, μανδραγόρων και άλλων ηρεμιστικών/υπνωτικών σκευασμάτων ή μαντζουνιών.

Ένα δοτό Σύνταγμα -το οποίο ακυρώνει, με μία και μόνο εργασία της μίας σελίδας αναφοράς, ένας ή μία τριτοετής συνειδητός ή συνειδητή φοιτητής ή φοιτήτρια σοβαρής Νομικής Σχολής και σοβαρού Πανεπιστημιακού Ιδρύματος- περιπλέκει έως βραχυκυκλώνει υγιείς και ορθά καλλιεργημένους ανθρώπινους και ολοζώντανους -τόσο που οφείλουν να τρομάξουν με το βιταλισμό τους-, στο νεύρο τους, οργανισμούς.

Ελάχιστοι έως μηδενικοί έχουν αντιληφθεί που οδηγούν, οι εκάστοτε πρόεδροι και βουλευτές, τούτο το νησί της εταίρας. Η αρπακόλλα της δομής των τριών εξουσιών μπλοκάρει και μπλοκάρεται όπως ένα κακώς συντηρημένο επανατατικό ελατήριο του κλείστρου. Ούτε ξιφολόγχη δεν θα μείνει να εμβολίσουμε την καρωτίδα, έτσι ώστε νεκρό κι αγέρωχο το κεφάλι του ο Έλλην Κύπριος να, ακαριαία, προτάξει ή ακινητίσει ως «Μέδουσα» στους και στις -εντός εκτός και επί τα αυτά στεριάς που καταβρέχεται περιμετρικά κι ολοκληρωτικά από θάλασσα- ρουφιάνους, πράκτορες, κοπρίτες και δήθεν ιερόδουλες ή βρόμικες μες στην ψυχή και στο κορμί γυναίκες.

-Αδιάβαστοι οδεύετε, με ξένα κόλλυβα να πράξετε κηδεία.

Χώρα (Παλιό Λιμάνι), Νοέμβριος 2015

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Ζυμώσεις»


`
[author]Του Γιώργου Καρτάκη [/author]

Μπαίνω να πάρω τσιγάρα, τις βλέπω. Κάθονται πίσω απ΄τον πάγκο, ανάμεσα στα πόδια τους μια ηλεκτρική σόμπα. Σαραντάρες, μαλλί κομμωτηρίου κάγκελο, κόκκινο χείλι, κόκκινο νύχι, μαύρο καλτσόν, μαύρο εφαρμοστό φουστανάκι, μαύρη μπότα – από κείνες με το ταμπελάκι στη σόλα ότι είναι καινούργιες. Δυο απ΄αυτές τις πεντακάθαρες, τέλος πάντων, που μόλις τις δεις σκέφτεσαι να τις βουτήξεις όπως είναι και πάλι στην μπανιέρα, για να φύγει η κόλλα, η μπογιά και το άρωμα βερίκοκου.

-Έλα, μου λέει η μια πρόσχαρα, να μας πεις τη γνώμη σου.

Ανοίγει μπροστά μου ένα από εκείνα τα σαχλοπεριοδικά που διαμορφώνουν πλέον συνειδήσεις εν Ελλάδι, μου δείχνει κάτι φωτογραφίες με τον Χατζησάββα:

– Καλός ηθοποιός, της λέω.
– Όχι αυτό, μου λέει.
– Τότε; λέω εγώ και ψάχνω στην τσέπη για ψιλά.

– Να, μου λέει, δεν ξέρω τι κάνουν αυτοί στο κρεβάτι, αλλά πιστεύεις ότι πρέπει να μεγαλώνουν παιδιά;
– Ποιοι είναι οι «αυτοί», την ρωτώ.

Με κοιτάζει με μισάνοιχτα χείλη. Βλέπω το περίγραμμα από το κραγιόν. Κακοβαμμένα, προλαβαίνω να σκεφτώ. Ύστερα, με μιας, το πονηρό γελάκι σβήνει απ ‘ τα μάτια της, τη θέση του παίρνει ένα περαστικό συννεφάκι αμηχανίας και κλείνει το περιοδικό.

– Τι θα θέλατε; μου λέει, δαγκωμένη και το χειλάκι της τρέμει.

Ήθελα να της πω, «να σου κρεμάσω μια κουδουνίστρα», αλλά της είπα «ένα Καρέλια κίτρινο»

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Αν ανοίξω το στόμα μου…»


`
[author]Του Σπύρου Αραβανή [/author]

`
«Αν ανοίξω το στόμα μου…», είπε οργισμένα, και εμείς που περιμέναμε να ανοίξουν οι εφτά ουρανοί, άνοιξε μονάχα μια τρύπα καταγής και χώθηκε πιο βαθιά στη σιωπή του.

