Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Manuel Rivas, Δύο ποιήματα (Μετάφραση από τη γαλικιανή γλώσσα (Galego)- επίμετρο: Θεοδόσης Κοντάκης)

 

«Αυτοπροσωπογραφία του Νικολά Πουσσέν, ζωγράφου από τις Λεζ Αντελί, Ρώμη, έτος Ιωβηλαίου 1650∙ ηλικία 56 ετών»

 

  Tου τυφλού η χλόη

  [Herba do cego[1]]

 

Τον Πουσσέν[2], τον Νορμανδό,

τον ρωτήσαν ποιο είν’ το δώρο το πιο όμορφο

του αρχαίου κόσμου,

για ένα μουσείο στη Ρώμη.

Λεπτό δεν έχασε.

Μια χούφτα χώμα διάλεξε.

Τούτη την ύλη την παράξενη,

τη μάζα τη σκιώδη

που ζυμώνεται με την αυγή.

Μια χεριά χώμα,

ένα κακάδι αιμάτινο,

μια ψυχή σαπισμένη

κι αλατισμένη

με λιγάκι μαρμαρόσκονη από τ’ αγάλματα.

Μια χούφτα απ’ το χώμα,

απ’ τις στάχτες των χειμώνων,

ένας κόσμος αρχαίος που ονειρεύεται

να υψώσει την τσουκνίδα,

τη χλόη του τυφλού,

στου χεριού το σχήμα.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Gottfried Benn, «Το ταξίδι» (μετάφραση: Νίκος Βουτυρόπουλος)

 

Ο Ρέννε ήθελε να ταξιδέψει στην Αμβέρσα, αλλά πώς θα το έκανε αυτό χωρίς να συγχυστεί; Το μεσημέρι δε θα κατάφερνε να βρίσκεται εκεί. Έπρεπε να αποδεχτεί το γεγονός ότι δε θα έφτανε το μεσημέρι στην Αμβέρσα. Ακούσατε μήπως τη λέξη Αμβέρσα; Να ‘ταν άραγε μια σκέψη; παραδοχή μήπως; ή κάποιο συμπέρασμα; Τίποτα απ’ όλα αυτά. Σκοπός του Ρέννε ήταν η καλλιέργεια και η αναζωογόνηση του ψυχισμού του.

Και τώρα φανταζόταν πως κάθεται στο τρένο και πως θυμόταν ξαφνικά τη συζήτηση στο τραπέζι, απ’ όπου έφυγε μόλις· παρεπιπτόντως έστω  ως απάντηση σε μια σύντομη ερώτηση, σε κάθε περίπτωση πάντως ο ίδιος έψαχνε συσχετισμούς με την πόλη, με τον Μεσαίωνα και την προκυμαία του ποταμού Σέλντε.

Ξαφνιασμένος άρχισε να ιδροκοπάει. Μαζεύτηκε καθώς αναλογιζόταν τα συμβάντα, ακαθόριστα κι απρόβλεπτα ακόμη, πάντως τόσο μικρά κι ασήμαντα, απ’ την άποψη της πορείας ζωής ενός κυρίου.

Τον τύλιξε ένα νέφος αδυναμίας και δισταγμών. Πού θα έβρισκε τις εγγυήσεις ότι κάτι θα μπορούσε να διηγηθεί για το ταξίδι, κάτι θα έπαιρνε μαζί του, κάτι θα βίωνε;

Μεγάλες σκοτούρες, όπως ο σιδηρόδρομος, στάθηκαν απέναντί του, η άφιξή του στον σταθμό μαζί με την αναγκαστική μετακίνησή του στον χώρο ενασχόλησης, όλα αυτά τα πράγματα συμβαίνουν μύχια, όμως κάνουν κάποιον να υποφέρει μέσα του, βαθιά κι απαρηγόρητα.

Πώς του ‘ρθε η σκέψη ν’ αφήσει αυτά με τα οποία εκπλήρωνε τη μέρα του; Ήταν τόσο θαρραλέος να βγει απ’ το καβούκι του; Πίστευε όντως σε μια διεύρυνση αντί σε μια καταστροφή;

Όχι, είπε, όχι. Τ’ ορκίζομαι: όχι. Μόλις πριν λίγο σαν βγήκα απ’ το κατάστημα, υπήρχε αυτή η μυρωδιά μενεξέ, ήμουν πουδραρισμένος, μια κοπέλα με στήθος λευκό πλησίασε, και δεν ήταν απίθανο πως κάποιος θα την προσέγγιζε. Καθόλου απίθανο πως κάποιος θα χαιρόταν και θ’ αφήνιαζε. Μια ολάκερη ακτή δυνατοτήτων απλώνεται εδώ, που πάνω της χτυπά το γαλάζιο στήθος της θάλασσας. Αλλά για να εξιλεωθώ, θα πάω τώρα για φαγητό.

