Πάντα εγώ μόνο ακροατής; Και ποτέ μου δε θʼανταποδώσω
όσες φορές με ζοχάδιασε Κόδρου βραχνού Θησιίδα;
Ώστε σε μένα ατιμώρητα απάγγελνε κείνος τογάτες,
τούτος ελέγους; Τη μέρα ατιμώρητα μου ʽτρωγε πελώριος
Τήλεφος, ή ήδη γεμώντας την ούγια ψηλά του παπύρου
μέχρι τη ράχη γραφτός, αλλʼατελείωτος πάντα Ορέστης;
Το σπιτικό του κανένας δεν ξέρει καλύτερα απʼ όσο
του Άρη εγώ τα άλση και, στου Αίολου δίπλα τʼ απόγκρεμα βράχια,
του Ήφαιστου το άντρο. Τι κάνουν οι άνεμοι και ποιες τυραννάει
σκιές ο Αιακός, το χρυσάφι πούθε άλλος προβιάς κλοπιμαίας
σούφρωσε, ο Μώνυχος πόσο τρανές φλαμουριές σφενδονίζει-
τέτοια του Φρόντωνα βοούν τα πλατάνια, και μάρμαρα σειούνται
πάντα, κι αδιάλειπτη εκφώνηση στίχων ραγίζει κολώνες.
Πρόσμενε τα ίδια από κάθε ποιητή μας μικρό ή κορυφαίο.
Όμως κι εμείς ετραβήξαμε κάτω από τη βέργα το χέρι,
Δώσαμε ορμήνια στον Σύλλα κι εμείς να ιδιωτεύει και σε ύπνο
να βυθιστεί. Είναι ευήθης η αβρότητα, ολούθε όταν τόσους
συναπαντάς υμνοπόλους, χαρτιού να λυπάσαι σπατάλη.

Μα γιατί κι εγώ διάλεξα στο ίδιο να τρέξω το στάδιο,
Όπου και ο τρανός της Αουρούγκης βλαστός τʼ άλογά του ηνιοχούσε,
Αν ευκαιρείς και μʼ ευμένεια δεχτείς μου τους λόγους, στο λέω.
Όταν ευνούχος νυμφεύεται αβρός, ενώ ετρούσκο η Μαιβία
κάπρο τρυπά με γυμνό το βυζί της κοντάρια κρατώντας,
με την ευμάρειά του κάθε πατρίκιο όταν μόνος ντροπιάζει
ένας, που νιο σαν με ξούριζε, τʼ άγρια μου τρίζανε γένεια,
όταν Νειλώο περίτριμμα, Κανώβου οικόδουλος όταν
ένας Κρισπίνος την Τύρια απορρίχνει απʼ τον ώμο του κάπα
και θερινό δαχτυλίδι στα κάθιδρα δάχτυλα αερίζει,
βάρος γιατί δεν μπορεί να βαστά μεγαλύτερης πέτρας-
Δύσκολο σάτιρα πια να μη γράψεις! Παρόμοια ποιος τόσο
άδικη πόλη υπομένει, χαλκέντερος για να κρατιέται,
νέο κλινοφόριο όταν Μάθωνα του δικηγόρου διαβαίνει
ξέχειλο σάρκες και, πίσω του, φίλου ευγενούς καταδότης
που είναι ολοπρόθυμος να περιαρπάζει αρχοντιάς ρημαγμένης
απομεινάρια, που Μάσσας φοβάται τον, που το θωπεύει με δώρα
Κάρος, και σύντρομος του παραδίνει Θυμέλη ο Λατίνος
όταν σε κάνουνε πέρα ως κι αυτοί που διαθήκες κερδίζουν
με τις νυχτιές κι οδηγούνται στα ουράνια απʼ τον άριστο τώρα
δρόμο υψηλών επιδόσεων, μήτρα μιας εύπορης γραίας:
Ένα δωδέκατο παίρνει ο Προκλήιος, μα ένδεκα ο Γίλλων,
κάθε μερίδιο στων όρχεων του κληρονόμου το μέτρο.
Δίκαια ας εισπράξει ο καθένας το τίμημα του αίματος κι έτσι
ας ωχριάσει ως αυτός που γυμνόποδος φίδι πατάει,
ή καθώς ρήτορας που σε Λουγδούνιο βωμό θʼ αγορεύσει.
Πως την οργή τα στεγνά σωθικά μου που φλέγει να εκφράσω,
όταν το λαό με κοπάδια ακολούθων σπρώχνει ο άρπαγας τούτος
εκπορνευόμενου ορφανού, μα και τούτος που μάταια σε δίκη
ένοχος κρίθηκε; Τι είναι η ατίμωση αν σώο το χρήμα;
Πίνει απʼ το απόγευμα εξόριστος Μάριος και χαίρει αψηφώντας
όργητα θεών, αλλά συ θρηνωδείς Επαρχία Νικήτρα!
Τούτα εγώ μήπως αντάξια δεν κρίνω για λύχνο Βενούσιο,
τούτα εγώ δε θα τα θίξω; Καλύτερα τάχα Ηρακλειάδες
ή Διομήδειες να γράφω, ή μουγγρίσματα Λαβυρίνθου,
νιους που παφλάζουν στη θάλασσα και μαραγκούς ιπταμένους,
όταν ρουφιάνος μοιχού δώρα δέχεται, αν μη κληρονόμα
είναι του η σύζυγος, έμπειρος την οροφή να κοιτάζει
κι έμπειρος με άγρυπνη μύτη στην κούπα του να ροχαλίζει
όταν θαρρεί πως είνʼ άξιος να διοικήσει μια κόορτη
ο που το βιος του σε στάβλους σπατάλησε κι έχασε κάθε
κτήμα προγόνων, μα τώρα με το άρμα του ξέφρενα τρέχει
σαν Αυτομέδων μικρός στη Φλαμίνια, τα γκέμια κρατώντας
ο ίδιος καθώς κοκκορεύεται σε μια ανδροφόρετη φίλη;
Μη δε σʼ αρέσει κηρόπλακες χωρητικές να γεμίζεις
στο σταυροδρόμι, όταν φέρνεται σʼ έξη ήδη σβέρκους επάνω,
με απʼ τις δυο πάντες ορθάνοιχτη κι άσκεπη σχεδόν καθέδρα
και ύφος πολύ που θυμίζει νωθρά ξαπλωμένο Μαικήνα,
ο πλαστογράφος που κύριος λαμπρός έχει γίνει και πλούσιος
μʼ ένα κομμάτι διαθήκης πλαστής και με υγρή μια σφραγίδα;
Βαίνει ματρώνα κραταιή, που ελαφρό Καληνό θα κεράσει
γι άντρα διψάρη συσμίγοντας με το φαρμάκι βατράχου,
και πιο καλά απʼ τη Λωκούστη αμαθείς συγγενείς δασκαλεύει
πως, ενώ κόσμος βοά, μελανούς να ξοδιάζουν συζύγους.
Τόλμησε κάτι που Γυάρο στενάχωρη ή κάτεργο αξίζει,
κοίτα αν θες να ʽ σαι . Τιμιότητα εκθειάζεται, μα τουρτουρίζει.
στα κακουργήματα οφείλονται κήποι, παλάτια, τραπέζια,
ταʼ ασημικά τα παλιά και τα κύπελλα μʼ έγλυφους τράγους.
Ποιον να κοιμάται θʼ αφήσει φθορέας φιλάργυρης νύφης,
Ποιον ασελγόβιες μνηστές και μοιχούς με παιδιάστική τόγα;
Κι αν έστω η φύση ταʼ αρνείται η αγανάκτηση φτιάχνει τους στίχους
τέτοιους που δύναται, τέτοιους που εγώ ή Κλουβίηνος μπορούμε.

