Dámaso Alonso, 3 ποιήματα από τα “Τέκνα της Οργής”, (Μετάφραση: Συλλογική)
12Νοε
ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΚΑΝΑΤΙ
Στο Λεοπόλδο Πανέρο
Που πάει εκείνη η γυναίκα
έρποντας στο πεζοδρόμιο,
τώρα που σχεδόν νυχτώνει,
με το κανάτι στο χέρι;
Πλησιάστε δεν μας βλέπει.
Τώρα δεν ξέρω ποιο είναι πιο γκρι
Το κρύο ατσάλι των ματιών της
Το ξεπλυμένο γκρι από εκείνο το σάλι
Που μʼ αυτό τυλίγει το λαιμό και το κεφάλι
ή το έρημο τοπίο της ψυχής της.
Αργά περπατά, σέρνοντας τα πόδια,
φθείροντας τις σόλες, λειαίνοντας την πέτρα
αλλά πλακωμένη
από ένα τρόμο
σκοτεινό,
από μια θέληση
να αποφύγει κάτι τρομερό.
Ναι, είμαστε μπερδεμένοι!
Αυτή η γυναίκα δεν προχωρά από το πεζοδρόμιο
αυτής της πόλης,
αυτή η γυναίκα πάει σε ένα τόπο τραχύ,
ανάμεσα σε τάφρους ανοιχτές, τάφρους αρχαίες, τάφρους πρόσφατες
και θλιμμένες κορυφογραμμές,
ανθρώπινης διάστασης, από γη ανακινημένη,
από γη
που τώρα δεν χωράει στην τρύπα από όπου βγήκε
ανάμεσα σε αβυσσαλέα σκοτεινά πηγάδια
και θολά ξαφνικά χάσματα,
γεμάτα από λάσπη και νερά βαλτώδη και κουρελιασμένα σάβανα
με το χρώμα της απελπισίας.