«Αν ανοίξω το στόμα μου…», είπε δήθεν ανεξάρτητος,  αδυνατώντας να αντιληφθεί ότι όποιος ξεστομίζει δημοσίως αυτή τη φράση σημαίνει ότι είναι ο πλέον δέσμιος της ομερτά που συγκατανεύει γιατί, εκτός των άλλων, έχει και την τραγική επίγνωση της θλιβερής φίμωσής του.

«Αν ανοίξω το στόμα μου…», είπε απενοχοποιημένα, θεωρώντας πως με αυτή την απειλή θα διαγράψει τα προσωπικά του χρέη συνυπευθυνότητας αφού έστω και αν δεν συμμετείχε, γνώριζε.

«Αν ανοίξω το στόμα μου…», είπε απαξιωτικά, αγνοώντας τα λόγια του ποιητή: «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου καὶ πληρωθήσεται πνεύματος καὶ λόγον ἐρεύξομαι, τῇ βασιλίδι Μητρί• καὶ ὀφθήσομαι, φαιδρῶς πανηγυρίζων καὶ ᾄσω γηθόμενος ταύτης τὰ θαύματα» («Α’ Ωδή Κανόνος του Ακάθιστου Ύμνου»)

`

Όσοι «αποκαλύπτουν» σήμερα ανήκουν σε τρεις, τουλάχιστον,  κατηγορίες. Στις πρωτοσέλιδες αυτοεκπληρούμενες προφητείες των «αγίων», στα ανοικτά στόματα με τις κομμένες γλώσσες και στους λαλίστατους μετά θάνατον προφήτες. Όσοι, από την άλλη, «τυχαίνει» να παραβούν τον «κανόνα» δέχονται πάραυτα την κατάρα του Βιγιόν:

`
Σ’ αρσενικό, σε νίτρο, στη φωτιά
τ’ ασβέστη, σε μολύβι αναβρασμένο
για να ξεμαγαρίσουν πιο καλά,
σε πισσάλειμμα καλοδιαλυμένο
σε ζουμί από οβριάς κάτουρα
φτιασμένο και σκατά.

Σε αποπλύματα λεπρών,
σε λίγδες ποδαριών και παπουτσιών,
σ’ αψιά φαρμάκια ή μέσα σε καμπόσες
χολές φιδιώνε, λύκων, τσακαλιών,
τούτες οι φτονερές ας βράσουν γλώσσες
!

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Ένας αστικός μύθος “μια ανάσα πριν τα Χριστούγεννα”»


