Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Samuel Beckett, “Ποιήματα συνοδευόμενα από σαχλοκουβέντες” (μτφρ: Ιωάννα Αβραμίδου)

Samuel Beckett
extrait de “Poèmes, suivi de
Mirlitonnades”, Minuit éd.1978

*

Τι θα ‘κανα δίχως αυτό τον κόσμο δίχως πρόσωπο και δίχως απορίες
Όπου το Είναι διαρκεί μόνο για μια στιγμή κι όπου η κάθε μια στιγμή
Χύνει στη λήθη στο κενό το γεγονός ότι υπήρξα
Δίχως αυτό το κύμα όπου στο τέλος
Σώμα και σκιά μαζί καταποντίζονται
Τι θά’κανα δίχως εκείνη τη σιωπή που ψιθυρίζοντας βγαίνει από τα έγκατα
Ασθμαίνοντας και οργισμένη ζητά αγάπη και βοήθεια
Δίχως τον ουρανό εκείνο που υψώνεται
Πάνω από τη σκόνη των ίδιων του των ναυαγίων
τι θά’κανα θα έκανα ό,τι και χθες ό,τι και σήμερα
κοιτώντας από τον φεγγίτη μου μήπως δεν είμαι μόνος
να περιπλανιέμαι νʼ αποστρέφομαι ετούτη τη ζωή
μέσα σε ένα σύμπαν που σπαράζει
μέσα σε όλες τις φωνές δίχως φωνή δική μου
φωνές που εγκλωβίστηκαν μαζί μου

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

James Robison, Δύο Ποιήματα (μτφρ: Belica-Antonia Kubareli)

 

ΤΕΛΗ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ του ΤΖΕΙΜΣ ΡΟΜΠΙΣΟΝ
Μετάφραση: Μπελίκα-Αντωνία Κουμπαρέλη

«Τα λείψανα του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή βρέθηκαν σε αρχαία λειψανοθήκη μοναστηριού του 5ου αι. όπως ισχυρίζονται οι αρχαιολόγοι». Telegraph Newspaper, U.K.