Αφού υποκλίθηκε στην είσοδο αναγνώρισε συγκεκριμένα πρόσωπα. Ποιος ήταν αυτός; Κάθισε σιωπηλά. Οι κύριοι σηκώθηκαν με δυσκολία.

Ο κύριος Φρίντχοφ μιλούσε για ένα ιδιαίτερο τροπικό φρούτο που το κουκούτσι του έχει το μέγεθος αυγού. Τη συμπαγή σάρκα του την τρως με το κουτάλι. Κάποιοι ισχυρίζονται πως έχει γεύση φουντουκιού. Αντιθέτως ο ίδιος θεωρεί πως έχει γεύση αυγού και τρώγεται με πιπέρι κι αλάτι. Πρόκειται για ένα γευστικότατο φρούτο, και παρόλο που έτρωγε 3-4 τη μέρα, δεν είχε ποτέ κάποια σοβαρή ενόχληση.

Σ’ αυτό το σημείο παρενέβη ο κύριος Κέρνερ, αναφέροντας πως πρόκειται για κάτι αξιοσημείωτο. Φρούτο με πιπέρι κι αλάτι; Αυτό του φάνηκε εντελώς ασυνήθιστο, και τοποθετήθηκε επ’ αυτού.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, «Μεταμοντέρνες Αυταπάτες», εκδ. Μανδραγόρας, 2021 (μετάφραση στα γερμανικά: Κατερίνα Λιάτζουρα / Katharina Liatzoura)

ΜΗ ΣΤΑΜΑΤΑΣ

 

Μη σταματάς να προχωρείς

κι ας είναι δύσκολοι οι καιροί

αδιάβατοι οι δρόμοι.

Σου κόβουν το σχοινί που ακροβατείς.

Εμπόδια φοβερά στέκουν μπροστά σου.

Μη σταματά να προχωρείς

κι ας είναι σάπια η ζωή

κι ο νους σου προδομένος.

Μη σταματάς να προχωρείς

κι ας φαίνεται πολύ μακρύς

ο δρόμος δίχως τέλος.

Υπάρχει τέρμα στον καημό.

Μη σταματάς να προχωρείς

αν θέλεις κάποτε να φτάσεις.

 

*

 

HÖR NICHT AUF

 

Hör nicht auf weiterzuschreiten

auch wenn die Zeiten schwierig sind

die Wege unpassierbar.

Man schneidet dir das Seil auf dem du balancierst.

Schreckliche Hindernisse stehen dir vor.

Hör nicht auf weiterzuschreiten

auch wenn das Leben verdorbenist

und dein Geist verraten.

Hör nicht auf weiterzuschreiten

auch wenn es scheintsehr langzu sein

der Weg ohne Ende.

Das Leid hatein Ende.

Hörnicht auf weiterzuschreiten

falls du irgendwannmal ankommen willst.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Guy de Maupassant (1850 –1893), «Η διαθήκη» (μετφρ. Φοίβος Ι. Πιομπίνος)

 

 

Ο κύριος και η κυρία Σερμπουά  αποτελείωναν το γεύμα τους, με ύφος δύσθυμο, ο ένας απέναντι στον άλλο.

Η κυρία Σερμπουά, μια μικροκαμωμένη ξανθούλα με ροδαλή επιδερμίδα, γαλανά μάτια, απαλές κινήσεις, έτρωγε αργά χωρίς να σηκώνει το κεφάλι της, σαν να την απασχολούσε μια θλιβερή κι επίμονη σκέψη.

Ο Σερμπουά, ψηλός, δυνατός, με φαβορίτες και ύφος υπουργού ή επιχειρηματία, φαινόταν νευρικός και συλλογισμένος.

Τελικά είπε, σαν να μονολογούσε:

«Είναι πολύ παράξενο στ’ αλήθεια!»

«Τι πράγμα, καλέ μου;» ρώτησε η γυναίκα του.

«Που ο Βωντρέκ δε μας άφησε τίποτα».