ΜΙΑ ΥΠΟΓΕΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Οι Κλασικοί ως γνωστόν περιλαμβάνουν Έλληνες και Ρωμαίους. Μόνο που εδώ η λογική που προστατεύει την Ακρόπολη και όχι την Πύλη του Αδριανού είναι σχεδόν ρατσισμός… Η Λατινική λογοτεχνία, κλασσική λογοτεχνία, απωθείται όσο και η τουρκική ως αναμνήσασα οικεία κακά…
Η Λατινική λογοτεχνία είναι παγόβουνο με τα εννέα δέκατα κρυμμένα στην ιδιωτική έκδοση και το ένα δέκατο στο πανεπιστήμιο. Διεκπεραιώνεται σταθερά από μεταφραστές σε συνθήκες υποτίμησης και από το πείσμα τους.
Χρόνια συλλέγω εκφάνσεις αυτής της λογοτεχνίας με κόπο και αρκετό ψάξιμο ως ένα είδος τιμής σʼ εκείνους που ιδίοις αναλώμασι τις πιο πολλές φορές , ξεπληρώνουν το πολίτικαλ κορέκτ που βρίσκεται χρόνια ξεχασμένο μεταξύ Μακρονήσου και Τασκένδης, ξεδοντιασμένος λόγος, που ξεπουλάει νεκρούς συντρόφους με φράγκα ακαδημαϊκών βραβείων…

Από αυτή τη λογοτεχνία, διάλεξα τους πρώτους στίχους από τις Σάτιρες του Γιουβενάλη, σαν ένα είδος παιδείας και παιδιάς, καθώς ο ποιητής στήνει το βλέμμα του σε ένα είδος Ψαρού της εποχής του…
Αυτό για να μάθουν οι νεώτεροι, ότι το να κάνεις ποίηση από τέτοιες θέσεις έχει πρότυπα στην κλασική λογοτεχνία, όσο κι αν οι γεροντοκόρες του ποιητικού καθωσπρεπισμού σκίζουν τα ιμάτιά τους…

Γιώργος Μίχος