Ο πατέρας μου είναι σχεδόν κουφός πια και μισότυφλος.
Δε στέκεται χωρίς το μπαστούνι του, μα δεν υπάρχει
ανακούφιση στη σκέψη πως έχασε ή γλίτωσε
απʼ τη δύναμη του πόνου, του πένθους ή του φόβου,
μες στη σκοτεινιά που μαζεύεται, στη σιωπή που τον τυλίγει.
Όμως είναι ακόμα ζωηρός κι έτοιμος για κουβεντολόι,
όλο λαχτάρα για τον κόσμο που αλλάζει,
στα ενενήντα-τρία του πιάνει απεγνωσμένους μονολόγους
για τα παλιά, τότε που όλοι ήταν ζωντανοί κι αυτός άντρακλας.
Κι εγώ στα εξήντα-τρία είμαι ακόμα ένας γιος που θέλει να γυρίσει πίσω
ίσως περισσότερο κι από ʽκείνον, στις μηχανές που μούγκριζαν
καθώς άνοιγαν λαχανιασμένα δρόμο στο χιόνι, στα κίτρινα τρένα,
στα άνετα απλά ρούχα. Κάθε καπνός τραγουδούσε τότε.
Οι φτελιές κι οι βελανιδιές άντεχαν τα αβάσταχτα καλοκαίρια
στην προσμονή με ξερό γρασίδι και ξερά λουλούδια.
Αυτή τη βδομάδα τα λούνα-παρκ στις αλάνες ρίχνουν προβολείς
πάνω σε στάβλους και κιόσκια, δυνατά μακρινά λευκά τόξα
που χτενίζουν τον ουρανό όπου χτυπιόνται κεραυνοί στην κάψα.
Η τρομακτική καλλιόπη* ξεδιπλώνεται, αντιλαλεί.
Ο μπαμπάς ζει εκεί κοντά. Παρκάρουν άγνωστοι στην αυλή του,
πετούν χαρτοσακούλες από ζαχαρωμένο ποπ-κορν και ζελατίνες
απʼ τα καραμελωμένα μήλα, όμως δε γκρινιάζει πια.
ʽΕίναι η εποχήʼ, λέει, ʽτι το χρειάζομαι το δρομάκι;ʼ
Του διαβάζω την εφημερίδα του. Δεν ξέρει κανέναν στις νεκρολογίες
και δεν μπορεί να μάθει ποιοι φίλοι και ποιοι εχθροί έφυγαν.
Όλοι χάθηκαν.
Ακούμε μέσα στη βαβούρα του τσίρκου
το μνημειώδες βουητό του ωκεανού, το υπόκωφο
βήμα του πλήθους, μυρίζουμε νέφη καρύδας από
αγριογούρουνα στη σούβλα, ψημένο καλαμπόκι,
πιτσιρίκια ωρύονται σε καροτσάκια με ένταση ίση
με τις τσιρίδες απʼ τις κοκορομαχίες
κι ολημερίς κι ολονυχτίς κροταλίζει το ηλεκτρικό τρενάκι
του λούνα-παρκ σαν ανεβαίνει και τις κατακόκκινες τρίλιες
των επιβατών όταν πέφτει κατακόρυφα.
Η χρονιά ώριμη, γκαστρωμένη κι ο μπαμπάς
λέει πως σε μια νύχτα βαριά κι ατμιστή σαν την αποψινή,
ακολούθησε το ένρινο γρύλισμα του κράχτη που έστηνε
τη σκηνή του: Ζωντανή, ολοζωντανή κι ολόγυμνη όπως
το λέει κι η Βίβλος, μετά το χορό των Εφτά Πέπλων,
η Σάλυ Ραντ παίζει τη Σαλώμη,
μέσα, εδώ μέσα, ξεδιάντροπα κι ακόλαστα, πέπλο το πέπλο όλες
οι θηλυκές ομορφιές της με όλα της τα γυναικείαμυστικά,
ζωντανή ολοζώντανη αποκαλύπτεται μπρος στα μάτια σας.
Ο Εντ ΜακΓκραθ είπε, ʽκαλά, για τόσο κορόιδα μας έχουν;ʼ
Ο Εντ ένας δεκαεξάχρονος πονηρός κυνικός
που δε χαλάλιζε ούτε πενήντα σεντς
ούτε καν δέκα δευτερόλεπτα για τέτοιες κομπίνες.
Όμως ο μπαμπάς μπήκε εκεί που οι τυφλές σκιές
μαυρισμένες από τις αναθυμιάσεις του τζιν, και του
αδιαβροχοποιημένου με πετρέλαιο καραβόπανου,
το σάπιο ροκανίδι έσμιγαν με τη βαριά μπόχα από αγρότες
κι επιχειρηματίες κάθονταν στριμωγμένοι,
λιγούρης όχλος καρφωμένος στα φώτα της σκηνής.
Κι ο μπαμπάς, ψηλός ακόμα και τότε, έσπρωχνε
να χωρέσει κι είδε από λάθος κι ήταν τυχερός.
Γιατί η παράσταση μόλις είχε τελειώσει
και βρέθηκε κάτω μπροστά τους, κάτω καθιστή
στα γοφιά της η Σαλώμη, με τα χέρια σταυρωτά στα στήθια
πανέμορφη όπως του υποσχέθηκαν, και κάτι παραπάνω
στην ταραχή της στιγμής, σχεδόν τσίτσιδη, ναι,
κάτω απʼ τα τόπια της αχνοπράσινης γάζας, με χρυσά
βραχιόλια στους αστράγαλους, το θλιμμένο της πρόσωπο μπλαβί
στο λιγοστό φως, στο εκτυφλωτικό μπάνιο του ηλεκτρικού,
στην κάτασπρη βία των φουντωμένων προσώπων που ντρέπονταν
απʼ τη λάμψη τόσης λαχτάρας.
ʽΚαι ειλικρινά, μου άλλαξε τη ζωήʼ, λέει ο μπαμπάς.
Κι έτσι τον ρωτάω: ʽΤο είπες στο Εντ ΜακΓκραθ;
Του είπες ότι είχε άδικο;ʼ
ʽΌχι. Του είπα ότι είχε δίκιο, είπα ότι ήταν σκέτη κοροϊδία,
τον άφησα νʼ απολαύσει με κυνισμό τη βέβηλη απάτη,
όπως κι εγώ είχα απολαύσει το πρώτο μου
θαύμαʼ.

*Σ.τ.μ. Καλλι-όπη: μουσικό όργανο .

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Gottfried Benn, Ποιήματα (μτφρ-σχόλιο: Νίκος Βουτυρόπουλος)

 

Ο Gottfried Benn εδώ διαβάζει το ποίημα “Αστέρια”

 

Κυκλοφορία

Ο μοναχικός κυνόδοντας μιας πόρνης
που πέθανε άγνωστη,
είχε σφράγισμα χρυσό.
Τα υπόλοιπα δόντια λείπανε,
λες και το ʽχαν συμφωνήσει σιωπηλά.
Ο νεκροτόμος τον ξερίζωσε
και ύστερα πήγε για χορό.
Λοιπόν, είπε,
μόνο το χώμα πρέπει να καταλήγει στο χώμα.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Keith Hilling, “Οδηγός βαρέων μηχανημάτων” και “σχεδόν χάϊκου” (μετάφραση:Belica-Antonia Kubareli)

