Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Νέοι Ποιητές

Νέοι Ποιητές

Νέοι Ποιητές

Μάνος Ματζόρες,”Τραγουδάκια της φωτιάς”

West End

Στην Ελευθερίας, όταν παίρναμε το 818
σαν πήγαινα ένα φιλί κλεφτά να σου χαρίσω
άλλοτε οι φωνές επιβατών στον οδηγό
ή ένα αγκομαχητό του αστικού θα σε τραβούσε πίσω.
*
Ξέχασες ένα γεια να πεις όταν κατέβηκες
σε κάποια στάση του λεωφορείου
και μ’ άφησες ως το τέρμα να λικνίζομαι
μες στην ομίχλη και τη μπόχα του καυσαερίου.

Τα μυστικά της θάλασσας

Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στ’ ακρογιάλια;

Μεσημεράκι Αυγούστου στης Φανερωμένης
την κουπαστή, καθώς ξυνόμουν απ’ τ’ αλάτι
τότε που με λυπήθηκες και μου ‘ξυσες την πλάτη
η αύρα σου η θαλασσινή μια Νηρηίδα σε ‘κανε.

Γύρισα πίσω υπνωτισμένος το κεφάλι μου
γυρεύοντας στα χείλια σου ένα γλυφό φιλί,
μήπως σου δώσω πίσω λίγη από τη ζάλη μου,
σαν μ’ άγγιξε το χέρι σου στ’ αέρα την πνοή.

Διαβάστε περισσότερα
Νέοι Ποιητές

Ειρήνη Παπακυριακού, Δύο ποιήματα

Βήμα στη Ζωή

Όπως παίρνει υπόσταση η ακτή, κι έπειτα διαγράφεται
απʼ τις ρυθμικές κινήσεις της παλίρροιας,
στέκομαι ακίνητη – κι ατενίζω.

Επαίρομαι μʼ αλαζονεία:
«Καμιά παραξενιά του ανέμου
δεν μπορεί να εξαρθρώσει την ύπαρξή μου
διότι έκλεισα τα αυτιά μου στο νοσηρό του ουρλιαχτό».
Όμως, ο Χρόνος, σαδιστής –
ως αληθής συνεργός του εγκλήματος –
εμπαίζει το ευθυτενές μου ανάστημα,
περιμένοντας καρτερικά να καταρρεύσει το σώμα μου
να εξασθενίσει η θέλησή μου.
Παλεύω να Τον βγάλω ψεύτη,
κι αισθάνομαι το Είναι μου να πάλλεται
απʼ τα σφυροκοπήματα μιας υποθετικής ερώτησης
που αφήνω πεισματικά ανολοκλήρωτη:
«Κι αν…»

Να θυμάσαι: «Επίφοβες πορείες
είναι εν τέλει εκείνες, που η αφετηρία τους
στιγματίζεται από τέτοιες απορίες».

Στοχασμοί τόσο δελεαστικοί που παγιδεύουν το θύμα τους
σε ατέρμονους συσχετισμούς στιλπνών δυνατοτήτων.
Άπαξ και θαμπωθείς απʼ τη σαγήνη υποσχέσεων απρόσκοπτων,
πώς να διακρίνεις τον επικίνδυνο βάλτο
που παρατείνει την αναβλητικότητα
και μετατρέπει την αποφασιστική δράση σε χίμαιρα.

«Μα όχι!»
Αυτό το τερατόμορφο ψηφιδωτό ακέφαλων ενδεχομένων
αρνούμαι κατηγορηματικά να το ενστερνιστώ.
Κοιτώντας επίμονα την άνοδο και πτώση της παλίρροιας,
ατρόμητα ανοίγω τʼ αυτιά μου στις ιαχές του Ανέμου –
αφού πια δεν μʼ απειλούν.
Αντιλαμβάνομαι πως παρασύρουν το μυαλό μου σʼ επισφαλείς συλλογισμούς
κι αποφασίζω να διασαλεύσω αυτή την άκαμπτη, μνημειώδη στάση –
τον υποχθόνιο Εκτελεστή της Ύπαρξης μου –
κάνοντας ένα βήμα μπρος στη Ζωή.

(Μετάφραση από τα αγγλικά: Δέσποινα Πυρκεττή)

Διαβάστε περισσότερα
Νέοι Ποιητές

Βασίλης Πανδής, Έξι ποιήματα

Πού κρύβεται ο θάνατος, όταν θυμώνεις;
Και πού, όταν γελάς;

***

Καθαροδευτέρα

άνθος στοχαστικό, μοβόρο,
με ό,τι πέταλο σ’ απόμεινε,
ρημάδεψε λίγο ήλιο

***

Έγχορδος ίλιγγος

και σε ποιανού
τα όνειρα
παρείσαχτοι

τυχαιώνει αντιζηλίες
από το πρωί της Πέμπτης
ο Μπετόβεν

από την τόση αστροβολιά
ρηχαίνει στην αμηχανία
η αγωνία των αιθέρων

ξεφυτρώνοντας ο μέγας
αντίλαλος
από τη δίνη απ’ τη μήνι

αδειάζει ό,τι απόμεινε στο χτες
άσημος κι ωραίος κι ακράτητος
σα μια ψιλή καπνοσυρμή

