Συνέντευξη στον Σπύρο Αραβανή

 

Αναδημοσιεύουμε σήμερα τη συνέντευξη που έδωσαν στη «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας οι δύο ποιητές και μεταφραστές του βιβλίου «Ανθολογία Ιταλικής Ποίησης, Ταξίδι στην όμορφη χώρα», εκδ. Οδός Πανός 2011

 

ΣΠΥΡΟΣ ΑΡΑΒΑΝΗΣ: Κατ’ αρχάς πώς ερμηνεύετε το γεγονός ότι καθυστέρησε τόσο στην Ελλάδα μια τέτοιου εύρους Ανθολογία ιταλικής ποίησης;

ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΑΣΤΑΚΑΣ: Είναι όντως περίεργο. Θα πρέπει όμως να καταλάβουμε ότι οι επιρροές στη λογοτεχνία είναι πολλές φορές πολιτικές. Η Ελλάδα από την ίδρυσή της εξαρτάται από την Αγγλία, τη Γαλλία, τη Γερμανία. Επίσης η γενιά του ’30 έτυχε να είναι όλοι γαλλοτραφείς και αγγλομαθείς. Οπότε η ιταλική λογοτεχνία δεν πέρασε στον καιρό της. Οι αναφορές ήταν στην αγγλική και γαλλική ποίηση κυρίως λόγω και του μεγάλου αντίκτυπου που είχαν ως ποιητικά ρεύματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

 

Σ. Α.: Πώς προέκυψε η σχέση σας με την ιταλική ποίηση και τη μετάφραση;

ΓΙΑΝΝΗΣ Η. ΠΑΠΠΑΣ: Προέκυψε πριν από τριάντα περίπου χρόνια όταν ήρθα σε επαφή με αυτή την σπουδαία και όμορφη γλώσσα. Από τότε μετέφραζα συνεχώς χωρίς να δημοσιεύω. Το πρώτο μου μεταφραστικό βιβλίο ήταν τα ποιήματα του Παβέζε το οποίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πρίντα το 2004 όπου περιλαμβάνονται όλα σχεδόν τα ποιήματα του μεγάλου ιταλού συγγραφέα. Η υποδοχή της μετάφρασης ήταν πολύ θετική και αυτό μου έδωσε την δύναμη να συνεχίσω να μεταφράζω πιο συστηματικά. Στη συνέχεια εκδόθηκε από τις εκδόσεις Οδός Πανός, το 2008, μια συλλογή με είκοσι ερωτικά ποιήματα του Εουτζένιο Μοντάλε. Το 2007, τέλος, επιμεληθήκαμε μαζί με τον φίλο Σωτήρη Παστάκα το αφιέρωμα του περιοδικού Πλανόδιον στη σύγχρονη ιταλική ποίηση.

Σ. Π.: Εγώ μπήκα στη λογοτεχνία δια της μεταφράσεως. Το δρόμο μου τον είχε δείξει ο μακαρίτης Φίλιππος Βλάχος που είχε τις εκδόσεις Κείμενα. Του είχα δώσει το 1975 μια ποιητική σύνθεση την οποία απέρριψε ευγενικότατα, όμως με προέτρεψε να ασχοληθώ με τη μετάφραση καθώς σπούδαζα τότε ιατρική στη Ρώμη. Μου είχε πει χαρακτηριστικά ότι ένας ωραίος τρόπος να «σπάσεις» τα δάκτυλά σου είναι η μετάφραση και αφού η Ιταλία έχει τόσους ωραίους ποιητές, να ασχοληθείς με αυτούς. Έτσι γύρω στο 1978 ξεκίνησα να μεταφράζω τον Βιτόριο Σερένι, και τον Σάντρο Πέννα με τη βοήθεια του Κώστα Μαυρουδή και κυκλοφόρησαν από τα «Μικρά Τετράδια» του Δέντρου, το 1981, και συνέχισα με τον Ουμπέρτο Σάμπα που κυκλοφόρησε με το τεύχος 7 του περιοδικού Πλανόδιον.

