Ο Blixa Bargeld, αποφασισμένος να παίξει με την ίδια την ύλη του Βερολίνου —ενός τοπίου βαθιά χαραγμένου στη μνήμη της παιδικής του ηλικίας— επιστρέφει σε μια χαλύβδινη κοιλότητα κάτω από την υπερυψωμένη γέφυρα στο Friednau-Schöneberg, εκεί όπου κάποτε έπαιζε με τον συμμαθητή του Andrew Unruh (Maeck,1996). Η πρόθεση είναι τολμηρή: να μετατρέψουν τα μεταλλικά τοιχώματα του στενού αυτού χώρου σε μουσικό όργανο. Με μια κιθάρα, λίγα μεταλλικά κρουστά και φορητό εξοπλισμό με μπαταρίες, οι δύο φίλοι εισέρχονται σ’ έναν ηχητικό υπόκοσμο. Το φως προέρχεται από φακούς· τα κεριά, σχεδόν τελετουργικά, υποδεικνύουν την ποσότητα του διαθέσιμου οξυγόνου· ο ήχος ενισχύεται από ένα τρανζιστοράκι Telefunken· και ένα απλό κασετόφωνο καταγράφει την εμπειρία (Zitzlsperger, 2000).

Το αποτέλεσμα: σαράντα λεπτά ωμής και ριζοσπαστικής ηχητικής εξερεύνησης. Ο ήχος είναι σιγανός, υπόκωφος, αλλόκοτα εξωπραγματικός· τα χτυπήματα στους μεταλλικούς τοίχους δημιουργούν δονήσεις, ένα ψηλό μεταλλικό τρίξιμο επιμένει σαν ξόρκι, ενώ η βοή της διερχόμενης κυκλοφορίας διαποτίζει τον χώρο σαν ανάσα από έναν άλλο κόσμο (Einstürzende Neubauten, 1980). Αν οι διαμαρτυρίες των πολιτικοποιημένων του ’68 και οι πιο ριζοσπαστικές ενέργειες της δεκαετίας του ’70 απέτυχαν να επιφέρουν κοινωνική ανατροπή, τότε η νεότερη γενιά των Nachgeborenen —των «γεννημένων μετά»— αναζήτησε απαντήσεις στη γραφή των ερειπίων. Ο Μπένγιαμιν, ο Αρτώ και ο Σιοράν υπήρξαν για τους Neubauten πνευματικοί οδηγοί.

Ο Chris Bohn το συνοψίζει με μια εικόνα-προφητεία: «Σαν τυφλωμένοι Σαμψών, λυσσομανούν ενάντια στους στύλους μιας κοινωνίας που ψεύδεται για τον εαυτό της και φιμώνει κάθε έκφραση. Είναι έτοιμοι να τη διαλύσουν και να πεθάνουν στα ερείπιά της »( Maeck, 1996, σελ. 118). Το είδος αυτό «αστικού ανταρτοπόλεμου» αποτυπώνεται καθαρά στο εξώφυλλο του πρώτου τους άλμπουμ, Kollaps (1981), όπου ο Bargeld στέκεται μαυροφορεμένος ανάμεσα στους Einheit και Unruh, μπροστά από τους πύργους του Ολυμπιακού Σταδίου —σύμβολα με ναζιστική ιστορική φόρτιση— σαν αντάρτες σε τελετουργική στάση, με τα μεταλλικά τους όργανα εκτεθειμένα σαν πολεμικά λάφυρα ή μηχανισμοί ανατροπής(Einstürzende Neubauten, 1981).

Η λέξη Architektur διατρέχει ολόκληρο το έργο τους σαν θεματική εμμονή. Από το Anarchitektur της σειράς Musterhaus έως τις τέσσερις συλλογές Strategien gegen Architekturen, η αρχιτεκτονική δεν είναι για τους Neubauten απλώς μορφή· είναι εξουσία(Shryane, 2011). Η φράση «Architektur ist Geiselnahme» («η αρχιτεκτονική είναι ομηρία») συνοψίζει τη θέση τους: το δομημένο περιβάλλον είναι εργαλείο ελέγχου, καταστολής και μνήμης(Einstürzende Neubauten, 1982). Η αντι-αρχιτεκτονική ως φιλοσοφία εκφράζεται τόσο στη μορφή όσο και στο περιεχόμενο. Η μουσική τους επιδιώκει την κατάρριψη των δομών: παρεμβάλλει «το λάθος» (Fehler) ως ηχητικό παράσιτο, τη σιωπή ως απόπειρα αποσταθεροποίησης της ακουστικής ροής. Η αρχιτεκτονική γίνεται performance, η σκηνή μετατρέπεται σε βιομηχανική παιδική χαρά· οι χώροι είναι ασυνήθιστοι, τα όργανα είναι objets trouvés, οι ήχοι είναι ανάσες από ερείπια:

