“Η ποίηση του Μιχαλάκη του Πρεζάκια”

Η ποίηση του Μιχαλάκη έχει όπλα και κλεμμένα περίπτερα.
Μαμάδες με δάκρυα, ποντίκια και υπόνομο.
Έχει μια σύντομη επίσκεψη σε δημόσιο άσυλο.
Έχει μια φυγή, στίχους, ράπερς, ένα ποτάμι αίμα.
Η ποίηση του Μιχαλάκη του πρεζάκια ακούγεται αργά μόνο τη νύχτα.
Απαγγέλεται από ετοιμοθάνατους έφηβους σε στενά ιδρωμένα από βροχή.
Η ποίηση του Πρεζάκια ψιθυρίζεται σε φρέσκα βρέφη από μάνες άστεγες.
Η ποίηση του Πρεζάκια είναι νανούρισμα για βρέφη.
Περνάει από το κλάμα στα αυτιά των κοινωνικών λειτουργών.
Σκαρφαλώνει τέσσερις ορόφους και εξαφανίζεται κάπου στα κλεφτά.
Κάπου στο ξημέρωμα.



“Η ποίηση του Μικρού Επαναστάτη.”

Μια σπάνια μορφή, χορεύει σάπια.
Εγκλωβίζεται σε έννοιες και χάνει την ουσία.
Λέει πως μπουκώνει χάπια, αλλά αυτό δεν είναι ποίηση εν τέλει;
Μασουλάει τσίχλες με γεύσεις στίχους που του έμαθαν οι Μπωντλαίρς.
Γίνεται εφηβικός έρωτας, φευγάτα ποδήλατα και σκέιτ.
Γίνεται αντίδραση και ένα σπασμένο τζάμι μια Τετάρτη.
Μια ιστορία γι’αυτόν.
Και ενώ σπαρταράω και τσακίζομαι στην ανηφόρα για να του εξηγήσω.
Πριν καν ανοίξω το στόμα μου η ποίηση του Επαναστάτη με συναντάει
αιμόφυρτη στο γρασίδι του διπλανού πάρκου.
Πεσμένα δόντια στη γη, δε μου δίνει πρώτες βοήθειες, απλά με τσουβαλιάζει.
Με πετάει στον καναπέ μου.
Με είπε τρελή και μου ‘βγαλε τα μάτια στον καναπέ μου.
Σεξ, ρομάντζο, έρωτας.
Ίδια γούστα στις δοσολογίες.
Η ποίηση του Επαναστάτη βρίσκεται σε λήθαργο δίπλα μου, κάπου πάνω στο κρεβάτι.
Κάπου σε μια πικρή ημέρα.

“Η ποίηση της Φαντασιόπληκτης Μαίρης.”

Συγκεντρώνεται σε μια βούλα μπλε, από στιλό σε χαρτί.
Στροβιλίζεται και βουτάει στην τελεία.
Εκεί γεννάει μια μικρή μπλε πόλη.
Μπλε κτίρια, μπλε λεωφορεία, μπλε bar.
Στα bar, ψάχνει τους μαφιόζους για να μάθει.
Θέλει να μάθει ποιος της ορίζει τις πολυκατοικίες και την κάνει κουλουβάχατα.
Της είπανε για έναν αναρχικό, μένει σε άγνωστο μπλε διαμέρισμα.
Δηλώνει αθάνατος και ήρθε να επιβάλλει την νομοτέλεια.
Εισέβαλε παράνομα ή πάντα υπήρχε παράνομα, έξω από μητρώα και ληξιαρχικές πράξεις.
Δηλώνει πως έχει χτίσει και την ίδια, τη φαντασία της και την αναρχική της πόλη.
Η Μαίρη θέλει να τσακώσει τον αναρχικό που σπέρνει το χάος για να σώσει τις αναρχικές πόλεις από την θεϊκή νομοτέλεια.
Γι’αυτό κερνάει τους μπλε θαμώνες από στιλό.
Στα bar την αγαπάνε όλοι οι μαυραγορίτες, οι κλέφτες και ο Μιχάλης ο Πρεζάκιας.
Οι Μικροί Επαναστάτες σέβονται την ανέμελη δήμαρχο.
Μέχρι το ραντεβού με την αθανασία στο διαμέρισμα του παρακατιανού, η ποίηση της Φαντασιόπληκτης στρίβει το επόμενο μονοφυλλάκι.
Προσφορά ευγενική στα στιλό, κέρασμα σε ένα φοιτητικό διαμέρισμα μιας νεαρής.
Κάπου σε μια μεγάλη πόλη.