Η κυρία Σερμπουά κοκκίνισε· κοκκίνισε απότομα, σαν να απλώθηκε ξαφνικά ένα ροζ πέπλο στο δέρμα της από το λαιμό προς το πρόσωπο, και είπε:

«Ίσως υπάρχει καμιά διαθήκη στο συμβολαιογράφο. Μα πού να το ξέρουμε;»

Έδειχνε όμως στην πραγματικότητα να το ξέρει. Ο Σερμπουά απάντησε: «Ναι, είναι πιθανό. Γιατί εν τέλει ο εργένης μας αυτός ήταν ο καλύτερος φίλος και για τους δυο μας. Δεν ξεκολλούσε απ’ το σπίτι μας, έτρωγε εδώ τα βράδια μέρα παρά μέρα. Ξέρω πολύ καλά πως σου έκανε πολλά δώρα και πως αυτό ήταν ένας τρόπος, μεταξύ άλλων, να ξεπληρώνει τη φιλοξενία μας· όμως, μα την αλήθεια, όταν έχεις φίλους σαν κι εμάς, τους σκέφτεσαι στη διαθήκη σου. Είναι βέβαιο πως, εάν είχα αισθανθεί εγώ άρρωστος, θα είχα κάνει κάτι γι’ αυτόν, μολονότι εσύ είσαι η φυσική κληρονόμος μου».

Η κυρία Σερμπουά είχε τα μάτια κατεβασμένα. Και καθώς ο σύζυγός της λιάνιζε ένα κοτόπουλο, φύσηξε τη μύτη της όπως τη φυσάμε όταν κλαίμε.

Εκείνος εξακολούθησε: «Εν τέλει είναι πιθανό να υπάρχει μια διαθήκη στο συμβολαιογράφο και κάποιο μικρό κληροδότημα για μας. Δε θα μ’ ενδιέφερε κάτι το σπουδαίο· ένα ενθύμιο, απλώς ένα ενθύμιο, μια σκέψη, για να πειστώ ότι ένιωθε στοργή για μας».

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Jacques Prévert, «Θέαμα και ιστορίες» (μετφρ.: Γιάννης Βαρβέρης), εκδ. ύψιλον, 2002

Βγαίνοντας από το σχολείο

 

Βγαίνοντας από το σχολειό μας
Συναντήσαμε
Ένα μεγάλο σιδηρόδρομο
Μας έφερε μια βόλτα
Γύρω τριγύρω από τη γη
Σ’ ένα χρυσό βαγόνι
Και γύρω γύρω από τη γη μας
Συναντήσαμε
Τη θάλασσα να κάνει τον περίπατό της
Μαζί με τα κοχύλια της
Με τ’ αρωματισμένα της νησιά
Με τα ωραία της ναυάγια
Και με τους καπνιστούς της σολομούς
Και συναντήσαμε
Πάνω απ’ τη θάλασσα
Τ’ αστέρια που μαζί με το φεγγάρι
Με ιστιοφόρο ταξιδεύανε
Για Ιαπωνία
Κι ακόμα συναντήσαμε τους τρεις σωματοφύλακες*
Που με τα χέρια γύριζαν
Τη μανιβέλα* ενός μικρού υποβρύχιου
Κι εκείνο βυθιζότανε
Ψάχνοντας αχινούς
Κι όταν γυρίσαμε στη γη μας
Συναντήσαμε
Πάνω σ’ εκείνη τη γραμμή του σιδηροδρόμου
Ένα σπίτι
Που γύρω από τη γη όλο γύριζε
Και γύρω από τη θάλασσα
Και προσπαθούσε να ξεφύγει απ’ το χειμώνα
Που το κυνηγούσε

Αλλά κι εμείς πάνω στο σιδηρόδρομο
Αρχίσαμε να τρέχουμε να τρέχουμε
Πίσω από το χειμώνα
Ώσπου στο τέλος τον πατήσαμε
Κι έτσι το σπίτι πια σταμάτησε να τρέχει
Κι η άνοιξη που ήταν σταθμάρχης
Βγήκε και μας χαιρέτησε
Μας ευχαρίστησε
Και τότε τα λουλούδια όλης της γης
Βαλθήκανε να σπρώχνουν
Από παντού το σιδηρόδρομο
Κι εκείνος πια δεν ήθελε να προχωρήσει
Από το φόβο μήπως τα πατήσει
Κι έτσι κι εμείς
Γυρίσαμε πια πίσω με τα πόδια
Γύρω τριγύρω από τη γη
Γύρω τριγύρω από τη θάλασσα
Και γύρω από τον ήλιο
Το φεγγάρι και τ’ αστέρια
Με τα πόδια
Και με τα πόδια και με τ’ άλογα και μ’ αυτοκίνητα
Και τέλος με ιστιοφόρα.

Διαβάστε περισσότερα