 

Σ. Α.: Πώς χαρακτηρίζετε την ιταλική ποίηση;

Σ. Π.: Είναι μια ποίηση που βάζει ηθικά διλήμματα. Είναι υπαρξιακή, πολύ κοντά στον άνθρωπο. Έχει μια φιλοσοφική αναζήτηση και ταυτόχρονα δείχνει ενδιαφέρον για την κοινωνία. Οι Ιταλοί ποιητές στα ποιήματά τους μιλάνε μπροστά σε ένα νοητό ακροατήριο. Είναι όμως και ενεργητικοί ως πολίτες. Ο Μοντάλε, όταν πέθανε, δεν ήξερε κανένας εκεί που έμενε ότι είναι ποιητής. Στο κουδούνι του έγραφε «δημοσιογράφος». Τον ανακάλυψαν την μέρα που πέθανε, όταν έγινε λαϊκό προσκύνημα. Είχα πάει και εγώ να τον χαιρετήσω. Γενικότερα οι Ιταλοί ποιητές είναι μικροαστοί και αστοί με μεγάλη καλλιέργεια, επηρεασμένοι βεβαίως από την κουλτούρα της Ιταλίας, αφού όπως λέει χαρακτηριστικά και ένας φίλος, όποιο παράθυρο και αν ανοίξεις θα δεις ένα καμπαναριό του 14ου αιώνα. Από τους Έλληνες ποιητές, τη μεγαλύτερη επίδραση στους Ιταλούς έχει ο Καβάφης.

Γ. Η.Π.: Η ιταλική ποίηση χρωστάει πολλά στους κλασικούς και κυρίως στον Δάντη που είναι ο γενάρχης της. Η Ιταλία είναι μια χώρα όπου δεν έπαψε ποτέ να γράφεται υψηλή ποίηση και λογοτεχνία. Δεν είναι τυχαία και τα πέντε Νόμπελ που έχει πάρει. Όμως σήμερα και κει μιλάνε πολλοί για την αδιαφορία των ποιητών για τα κοινωνικά και πολιτικά δρώμενα όταν πριν από τρεις –τέσσερις δεκαετίες υπήρχαν λογοτέχνες οι οποίοι ήταν στην πρωτοπορία της κοινωνικής και πολιτικής κριτικής. Άλλαξαν οι συνθήκες άλλαξαν και οι ποιητές. Ο ατομικισμός και η μη συμμετοχή στα πολιτικά και κοινωνικά τεκταινόμενα είναι πλέον κυρίαρχη στάση των σύγχρονων ποιητών και στην Ιταλία όπως και στην Ελλάδα.

 

Σ. Α. : Συναντήσατε μεταφραστικές δυσκολίες;

Γ. Η. Π.: Οι μεγαλύτερες δυσκολίες που συνάντησα ήταν στην μετάφραση του Παβέζε και του Μοντάλε. Του Παβέζε γιατί ο ποιητής αυτός χρησιμοποιεί εκφράσεις του Πιεμόντε και όρους της διαλέκτου και του Μοντάλε γιατί η ποίησή του σε ορισμένα σημεία είναι αρκετά σκοτεινή και δυσανάγνωστη. Έπρεπε, λοιπόν, να διαβάσω αρκετές μελέτες γι αυτούς τους δύο ποιητές για να μπορέσω να αποδώσω καλύτερα την ποίηση τους.

Σ. Π: Η ιταλική γλώσσα, οφείλουμε να πούμε, είναι πολύ μελωδική και οι ποιητές χρησιμοποιούν πολύ την παρήχηση. Αυτή η μουσικότητα στη μετάφραση νομίζω πως πολλές φορές χάνεται. Επίσης υπάρχουν διαφορές στις διαλέκτους, όπως είπε και ο Γιάννης. Όσο ανεβαίνεις προς τον ιταλικό βορρά το ιδίωμα γίνεται πιο αγγλοσαξωνικό. Η ποίηση γίνεται πιο στεγνή. Και αυτό έπρεπε να αποδοθεί στη μετάφραση. Παρακαλούμε τους αναγνώστες να δουν την συγκεκριμένη ανθολογία ως μια δουλειά σε εξέλιξη. Δεν εξαντλείται η ιταλική ποίηση με αυτό το βιβλίο είναι όμως μια καλή αρχή.

 

Σ. Α.: Πόσο επηρεάζει το μεταφραστικό σας έργο η ποιητική σας ιδιότητα;

Σ. Π.: Προσωπικά πιστεύω ότι η ποίηση μπορεί να μεταφραστεί μόνο από ποιητές. Στην αρχή όταν ξεκίνησα να μεταφράζω, επειδή δεν είχα ποιητική προσωπικότητα, σεβάστηκα πάρα πολύ το πρωτότυπο και ήμουν πολύ αυστηρός στο να μην αυτοσχεδιάσω. Με τον καιρό απελευθερώθηκα περισσότερο. Πάντως η αρχική μου εμπειρία με βοήθησε να μη μεταφράσω όπως ο Ελύτης, ο οποίος όντας ποιητής, όσους μετέφρασε τους έκανε «Ελύτηδες». Γενικά ο μεταφραστής ποιητής πρέπει να διακρίνεται από γενναιοδωρία, να μην είναι εγωιστής.