Οδηγός βαρέων μηχανημάτων εδώ

Υπήρξε σκαπανέας. Ήταν ένας μεγαλόσωμος φωνακλάς άξεστος άντρας με τούβλινα χέρια που μύριζαν τύρφη και χορτάρι κι η πλάτη ήταν τοξοτή σαν αργηνό Οκτωβριάτικο φεγγάρι. Η πράσινη ζώνη κάτω απʼ τη σαπιοκοιλιά του τον κρατούσε ακέραιο και οι τρίχες στο σβέρκο και τη σπονδυλική του στήλη ήταν άγριες και κίτρινες σαν καλαμπόκι. Κι όταν έβηχε τα πνευμόνια του πρήζονταν σαν ορφανά που έκλαιγαν γιʼ ατέλειωτα χρόνια μοναξιάς κι ανάγκης. Τα μάτια του γκρίζα μαργαριτάρια σε μια βάναυση θάλασσα που καμιά φορά χτυπιόταν στην ακτογραμμή ενός χαμόγελου. Τα βλέφαρα κι οι βλεφαρίδες του ένα πετρωμένο ασήμι σαν άμμος, αλλά εύθραυστες σαν μυρωδιά ετοιμοθάνατου δέντρου. Και τα οστά της ζωής του κρυμμένα στο ροζιασμένο κορμί, πόδια στραβά στειλιάρια που μαχαίρωναν και τρόμαζαν την ανοιγμένη γη, κι όπως οι άνεμοι της μνήμης του πετούσαν απʼ τα κλαδένια χέρια του, εκσφενδονίζοντας προς τον μαβί ουρανό όπου λευκά κομμάτια σύννεφα κρέμονταν σαν μετά από τριήμερο γλέντι και το σκουριασμένο κόκκινο μηχάνημα στη γωνία του χωραφιού με το στόμα του όλο δαγκανιάρες αλυσίδες και τα δόντια του ξυράφια και δάχτυλα από κοπανισμένα νύχια μαζεύονται κι αρπάζουν το πλούσιο μαύρο υπόχωμα, σπρώχνοντας σπασμένα πελεκούδια αφυδατωμένης λάσπης στα άκρα του χρόνου του – το οικόπεδο όπου ζούσε είχε καταντήσει ένα μπάλωμα του τίποτα στο άδειο φόντο.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Jacques Prévert (1900-1977), Ποιήματα (μετάφραση: Κώστας Ριτσώνης)

ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ: «PAROLLES« («KOYΒΕΝΤΕΣ») ,1946.

 

Ακούστε εδώ τον Prévert

 

ΑΥΤΟΣ Ο ΕΡΩΤΑΣ

Αυτός ο έρωτας
Τόσο ορμητικός
Τόσο εύθραυστος
Τόσο απαλός
Τόσο απεγνωσμένος
Αυτός ο έρωτας
Όμορφος σαν τη μέρα
Κι άθλιος σαν τον καιρό
Όταν ο καιρός είναι κακός
Αυτός ο έρωτας τόσο αληθινός
Αυτός ο έρωτας τόσο ωραίος
Τόσο ευτυχισμένος
Τόσο εύθυμος
Και τόσο γελοίος
Tρέμοντας από φόβο όπως ένα παιδί μέσα στο σκοτάδι
Και τόσο σίγουρος για τον εαυτό του
Όπως ένας άντρας ήσυχος στη μέση της νύχτας
Αυτός ο έρωτας που τρόμαζε τους άλλους
Που τους έκανε να μιλούν
Που τους έκανε να χλωμιάζουν
Αυτός ο έρωτας που τον παραμονεύουν
Γιατί κι εμείς τον έχουμε παραμονεύσει
Περικυκλωμένος ,τραυματισμένος ,ποδοπατημένος
σκοτωμένος , απαρνημένος , ξεχασμένος
Γιατί εμείς τον έχουμε καταδιώξει τραυματίσει ποδοπατήσει
σκοτώσει απαρνηθεί ξεχάσει
Αυτός ο έρωτας ολόκληρος
Ακόμα τόσο ζωντανός
Και τόσο ηλιόλουστος
Είναι ο δικός σου
Είναι ο δικός μου
Αυτός που ήταν
Εκείνο το πράγμα το πάντα νέο
Και που δεν έχει αλλάξει
Το ίδιο αληθινός όσο κι ένα φυτό
Το ίδιο να τρέμει όσο και ένα πουλί
Το ίδιο ζεστός το ίδιο ζωντανός όσο και το καλοκαίρι

Διαβάστε περισσότερα