«Αυτοπροσωπογραφία του Νικολά Πουσσέν, ζωγράφου από τις Λεζ Αντελί, Ρώμη, έτος Ιωβηλαίου 1650∙ ηλικία 56 ετών»
Tου τυφλού η χλόη
[Herba do cego[1]]
Τον Πουσσέν[2], τον Νορμανδό,
τον ρωτήσαν ποιο είν’ το δώρο το πιο όμορφο
του αρχαίου κόσμου,
για ένα μουσείο στη Ρώμη.
Λεπτό δεν έχασε.
Μια χούφτα χώμα διάλεξε.
Τούτη την ύλη την παράξενη,
τη μάζα τη σκιώδη
που ζυμώνεται με την αυγή.
Μια χεριά χώμα,
ένα κακάδι αιμάτινο,
μια ψυχή σαπισμένη
κι αλατισμένη
με λιγάκι μαρμαρόσκονη από τ’ αγάλματα.
Μια χούφτα απ’ το χώμα,
απ’ τις στάχτες των χειμώνων,
ένας κόσμος αρχαίος που ονειρεύεται
να υψώσει την τσουκνίδα,
τη χλόη του τυφλού,
στου χεριού το σχήμα.
***************************************************************************
![]()
Ν. Πουσσέν, Αποκάλυψη του Αχιλλέα στη Σκύρο (από τον Οδυσσέα και τον Διομήδη), περ. 1650
Η επιστροφή
[O retorno]
Στην Ιθάκη ήσαν όλοι πεθαμένοι.
Λένε πως ήμουν εγώ, ο Άργος, ο σκύλος, ο πρώτος
που σηκώθηκε.
Νεκρός, νεκρός, νεκρός!
Μια μυρωδιά δριμύτερη κι απ’ την κοπριά,
εκείνη του ζωντανού ανθρώπου,
μ’ έκανε να ξεράσω απολειφάδια του ουρανού,
κόκαλα από τα σύννεφα,
πετσιά απ’ το ουράνιο τόξο.
Τούτος ο άντρας που έζεχνε μύθο,
με νεύματα αγκυλωμένου σκελετού
και φαντάσματος οργισμένου,
έχωσε τα νύχια στην ουλή
και πασάλειψε με λέξεις λασπωμένες τις σκιές.
Κι ήσαν εκεί τα ονόματά μας όλα.
Κι η μνήμη η βέβαιη των δέντρων
στου Λαέρτη το περβόλι.
Σειρές πενήντα κλήματα
και αχλαδιές τριάντα,
μηλιές μια δεκαριά και συκιές σαράντα.
Κι είδε στο τέλος το γιο του ο γερο-τυφλός
χάρη στης γης την άλγεβρα.
Ύστερα ο Δυσσέας μας ξύπνησε έναν-έναν,
κι είναι τα δάκρυά μας, από τότε κι έπειτα,
το δόκανο που πιάνει το φως
με βίαιην αγαλλίαση.
Από τη συλλογή A desapareción da neve (2009)
******************************************************************************









