Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Σίσσυ Δουτσίου, «Προσβολή Δημοσίας Αιδούς», Inner Ear & The Institute For Experimental Arts, 2025

Η Σίσσυ Δουτσίου είναι  spoken word artist, ποιήτρια και ηθοποιός. Οι ηχογραφήσεις, τα βίντεο και οι συνταρακτικές ζωντανές εμφανίσεις της εξερευνούν προσωπικές εμπειρίες, κοινωνικά ζητήματα, τον έρωτα και το πένθος. Ο πρώτος της δίσκος, «Προσβολή Δημοσίας Αιδούς», δημιουργήθηκε με τη συμμετοχή μουσικών από την Ελλάδα, τον Καναδά και τη Ρωσία, συμπεριλαμβανομένων των Orphx, Blakaut, Dimitris Koufoudakis (Fer De Lance), Biomass και Van Fog. Πρόκειται για έναν δίσκο spoken word με ελληνικούς στίχους, που αποτελείται από 8 κομμάτια, συνολικής διάρκειας 40 λεπτών.  Κυκλοφορεί ψηφιακά  από την Inner Ear σε συνεργασία με τον διεθνή οργανισμό The Institute For Experimental Arts.

 

Το άρωμά σου βρομιάρη με ενοχλεί
Δεν θα σου ανοίξω τα πόδια μου
Ακούς πως χτυπάει η καρδιά μου;
Ακούς; Δε σε θέλω
Σταμάτα
Με πονάς
Τα νύχια σου μου γδέρνουν την πλάτη
Μην μου αφήσεις σημάδια
Σε παρακαλώ όχι
Δεν θέλω να μου αρέσει
Δεν θέλω
Σταμάτα να με φιλάς
Μη μου γεμίζεις το στήθος μου
Με το πικρό σου σάλιο
Αιμορραγώ
Δεν αντέχω άλλο
Δίωξε με
Ή μάλλον πνίξε με
Βάλε μου τα χέρια σου στο λαιμό μου
Και πνίξε με!
Δεν μπορώ να αναπνεύσω
Άσε με ήσυχη να πεθάνω
Μη φεύγεις
Που πας;
Μην με αφήνεις μόνη μου
Πονάω
Τρέμω
Φοβάμαι
Σταμάτα με πονάς
Δως μου λίγο νερό να πιώ
Μπορείς να με ντύσεις;
Κρυώνω
Δεν είμαστε μόνοι μας;
Ποιοί είναι όλοι αυτοί;
Κρύψε με
Φύγε
Άσε με μόνη μου

Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Boris Lojkine, «Το Παρίσι του Σουλεϊμάν» (γράφει ο Ελισσαίος Βγενόπουλος)

 

Μεταναστευτικό θρίλερ στους δρόμους της πόλης

 

Στην καρδιά της Ευρώπης, χιλιάδες μετανάστες παλεύουν καθημερινά με την αποξένωση, την αβεβαιότητα και την αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής. Πίσω από κάθε βλέμμα κρύβεται μια ιστορία πόνου και ελπίδας, μια διαδρομή γεμάτη θυσίες, φόβο αλλά και ακατάλυτο ανθρώπινο σθένος.

«Το Παρίσι του Σουλεϊμάν» είναι ένα πορτρέτο της αστικής αορατότητας, μια ταινία που απογυμνώνει τις ρομαντικές αντιλήψεις για την Πόλη του Φωτός για να αποκαλύψει μια πιο άγρια πραγματικότητα, αυτή του αποκλεισμού, της επιβίωσης και της εύθραυστης ελπίδας για αξιοπρέπεια. Ο σκηνοθέτης Μπορίς Λοζκίν (“Hope”, “Camille”) δημιουργεί μια αφήγηση που μοιάζει ταυτόχρονα οικεία και πολιτικά φορτισμένη, εντάσσοντας την ιστορία ενός και μόνο ανθρώπου χωρίς χαρτιά στο ευρύτερο μωσαϊκό μιας αδιάφορης μητρόπολης.