`
[author]Της Έφης Κατσουρού [/author]
`
Δεν έχει περάσει ούτε μία εβδομάδα από την πορεία του Πολυτεχνείου που για πρώτη φορά περιδιάβαινε τη γιορτινά φωτισμένη Βασιλίσσης Σοφίας, κάτω από κουρτίνες με λαμπερά χριστουγεννιάτικα αστέρια. Αυτός ο δρόμος ήταν πάντα ο πιο όμορφα φωτισμένος δρόμος της Αθήνας. Τα λαμπιόνια τόνιζαν σωστά την προοπτική της. Τώρα η προοπτική είν’ εσφαλμένη.
Είναι το τρίτο Σάββατο του εντέκατου μήνα της δέκατης πέμπτης χρονιάς της δεύτερης χιλιετίας που ήρθε ως αφορμή για μία ημερολογιακή αποτύπωση του κατεστημένου πλέον αστικού παραλογισμού μας.
Αυτό το Σάββατο, η πόλη είχε ήδη ανάψει τα φώτα των Χριστουγέννων της για να φωτίσει άραγε τι; Τη θλίψη της; Τους βρώμικους δρόμους; Ή μήπως να αντικατοπτριστεί πιο καθαρά στα μάτια των αστέγων και τις βιτρίνες των μαγαζιών που στολίζονται για να παραμείνουν άδεια; Όχι. Φωτίζεται μόνο για να υποταχτεί με έναν ακόμη τρόπο στα ευρωπαϊκά πρότυπά της και να εθελοτυφλήσει δημιουργώντας άλλον έναν αστικό μύθο και πιστεύοντας πως θα ξεγελάσει τη μιζέρια μας “μια ανάσα πριν τα Χριστούγεννα”.
Το φεγγάρι κοιτώντας απ’ την Κοραή προς την Κλαυθμώνος είχε πάρει μια ωχρή μ’ ανέφελη κατηφόρα, ο ήλιος το πρωί ήταν ψηλά, τα ρούχα σχεδόν καλοκαιρινά. Είναι Νοέμβρης κι έχουμε ακόμη την ευχέρεια να καθόμαστε σε πλατείες κι αυλές με ρούχα, που τουλάχιστον αυτά δε μας βαραίνουν.
Κι αυτό δεν είναι το “ελληνικό μας όνειρο” αλλά η ελληνική πραγματικότητά μας. Λίγο άσχημη, λίγο στρεβλωμένη, πολύ μπερδεμένη τα τελευταία χρόνια (αφού πότε αρνείται το δυτικό και πότε το ελληνικό στοιχείο της μη αποδεχόμενη αυτό το ιδιόμορφο κράμα) μα πολύ ηλιόλουστη. Κι αν υπάρχει κάτι που με κάνει να ανέχομαι σχεδόν τα πάντα και να παραμένω σε αυτή τη χώρα είναι τα φεγγάρια κι η ήλιοι της, η ελεύθερη θερινή της ώρα. Γιατί εδώ κάνει ακόμη ζέστη, γιατί είναι ακόμη Ελλάδα.
Ας εξευρωπαΐζονται τα Σάββατα κι οι γιορτές. Ας μαύρισε, ας κάηκε η Αθήνα, ας γέρασε πρεσβεύοντας την ομορφιά του παρελθόντος της. Ας παραμορφώθηκε προσπαθώντας να παριστάνει κάποιαν άλλη. Ας είναι τα Χριστούγεννα πιο όμορφα στις μεγάλες πολιτείες της Ευρώπης και ας φεύγουν οι φίλοι μας για εκεί. Φέτος οι άνθρωποι φοβούνται και στα Παρίσια, κι αυτός ο φόβος θυμίζει σε όλους μας οικεία κακά.
Εγώ, λοιπόν, λέω να μείνω εδώ, σε αυτή την πόλη, για να την χτίσω ξανά, για να γράψω τα ποιήματά της. Γιατί ποτέ δε θέλησα να δραπετεύσω στις άδειες ώρες της. Γιατί σε λίγο θα ευχόμαστε “καλά Χριστούγεννα” και πάντα πίστευα ότι αυτή η ευχή περιέχει όλες τις άλλες. Γιατί ακόμη πιστεύω πως η Αθήνα είναι μια όμορφη πόλη. Γιατί ίσως με έχει ανάγκη, όπως κι εσένα..

`

* Η Έφη Κατσουρού γεννήθηκε, μεγάλωσε και ζει μέχρι σήμερα στην Πλάκα. Σπούδασε αρχιτεκτονική στο ΕΜΠ και σήμερα εργάζεται ως αρχιτέκτονας στην Αθήνα, επιθυμώντας να την κάνει μία πιο όμορφη πόλη. Με την συγγραφή ασχολείται από μικρή ηλικία. Από τη Σειρά Ποιείν των εκδόσεων Μετρονόμος κυκλοφορεί η πρώτη της ποιητική συλλογή «Εκτός εποχής».

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Η «Ασέβεια» των ποιητών: Μια απάντηση στον Σπύρο Αραβανή»

[author]Του Ανδρέα Αντωνίου [/author]

