Δημήτρης Μητροπάνος (1948-2012), «Δεν είμαι εγώ για προκοπή»
18Απρ
ΑΚΟΥΣΤΕ ΕΔΩ: Αγάπη Δίκοπη
Σωτήρης Παστάκας, «Η φιλόμουσος νεαρά»
” σου το ʼχα πει,
σου το ʼχα πει,
δεν είμαι εγώ
για προκοπή “
Επίλογος μιας ερωτικής τραγωδίας στα Μανιάτικα του Πειραιά, όπου ο σύζυγος σκότωσε χθες τη νεαρή γυναίκα του και αμέσως μετά τίναξε τα μυαλά του στον αέρα. Δύο μικρά παιδιά ορφανά, θα παρακολουθήσουν σήμερα την κηδεία των γονιών τους και θα αντιμετωπίσουν τη μοίρα τους κοντά σε συγγενείς. Μια νοσηρή ζηλοτυπία όπλισε το χέρι του Παν. Παπαδάκου 35 χρόνων, ο οποίος στις 9.10 το πρωί περίμενε τη γυναίκα του στη γωνία των οδών Κουμουνδούρου και Αρτεμισίου. Όταν η Κούλα Παπαδάκου-Αρβανίτη 27 χρόνων φάνηκε στη στροφή πηγαίνοντας στη στάση των λεωφορείων την πλησίασε ο Παναγιώτης απειλητικά. ” Και τώρα το τέλος. ΚΑΙ ΜΑΖΙ ΚΑΙ ΜΟΝΟΣ”, της είπε με ψυχρή φωνή. Τα λόγια του συνόδεψε με δύο σφαίρες διαμετρήματος 9 μιλιμέτρ.
“Τις δύο σφαίρες”, διαβάζουμε εμείς “διαμετρήματος 9 μιλιμέτρ, τις συνόδευσε με τα λόγια ΚΑΙ ΜΑΖΙ ΚΑΙ ΜΟΝΟΣ”. Ας μας συγχωρήσει ο ανώνυμος αστυνομικός συντάκτης της “Ελευθεροτυπίας” (23/7/94), την αντιστροφή των δύο τελευταίων προτάσεων της λιτής και άψογης περιγραφής του. Η σύγχρονη ελληνική τραγωδία που κατονομάζει στην πρώτη αράδα του κειμένου του χωρίς να την υποψιάζεται,, βρίσκεται κατά τη γνώμη μας, στις τέσσερις λέξεις απ’ το ρεφρέν γνωστού λαϊκού τραγουδιού. Όταν κάποιος επιλέγει ως κορύφωση του προσωπικού του δράματος έναν παρόμοιο τρόπο, δεν ευθύνεται το λαϊκό τραγούδι. Δίνει όνομα στα συναισθήματα, λεκτικοποιεί τις συγκινήσεις, προσφέρει λόγο και λαλιά στους αναλφάβητους, δηλαδή σε όλους μας. Αναλφάβητοι των αισθημάτων καθώς είμαστε όλοι μας, στην πηγή του προστρέχουμε, ξεδιψάμε και ξαναγεννιόμαστε. Ποίος από εμάς δεν έχει λουσθεί σε αυτή τη σύγχρονη Δελφική Κασταλία πηγή;
Ζηλεύω, λοιπόν, τους άγνωστους συντελεστές του λαϊκού άσματος, την πάμφωτη ανωνυμία τους, την άκρατη ηγεμονία τους στις καθημερινές διαθέσεις των συμπολιτών μου.
Ζαλίζομαι κάθε φορά που συλλογίζομαι, τα συγγραφικά δικαιώματα που τους αναλογούν, από τα ημερήσια πάθη μας. Το κοπυράιτ του έρωτα, του χωρισμού, και της αγάπης γενικώς , εκείνοι διακινούν, εκείνοι το κατέχουν. Ως ποιητής λοιπόν, καταθέτω στέφανο τιμής στον επώνυμο στιχουργό, πού θα κατακτήσει ανώνυμος τη δόξα.
Τη δόξα τη φαντάστηκα ως “διθέσιο αεροπλάνο που σέρνει πίσω του μια διαφημιστική κορδέλα, ανήμερα του μεγάλου καύσωνα, κι ως καταναλώσιμο αγαθό έναν και μόνον στίχο μου να τον διαφημίζει”. Η αιγαιοπελαγίτικη αισθητική του Κώστα Μαυρουδή, αρκούσε κάποτε σε όλους εμάς τους Έλληνες που ορεγόμασταν τους κεντροευρωπαίους. Πρόβαλε όμως ο Γκανάς, εξ Ηπείρου ορμώμενος, ως εφιάλτης, να διατρανωθεί ως ποιητής μέσα από τα προσωπικά του λάθη, εκλαμβάνοντας (μέσα στο όνειρο του Τήνιου) ως μονοκινητήριο ένα ΤSEROKI 960.