Στο επίκεντρο της ταινίας βρίσκεται ο Σουλεϊμάν, μετανάστης από τη Γουινέα, τον οποίο υποδύεται με πλήρη αυτοέλεγχο ο Αμπού Σανγκαρέ. Δεν είναι ονειροπόλος με την κλασική κινηματογραφική έννοια. Οι φιλοδοξίες του είναι πολύ προσγειωμένες: δεν αναζητά δόξα, πλούτο ή ρομαντισμό, αλλά το νόμιμο δικαίωμα ύπαρξης. Η ζωή του χαρτογραφείται όχι από φιλοδοξίες, αλλά από προθεσμίες και κινδύνους, με κυριότερο την επερχόμενη συνέντευξη για το άσυλο, μια γραφειοκρατική συνάντηση που μπορεί κάλλιστα να καθορίσει το μέλλον του. Από το πρώτο καρέ, μας υπενθυμίζεται ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο που δεν ζει, αλλά υπομένει.

Η ιστορία εκτυλίσσεται σε πραγματικό χρόνο, κατά τη διάρκεια 48 ωρών, δημιουργώντας μια αργή ένταση που θυμίζει τη δομή ενός θρίλερ, αλλά φιλτραρισμένη μέσα από έναν υπερρεαλιστικό φακό. Η κάμερα κολλάει πάνω στον Σουλεϊμάν σαν δεύτερη σκιά, ακολουθώντας τον μέσα από στενά σοκάκια, πάνω σε βροχερά πεζοδρόμια και στις σκοτεινές γωνίες εστιατορίων και πολυκατοικιών όπου παραδίδει γεύματα σε ανθρώπους που σπάνια τον αναγνωρίζουν. Ο επείγων χαρακτήρας είναι αισθητός, αλλά ποτέ μελοδραματικός, το διακύβευμα είναι υψηλό, αλλά είναι προσωπικό, όχι καθοδηγούμενο από την πλοκή.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

«Ο μελοποιημένος Μανόλης Αναγνωστάκης- Όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα», εκδ. Μετρονόμος, 2025

Με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Μανόλη Αναγνωστάκη οι εκδόσεις Μετρονόμος κυκλοφορούν έναν συλλογικό τόμο αφιερωμένο στο μελοποιημένο έργο του μείζονος ποιητή της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, σε επιμέλεια των Σπύρου Αραβανή, Ηρακλή Οικονόμου και Θανάση Συλιβού.

 

Δημήτρης Παπαδημητρίου, «Ο ποιητής του αήττητου προσωπικού ονείρου»

Η πρώτη μου επαφή με την ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη ήταν καταλυτική. Παιδί ακόμα ξεφύλλιζα την μονότομη ανθολογία του πάτερα (Ηρακλή) Αποστολίδη κι εκεί έπεσα στο «Σκάκι». Ένα ποίημα που με αποσβόλωσε. Καταρχήν η «εικόνα» του! Που με πήγαινε σε κάτι αντισυμβατικό, μοντέρνο. Όχι τραγούδι σαν να λέμε. Δεύτερο ο διαρκής και συνεπής συμβολισμός. Και τρίτο κατέγραφε κάτι που αισθανόμουν πως στον τόσο ιδιότυπο και ερμητικό κόσμο του σκακιού η συμβολική αυτή ιδέα ζούσε πάντα μέσα του, την είχα κι εγώ σχεδόν φευγαλέα συλλάβει και πριν ακόμη γίνει συγκεκριμένη, πριν ξεγλιστρήσει πάλι πίσω στο σκοτεινό βυθό της κινεζικής άγνωστης θάλασσας.

Τον είχα ακουστά τον Αναγνωστάκη από τους δυο φιλότεχνους και εμβριθείς γονείς μου. Μεγάλος βαθύς και ειλικρινής. Ρεαλιστής και ονειρικός ταυτόχρονα. Πως αλλιώς; Η γενιά της ήττας. Της Ήττας; Ποιας Ήττας; Σκεφτόμουν εγώ ο δούλος της τέχνης. Στην πέννα του η ήττα γινότανε πάλι μια Νίκη και Δόξα και Θρίαμβος σε μιαν πολύ ανώτερη σφαίρα. Ο ποιητής της ανυπότακτης ποίησης. Του αήττητου προσωπικού ονείρου.