και οι παλάμες του,
χελιδονοφωλιές,
καρτέρι του θανάτου

λόγια και λόγι’
αγκίστρια
για καινούργιες αυταπάτες

***

Χιλιόμετρα και χιλιόμετρα
περπατώντας την πόλη
κάθε βράδυ

Απόψε
σταύρωσα
με τον Κόντε
ξανά
και πού κουράγιο
να τον χαιρετίσω

***

Γαρίτσα

Ξαστεριές του θεϊκού Βαν Γκογκ,
που κολυμπάτε μες στο μπλε

***

Μονοπλάνο

φευγάτο ένα φεγγάρι
όλο και ανέβαινε στην απαλάμη του Μαρτιού,
τραγουδώντας τις ώρες
να περνούν

πρωτομηνιά
αργοπορώντας κι αργοπορώντας τη γλωσσοφαγιά
κατέβαινε αλκοολούχο
ένα φεγγάρι φευγάτο

Διαβάστε περισσότερα
Νέοι Ποιητές

Χρυστάλλα Κανελλίδου, Τρία ποιήματα

Λεπτομέρεια από την τοιχογραφία της Άνοιξης – Ακρωτήρι Θήρας

(Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο).

Επί θυμέλης

Κάπου ανάμεσα σκηνή πλατεία συναντηθήκαμε.

Στο ημίφως μου βύζαγνες το φως

σου βύζαγνα τα μάτια, τις παρειές, τα δάκτυλα.

Υπόκλιση.

Κάποιος θεός

τύλιξε σε μπλε λινό πουκάμισο

δυο σώματα ηθοποιών νεκρών.

Είχαν δωρίσει την τελευταία ρανίδα αίματος

σε μια παράσταση φερμένη απʼ αλλού

εξαντλητικά κι αποκλειστικά για δύο

εναλλασσόμενους ρόλους.

Πάλεμα αέναο θηλυκής κι αρσενικής δοράς.

Διαβάστε περισσότερα

Νέοι Ποιητές

Θεοδόσης Κοντάκης, Δύο ποιήματα

Πέρασμα

Αυτή τη νύχτα θα ʼβλεπες, αν κοίταζες ψηλά
τους αγγέλους να βάφουνε τʼ άστρα μπογιά πορφυρή∙
μα κι εδώ κάτω, ανάμεσα στα λιόδεντρα, σε φτάνει το μύρο
στα ρουθούνια- κι όμως νευρικά ξεφυσάς, το ρολόι κοιτάς, το τσιγάρο
τελειώνει∙ είναι τούτα, λες, πράματα άπιαστα, λεπτά: δίχως βάρος
στέκουν στον αέρα, τώρα ξυπνάν όλοι και το λένε, μα συ το ʼνιωθες
και πρωτύτερα
πόσο το ποθούσες σαν χτύπαγες την τσάπα, το καμάκι, το σκήπτρο
να κράταγες στο χέρι σου το κόκκινο: κι έτσι όλα τʼ άφησες∙
τώρα -λέει- κάλλιο να μην είχες γεννηθεί, μα δεν ήταν τούτο δα λάθος
δικό σου: μαζί κι εσύ μάτωσες, κι ένιωσες και προδομένος,
πως άδικα χάνεις την ώρα – όμως ήδη, μαστιγιές, τα λεπτά ματώνουν
τʼ αυτί σου: μια ώρα αρχύτερα, λες, και μήτε για κέρδος: είναι τούτο
γελοίο σχεδόν, όχι όμως κι οι πόθοι που σε καίνε ακόμα, μαρτύριο
ανθρώπινο
τόσο ανθρώπινο – μόνο που εμείς, οι άνθρωποι, με τα χέρια πλυμένα
πληγή χαράξαμε, σαν πάτησες τον ξερότοπο, βαθιά
μες στο χώμα κι έγινε ρυάκι∙ κι έσκυβες να πιεις, κι ικέτευες
μα το μαζεύαμε ʼμεις απʼ την άλλη, ώσπου να λιώσεις στη δίψα –
κι ύστερα γέμισε το χάσμα χορτάρι να βόσκουν τʼ αρνάκια, λαίμαργα
να γευτούμε απόψε το αίμα τους, θυσία σε τραπέζι γιορτινό
με καρέκλες δεκατρείς∙ η δικιά σου η γρουσούζικη είναι τώρα
αδειανή
και μονάχα ο σκύλος πρόλαβε τη γραμμή να περάσει
ψάχνοντας τόπο, κείνα τα κόκαλα να θάψει
που μάζεψε κάτω απʼ το ιερό μας τραπέζι∙ και πάει
κι αυτός, σαν και σένα, με το πρόσωπο στο χώμα, πιστός,
αμίλητος – για μια στιγμή το κεφάλι σηκώνει και βλέπει
μʼ άφατη θλίψη το ρούχο να δένεις σφιχτά στο γυμνό
κλαδί.

Διαβάστε περισσότερα