Ανάμεσα στον κυκεώνα πληροφοριών που μας κατακλύζει ο «δαίμονας», που ακούει στο όνομα facebook, πέτυχα – σαν τραγική ειρωνεία – το άρθρο του Σπύρου Αραβανή με τίτλο «Σκαναρισμένη Αυτοπροβολή». Επιγραμματικά, ο συντάκτης του κειμένου κατηγόρησε τους ποιητές που δημοσιεύονται σε κάποιο περιοδικό, και έπειτα είτε σκανάρουν τα ποιήματά τους και τα αναρτούν στο facebook – συνήθως με ευχαριστίες για το περιοδικό – είτε τα δημοσιεύουν εκ νέου. Θεωρεί «αυτήν την πράξη ως την πλέον ασεβή προς το χώρο-περιοδικό που φιλοξένησε τους ίδιους ή τα κείμενα προς αυτούς».
Το επιχείρημα είναι απλό και όχι ιδιαίτερα πρωτότυπο: Αν δημοσιεύουμε τα ήδη δημοσιευμένα ποιήματα μας στο Facebook, σκαναρισμένα ή όχι, κανείς δεν θα αγοράσει το περιοδικό. Όλοι οι γνωστοί μας, που δυνητικά θα αγόραζαν το περιοδικό για να μας διαβάσουν, αρκούνται στο να μας διαβάζουν διαδικτυακά. Αυτό αφαιρεί έσοδα από το λογοτεχνικό περιοδικό, το οποίο εν κατακλείδι βρίσκεται σε δυσμενή οικονομική θέση.
Το επιχείρημα θυμίζει, δυστυχώς, την περίπτωση της Χρυσηίδας Δημουλίδου, η οποία πριν κανένα χρόνο, τα έβαλε με τις δανειστικές βιβλιοθήκες. Αν ο καθένας μπορεί να παίρνει τζάμπα όσα μυθιστορήματα θέλει, πώς θα βγάλει ο συγγραφέας/περιοδικό/εκδότης το ψωμάκι του; Γιατί να δανείζουμε τα μυθιστορήματα που διαβάσαμε σε φίλους, στερώντας έτσι από τον συγγραφέα/εκδότη/βιβλιοπώλη την πώληση ενός ακόμη αντιτύπου; Ο ίδιος προβληματισμός απορρέει και από το επιχείρημα του Αραβανή: Αν εγώ, ως ποιητής, δημοσιευτώ σε ένα περιοδικό, το αγοράσω και μετά το δανείσω σε γνωστούς, είμαι το ίδιο αξιοκατάκριτος, γιατί στερώ από το περιοδικό πωλήσεις.
Δεν θα ασχοληθώ καν με την κυνική παραδοχή του Αραβανή και της Δημουλίδου, ότι το αναγνωστικό κοινό είναι μόνο αγοραστές/καταναλωτές και όχι φίλοι ποίησης ή λογοτεχνίας. Σύμφωνα με αυτή την λογική, δεν φτάνει να σου αρέσει η ποίηση, αλλά πρέπει να «αγοράζεις» την ποίηση. Καταλαβαίνω πως οι καιροί είναι δύσκολοι και πως οι πωλήσεις λογοτεχνικών περιοδικών είναι ελάχιστες, αλλά το να επιτίθεσαι σε ανθρώπους που στηρίζουν το περιοδικό στέλνοντας δωρεάν υλικό προς δημοσίευση, δεν βοηθάει καθόλου την κατάσταση.
Θα ασχοληθώ με το ίδιο το επιχείρημα που έχει ένα βασικό λάθος: Προϋποθέτει πως αν δεν υπήρχε ο «δαίμονας» του Facebook ή το φαινόμενο του δανεισμού και γενικότερα της «τζάμπα ανάγνωσης», ο αναγνώστης θα αγόραζε την ποίηση. Η υπόθεση αυτή είναι παντελώς ψευδής. Ένας γνωστός κάποιου λογοτέχνη δεν θα έδινε σε καμία περίπτωση πέντε ή οκτώ ή δέκα ευρώ για να διαβάσει ένα ή δύο ποιήματα ενός γνωστού του, όταν θα μπορούσε να περιμένει και, με την ίδια τιμή, να αγοράσει αργότερα ολόκληρη την ποιητική συλλογή. Αν ο κάποιος δεν αγοράζει ένα λογοτεχνικό περιοδικό ή ένα βιβλίο, δεν το κάνει επειδή το βρήκε αλλού τζάμπα. Δεν θα το αγόραζε ούτως ή άλλως. Απλώς, επειδή έτυχε να το δει ανεβασμένο κάπου – που δεν χρειάζεται να πληρώσει δέκα ευρώ για να το δει – το είδε. Κανένας δεν θα αγόραζε ένα περιοδικό για να διαβάσει ένα μόνο ποίημα, όπως κανείς δεν αγοράζει ένα δίσκο για να ακούσει ένα μόνο τραγούδι.