Στοχασμός με αλήθεια. Μεγέθη αληθινά, πιστευτά και βιωμένα. Βάθος του νου, τιμιότητα και ήθος, όπως ταίριαζε στον ιδανικό, ιδεατό αριστερό μιας εποχής αλλιώτικης.

Έγραψα το «Σκάκι» κι ευτυχώς δεν άκουσα δυο τρεις εξωκαλλιτεχνικούς φίλους που με απέτρεψαν να το βάλω στη τηλεοπτική σειρά, ως «κουλτουριάρικο». Ήθελα να μπει και στους τίτλους. Κι οι τέσσερις βασικοί συντελεστές στο μοντάζ ήμασταν 50-50 με το «Χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια». Ήθελα το ποίημα αυτό να χαράξει τη σκέψη, την καρδιά και το ήθος όλων των νέων ακροατών. Να γίνει ο όρκος μιας νέας γενιάς καλών πολιτών, με κόκκινες γραμμές στον μοιραίο και συντόμως επικείμενο συμβιβασμό Να φρουρεί το δικαίωμα στο όνειρο. […]

Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Φίλιππος Περιστέρης, «Επύλλια 4», εκδ. CD Baby, 2025

Μελοποιημένα και ερμηνευμένα ποιήματα: Κωνσταντίνος Καβάφης, Κώστας Καρυωτάκης, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Κωστής Παλαμάς, ΜαρίαΠολυδούρη, Ευστράτιος Θεοδοσίου, Κώστας Λάζαρης, Ηρακλής Παπαδόπουλος, Ηλίας Παπακωνσταντίνου, Γιάννης Παπουτσάκης, Γιώργος Ρούσκας, Πασχάλης Τσέρνας, Γρηγόρης Χαλιακόπουλος

Μουσική – Ενορχήστρωση: Φίλιππος Περιστέρης

 

 

Πρόκειται για τον τέταρτο και τελευταίο κύκλο της σειράς.   Ο όρος “Επύλλια” συναντάται ως εναλλακτική ονομασία του είδους των “παραλογών” ή εκείνο της “μπαλάντας”, των δημοτικών τραγουδιών δηλαδή τα οποία παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη αρτιότητα. Σύμφωνα επίσης με την “Ιστορία της Νεοελληνικής λογοτεχνίας” του Λίνου Πολίτη, τα τραγούδια χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: τα “κυρίως άσματα” και τα “διηγηματικά” ή “επύλλια”. Σ’ αυτά τα δεύτερα κατατάσσονται όλα τα τραγούδια στα οποία συναντά κανείς ποιητική ωριμότητα, λογοτεχνική αρτιότητα και ενδιαφέρον. Τα «Επύλλια 4» ολοκληρώνουν ένα κύκλο 61 συνολικά κομματιών. Περιέχουν εννέα μελοποιημένα και τέσσερα απαγγελμένα ποιήματα. Η θεματική του ενότητα είναι η σχέση της ποίησης και της ανθρώπινης ενέργειας κατά τη διάρκεια της νύχτας. Ο κύκλος ολοκληρώνεται με το ποίημα «Ανατολή» ως αναμονή, κατακλείδα και ελπίδα.

Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

«Στα Ερείπια Του Ήχου: Οι Einstürzende Neubauten Και Το Δαιμονικό Βερολίνο» (Γράφει ο Γιώργος Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης)

 

Ο Blixa Bargeld, αποφασισμένος να παίξει με την ίδια την ύλη του Βερολίνου —ενός τοπίου βαθιά χαραγμένου στη μνήμη της παιδικής του ηλικίας— επιστρέφει σε μια χαλύβδινη κοιλότητα κάτω από την υπερυψωμένη γέφυρα στο Friednau-Schöneberg, εκεί όπου κάποτε έπαιζε με τον συμμαθητή του Andrew Unruh (Maeck,1996). Η πρόθεση είναι τολμηρή: να μετατρέψουν τα μεταλλικά τοιχώματα του στενού αυτού χώρου σε μουσικό όργανο. Με μια κιθάρα, λίγα μεταλλικά κρουστά και φορητό εξοπλισμό με μπαταρίες, οι δύο φίλοι εισέρχονται σ’ έναν ηχητικό υπόκοσμο. Το φως προέρχεται από φακούς· τα κεριά, σχεδόν τελετουργικά, υποδεικνύουν την ποσότητα του διαθέσιμου οξυγόνου· ο ήχος ενισχύεται από ένα τρανζιστοράκι Telefunken· και ένα απλό κασετόφωνο καταγράφει την εμπειρία (Zitzlsperger, 2000).