“Η ποίηση του Πεισματάρη Τιβέριου.”

Πριν κατοικήσει σε έναν πίνακα ζωγραφικής πάνω από τον ύπνο μου.
Ο Πεισματάρης Τιβέριος ήταν μεγάλος στρατηλάτης.
Κοφτερό μυαλό και πολεμιστής.
Ακόμα Πιστεύει πως ο Ναπολέοντας του έκλεψε τη δόξα και τη θέση στην ιστορία.
Αλλά ο Πεισματάρης αν και πληγωμένος κέρδισε μια θέση στον τοίχο και στην καρδιά μου.
Εγωκεντρικός, ψωνάρα, χοντρός και ροδαλός.
Μόρφωση στρατιωτική, περιβολή ακριβή και άσπρη μπουκλωτή περούκα.
Ένας άνθρωπος θίασος, που καταβροχθίζει συνεχώς κοτόπουλα και αφηγείται βαρετές ιστορίες πολέμου με υπερβολές.
“Εγώ έκοψα το κεφάλι του Ατίθασου ΜακΦίτζεραλντ, η καρδιά της Λαίδης Ούρσουλα ήτανε δική μου, σκότωσα εξήντα τρεις και πετσόκοψα εννιά παιδιά.
Οχτώ δράκοι κάτω απ’ το σπαθί μου, δέκα μάγισσες κρεμασμένες για χάρη μου, τέσσερα κάστρα απελπισμένα με την ύπαρξη μου.
Δις Τζένιφερ σταματήστε επιτέλους να μασουλάτε τα νύχια σας νευρικά, δε σας γοητεύει.”
“Παράτα με χοντρέ λοχαγέ.”
Τη ποίηση του Πεισματάρη δεν την γράφει ο Τιβέριος.
Η ποίηση του Πεισματάρη δεν υπάρχει, απλά είναι ένα παραμυθάκι μεταξύ μας για να αισθάνεται σπουδαίος και φημισμένος.
Για να αισθάνεται καλύτερα.
Η Ποίηση του Πεισματάρη Τιβέριου δεν υπάρχει, δεν την έγραψα ποτέ.
Απλά ήτανε ένα ψέμα κάπου πάνω σε ένα κρεβάτι, για να ηρεμήσει.
Για να μη με απασχολεί και να πίνω τον καφέ ήσυχη και μόνη.
Κάπου μπροστά από τον χοντροκομμένο πίνακα.

” Η ποίηση της Βαγγελιώς της Πουτάνας.”

Δεν υπάρχει κι όμως μοιάζει με του Πρεζάκια.
Πνιγμένη σε αχ βαχ, βογγητά και βρώμα.
“Μωρή Βρώμα!!”
Βρωμάει το δωμάτιο, λερωμένα τα σεντόνια.
Ξύπνημα το πρωί για να πάει στο γιατρό.
Συναντιέται με το γιατρό και παίρνει φάρμακα.
Βρίσκεται πάνω σε μια κλειστή μπουνιά που συγκεντρώνεται με ορμή σε μάγουλο συναδέλφου.
Σε ένα χούφτωμα στον κώλο από τον Στελάρα τον Ταρίφα.
Πονάει.
Συμπονάει τον Μιχάλη και του δίνει δανεικά.
“Ως εδώ, θα φύγουμε μια μέρα από δω θα δεις.”
Κάπου μακριά, χωρίς δουλειά και ποιήματα.
Βιβλία και μπροσούρες.
Η ποίηση της Πουτάνας γίνεται αχόρταγο και λυσσασμένο πάθος Πελάτη.
Και κορυφώνεται πάνω σε πρόσωπα και σάρκες.
Μια πινελιά ασπριδερή.
Αυτή είναι η Ποίηση της Πουτάνας και βρίσκεται βαθιά χωμένη στα φτηνά ξενοδοχεία.
Κάπου πάνω στο στήθος της.
Σε έναν λεκέ στο σεντόνι.
Κάπου εδώ γύρω.