Γ.Η.Π.: Πιστεύω ότι η μια δουλειά τροφοδοτεί την άλλη. Και οι δύο όμως διαδικασίες έχουν το στοιχείο της δημιουργίας. Νομίζω ότι είτε μεταφράζεις ένα ξένο ποίημα είτε γράφεις εσύ ένα καινούργιο ποίημα οι εσωτερικές διεργασίες έχουν πολλά κοινά στοιχεία. Η μετάφραση με βοηθάει να γράφω καλύτερα στην γλώσσα μου και η γλώσσα μου με βοηθάει να μεταφράζω καλύτερα. Αγαπώ πολύ και τις δύο διαδικασίες γιατί και στις δύο η κύρια δουλειά του ποιητή είναι να πλάθει και να μεταπλάθει τις λέξεις που είναι και η πεμπτουσία της ποίησης.

Σ. Α.: Διακρίνετε κάποια σχέση μεταξύ της σύγχρονης ιταλικής και ελληνικής ποίησης;

Σ. Π.: Στην Ιταλία όπως και στην Ελλάδα την ίδια περίοδο άνθισε η λεγόμενη «γενιά του ‘70». Στην Ιταλία μάλιστα συνδέεται με τα πέτρινα χρόνια της, της τρομοκρατίας, των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Και οι δυο γενιές γεννήθηκαν από ένα αίσθημα απελευθέρωσης από προηγούμενες φόρμες και αδιέξοδα (στην Ιταλία, το «γκρουπ 63» όπως λεγόταν η πρωτοπορία της Ιταλίας, με τον άκρατο πειραματισμό του είχε οδηγήσει την ποίηση σε μια έκφραση χωρίς νόημα»). Το ίδιο συνέβει και στην Ελλάδα, λόγω της προηγούμενης γενιάς της Ήττας. Με τη γενιά του ‘70 ξαναμπήκε στην ποίηση το παιχνίδι, η ελευθερία, ο έρωτας. Σε στιγμές πάντως απολογισμού μάλλον θα πρέπει να πούμε ότι οι γενιές αυτές δεν έδωσαν μεγάλο έργο. Στην Ιταλία ξεχώρισε ο Milo de Angelis, ωρίμασε μέσα στην ποίησή του. Οι υπόλοιποι Ιταλοί όπως και οι Έλληνες παρέμειναν παιδιά. Στην Ελλάδα από αυτή τη γενιά μόνο ο Μιχάλης Γκανάς υπήρξε πατρική φιγούρα, κατάφερε, δηλαδή, να ωριμάσει με το έργο του. Οι υπόλοιποι ενώ γράφουν πολύ καλή ποίηση, παρέμειναν παιδιά, σαν να φοράνε κοντά παντελονάκια, όπως ξεκίνησαν.

 

Σ. Α.: Έχετε γνώση της τρέχουσας ποιητικής κατάστασης στην Ιταλία;

Γ.Η.Π.: Πιστεύω ότι είναι περίπου η ίδια όπως και στην Ελλάδα. Την μερίδα του λέοντος την έχει η πεζογραφία. Η ποίηση ακολουθεί και δεν φαίνεται να ενδιαφέρει πολύ κόσμο. Οι ποιητές δεν έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο στα λογοτεχνικά πράγματα αλλά είναι σίγουρα κάπως καλύτερα απ’ ότι είναι στην Ελλάδα.

Σ. Α. Θα ’θελα να κλείσουμε με τον αγαπημένος σας στίχο από την Ανθολογία.

Γ. Η. Π.: Είναι ένας στίχος από το ποίημα «Θα ’ρθει ο θάνατος και θα ’χει τα μάτια σου» του Τσέζαρε Παβέζε : «Θα κατέβουμε στην άβυσσο σιωπηλοί».

Σ. Π.: «Να ζω θα ήθελα αποκοιμισμένος μες στο γλυκό θόρυβο της ζωής», του Σάντρο Πέννα, επειδή μεταδίδει τη γλυκιά ραστώνη της Ρώμης, το “dolce far niente”, τη γλυκύτητα του να μην κάνεις τίποτα.