Το αποτέλεσμα: σαράντα λεπτά ωμής και ριζοσπαστικής ηχητικής εξερεύνησης. Ο ήχος είναι σιγανός, υπόκωφος, αλλόκοτα εξωπραγματικός· τα χτυπήματα στους μεταλλικούς τοίχους δημιουργούν δονήσεις, ένα ψηλό μεταλλικό τρίξιμο επιμένει σαν ξόρκι, ενώ η βοή της διερχόμενης κυκλοφορίας διαποτίζει τον χώρο σαν ανάσα από έναν άλλο κόσμο (Einstürzende Neubauten, 1980). Αν οι διαμαρτυρίες των πολιτικοποιημένων του ’68 και οι πιο ριζοσπαστικές ενέργειες της δεκαετίας του ’70 απέτυχαν να επιφέρουν κοινωνική ανατροπή, τότε η νεότερη γενιά των Nachgeborenen —των «γεννημένων μετά»— αναζήτησε απαντήσεις στη γραφή των ερειπίων. Ο Μπένγιαμιν, ο Αρτώ και ο Σιοράν υπήρξαν για τους Neubauten πνευματικοί οδηγοί.

Ο Chris Bohn το συνοψίζει με μια εικόνα-προφητεία: «Σαν τυφλωμένοι Σαμψών, λυσσομανούν ενάντια στους στύλους μιας κοινωνίας που ψεύδεται για τον εαυτό της και φιμώνει κάθε έκφραση. Είναι έτοιμοι να τη διαλύσουν και να πεθάνουν στα ερείπιά της »( Maeck, 1996, σελ. 118). Το είδος αυτό «αστικού ανταρτοπόλεμου» αποτυπώνεται καθαρά στο εξώφυλλο του πρώτου τους άλμπουμ, Kollaps (1981), όπου ο Bargeld στέκεται μαυροφορεμένος ανάμεσα στους Einheit και Unruh, μπροστά από τους πύργους του Ολυμπιακού Σταδίου —σύμβολα με ναζιστική ιστορική φόρτιση— σαν αντάρτες σε τελετουργική στάση, με τα μεταλλικά τους όργανα εκτεθειμένα σαν πολεμικά λάφυρα ή μηχανισμοί ανατροπής(Einstürzende Neubauten, 1981).

Η λέξη Architektur διατρέχει ολόκληρο το έργο τους σαν θεματική εμμονή. Από το Anarchitektur της σειράς Musterhaus έως τις τέσσερις συλλογές Strategien gegen Architekturen, η αρχιτεκτονική δεν είναι για τους Neubauten απλώς μορφή· είναι εξουσία(Shryane, 2011). Η φράση «Architektur ist Geiselnahme» («η αρχιτεκτονική είναι ομηρία») συνοψίζει τη θέση τους: το δομημένο περιβάλλον είναι εργαλείο ελέγχου, καταστολής και μνήμης(Einstürzende Neubauten, 1982). Η αντι-αρχιτεκτονική ως φιλοσοφία εκφράζεται τόσο στη μορφή όσο και στο περιεχόμενο. Η μουσική τους επιδιώκει την κατάρριψη των δομών: παρεμβάλλει «το λάθος» (Fehler) ως ηχητικό παράσιτο, τη σιωπή ως απόπειρα αποσταθεροποίησης της ακουστικής ροής. Η αρχιτεκτονική γίνεται performance, η σκηνή μετατρέπεται σε βιομηχανική παιδική χαρά· οι χώροι είναι ασυνήθιστοι, τα όργανα είναι objets trouvés, οι ήχοι είναι ανάσες από ερείπια:

Διαβάστε περισσότερα