Αντιστρόφως, αυτός που θα δανειστεί ένα βιβλίο ή θα δει μια ανάρτηση στο facebook, είναι πιο πιθανόν να αγοράσει το περιοδικό. Πάρα πολλές φορές διαβάσαμε ένα βιβλίο δανεικό, το οποίο μας άρεσε τόσο πολύ, που το αγοράσαμε για να το έχουμε στην βιβλιοθήκη μας. Αν κάποιο ποίημα μας άρεσε τόσο, θα αγοράζαμε και το περιοδικό στο οποίο δημοσιεύτηκε. Ξέρω πολλούς που αγοράσανε το «Great Gatsby», επειδή είδαν «τζάμπα» την ταινία και το ίδιο ισχύει για κάθε βιβλίο.
Εφόσον, θέλεις να βλέπεις τον αναγνώστη σου σαν «πορτοφόλι», που θα σε στηρίξει οικονομικά, πρέπει να του συμπεριφέρεσαι και σαν «πορτοφόλι». Κανείς, σήμερα, δεν αγοράζει «γουρούνι στο σακί». Αν θέλεις να αγοράσει κάποιος το περιοδικό σου, πρέπει να του δείξεις εκ των προτέρων τι έχει μέσα ή έστω να του δώσεις μια ικανοποιητική γεύση. Οι δωρεάν αναρτήσεις στο Facebook, που θεωρούνται ως σημάδι της Αποκάλυψης, βοηθούν τα μέγιστα. Η εναλλακτική που έχεις είναι να αγοράσει κάποιος το περιοδικό, να ανακαλύψει πως τελικά δεν τον ενδιαφέρει, πως τελικά απλά έχασε ένα δεκάευρω κι εσύ τελικά έχασες ένα μελλοντικό αναγνώστη. Αυτός είναι και ο λόγος που αρκετοί ποιητές δημοσιεύουν στο facebook ή αλλού ποιήματα από τις συλλογές τους. Κάποιος το βλέπει και αν του αρέσει, το αγοράζει – δεν του ζητάνε a priori να αγοράσουνε την συλλογή και αν δεν του αρέσει, «πρόβλημά του».
Αν υπάρχει θέμα πνευματικών δικαιωμάτων για την ανάρτηση σε facebook από τους ίδιους τους ποιητές ποιημάτων που έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά, τότε μπορεί το κάθε περιοδικό να κάνει μήνυση. Υποπτεύομαι πως δεν υπάρχει και πως ο δημιουργός διατηρεί τα δικαιώματα του να ανεβάζει δωρεάν, ό,τι θέλει. Υπό αυτή την έννοια το κείμενο του κυρίου Αραβανή ερμηνεύεται ως απλή κίνηση απελπισίας, για να σώσει οτιδήποτε αν σώζεται.
Στην πραγματικότητα υπάρχουν τρόποι για να υποστηριχθεί ένα περιοδικό, χωρίς να μιλάμε για «ασέβειες» των ποιητών που χρησιμοποιούν το Facebook. Προσωπικά λέω πάλι καλά που υπάρχει κι αυτό και μπορούμε να βλέπουμε τις αξιόλογες αναρτήσεις συναδέλφων, με το λιγότερο δυνατό κόστος και τον λιγότερο δυνατό κόπο. Πόσοι από τους νέους θα γνώριζαν το «Ποιείν» ή το «Φρέαρ», αν δεν υπήρχαν οι ηλεκτρονικές εκδόσεις τους – αν δεν ανέβαζαν οι ασεβείς ποιητές ποιήματά τους, που δημοσιεύτηκαν σε αυτά τα περιοδικά;
Κι εδώ βρίσκεται η ρίζα του κακού – που όμως είναι θέμα για άλλο κείμενο. Ο κόσμος αλλάζει, τα μέσα αλλάζουν και η ποίηση πρέπει να μάθει να χρησιμοποιεί την σύγχρονη τεχνολογία προς όφελός της. Για κάποιον άγνωστο λόγο οι ποιητές και οι αναγνώστες, που χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να ασχοληθούν με την ποίηση, θεωρούνται κατώτερου είδους αναγνώστες, λες και ο έντυπος Μαγιακόφσκι αξίζει περισσότερο από ένα αφιέρωμα σε κάποιο μπλογκ. Δεν μπορούμε πλέον να σνομπάρουμε ως λογοτέχνες και ως κριτικοί την σύγχρονη τεχνολογία, στο όνομα οποιασδήποτε καθαρότητας της Τέχνης. Αυτό που ο Αραβανής περιγράφει ως «Η σκαναρισμένη, λοιπόν, και βεβιασμένη αυτοπροβολή, τώρα που στο facebook η «ασθένεια» της εικόνας χτύπησε και την ποίηση, είναι το λιγότερο μια ακόμα αυτιστική πράξη μέσα στα πλαίσια της περίφημης «κοινωνικής δικτύωσης» δεν είναι ασθένεια. Είναι ένας νέος κόσμος, τον οποίο μπορεί η ποίηση να αξιοποιήσει, κάνοντάς τον καλύτερο, ή να τον αγνοήσει επιδεικτικά, μέχρι να γίνει και η ίδια ένα σκονισμένο και άχρηστο κειμήλιο.

Διαβάστε περισσότερα