 

 

 

 

«Die Befindlichkeit des Lands

 

[…] mit ausgebreiteten Schwingen

ohne Schlaf und starren Blicks

in Richtung Trümmer

hinter ihr die Zukunft aufgetürmt

steigt sie langsam immer höher

übersieht letztendlich das ganze Land.

[Η Διάθεση της Χώρας

… με διάπλατα φτερά χωρίς ύπνο και παγωμένο βλέμμα βλέποντας ερείπια από πίσω της σωρεύεται το μέλλον σιγά σιγά πετά ψηλότερα κι εν τέλει βλέπει όλοκληρη τη χώρα]»( Einstürzende Neubauten, 2000).

 

Η μουσική των Neubauten διαθέτει, ωστόσο, δική της αρχιτεκτονική λογική: στρωματώσεις, μοντάζ, μπλοκ ήχου, υλικότητα. Οι στίχοι τους βρίθουν από εικόνες κυτταρικές, πολιτικές, κοσμικές — από τα κύτταρα του σώματος μας έως τα τοιχώματα του κράτους. Ακόμη και η τυπογραφική τους απόδοση λειτουργεί αρχιτεκτονικά, σαν χάρτης μιας φωνής που γράφεται στον χώρο, μια ιδέα που πηγάζει από την εξαθλίωση στον χώρο του Βερολίνου:

« Dead Friends (Around the Corner)

Die meisten sind immer noch hungrig

Dabei gibt es nicht einmal mehr Zigaretten

So halten sie sich fest an den Ideen».

[Αγαπητοί Φίλοι(Στη Γωνία)

Οι περισσότεροι είναι ακόμη πεινασμένοι και δεν έχουν ακόμη τσιγάρα γι’ αυτό κρέμωνται σφιχτά σ’ Ιδέες]( (Einstürzende Neubauten, 2004).

Χωρίς το Βερολίνο, δεν θα υπήρχε αυτό το έργο. Όχι γιατί η πόλη είναι απλώς το σκηνικό τους, αλλά γιατί είναι ο ιστός που διατρέχει τη φαντασία και τη μνήμη τους. Ένα σώμα με ουλές, το οποίο δεν επιδιώκουν να θεραπεύσουν, αλλά να διατηρήσουν ανοιχτό, για να ακουστεί καλύτερα ο ήχος της πληγής. Σ’ έναν κόσμο όπου η ανοικοδόμηση ισοδυναμεί με απόκρυψη και το μνημείο με καταστολή, οι Einstürzende Neubauten επιμένουν να παίζουν με τα ερείπια. Όχι για να ξαναχτίσουν, αλλά για να φέρουν ξανά τον λανθάνοντα φασισμό του Βερολίνου– ο οποίος ακόμα υπάρχει ακμαίος.

 

*************************************

Αναφορές:

Einstürzende Neubauten ([1980] 1998). Stahlmusik, re-mastered Ruckzuck

records.

––––(1981).Kollaps, ZickZack.

–––– (1982). Architektur ist Geiselnahme, re-mastered Potomak, Tape Production.

––––(2000). Die Befindlichkeit des Landes [Lyrics]. Στο Silence is Sexy. Mute Records. https://genius.com/Einsturzende-neubauten-die-befindlichkeit-des-landes-lyrics

––––((2004). Dead Friends (Around the Corner) [Lyrics]. Genius. https://genius.com/Einsturzende-neubauten-dead-friends-around-the-corner-lyrics

Maeck, K. (1996). Hör mit Schmerzen, Berlin: Die Gestalten Verlag. Shryane, J. (2011). «Playing the city: Das Dämonische Berlin and Einstürzende

Neubauten» στο Journal of European Popular Culture 2: 2, σσ. 171–193,

doi: 10.1386/jepc.2.2.171_1

Zitzlsperger, Ulr. (2002).«Filling the blanks: Berlin as a public showcase» στο in S. Taberner and F. Finlay (επιμ.), Recasting German Identity, New York: Camden House. σσ. 37–50