Οδηγός βαρέων μηχανημάτων εδώ

Υπήρξε σκαπανέας. Ήταν ένας μεγαλόσωμος φωνακλάς άξεστος άντρας με τούβλινα χέρια που μύριζαν τύρφη και χορτάρι κι η πλάτη ήταν τοξοτή σαν αργηνό Οκτωβριάτικο φεγγάρι. Η πράσινη ζώνη κάτω απʼ τη σαπιοκοιλιά του τον κρατούσε ακέραιο και οι τρίχες στο σβέρκο και τη σπονδυλική του στήλη ήταν άγριες και κίτρινες σαν καλαμπόκι. Κι όταν έβηχε τα πνευμόνια του πρήζονταν σαν ορφανά που έκλαιγαν γιʼ ατέλειωτα χρόνια μοναξιάς κι ανάγκης. Τα μάτια του γκρίζα μαργαριτάρια σε μια βάναυση θάλασσα που καμιά φορά χτυπιόταν στην ακτογραμμή ενός χαμόγελου. Τα βλέφαρα κι οι βλεφαρίδες του ένα πετρωμένο ασήμι σαν άμμος, αλλά εύθραυστες σαν μυρωδιά ετοιμοθάνατου δέντρου. Και τα οστά της ζωής του κρυμμένα στο ροζιασμένο κορμί, πόδια στραβά στειλιάρια που μαχαίρωναν και τρόμαζαν την ανοιγμένη γη, κι όπως οι άνεμοι της μνήμης του πετούσαν απʼ τα κλαδένια χέρια του, εκσφενδονίζοντας προς τον μαβί ουρανό όπου λευκά κομμάτια σύννεφα κρέμονταν σαν μετά από τριήμερο γλέντι και το σκουριασμένο κόκκινο μηχάνημα στη γωνία του χωραφιού με το στόμα του όλο δαγκανιάρες αλυσίδες και τα δόντια του ξυράφια και δάχτυλα από κοπανισμένα νύχια μαζεύονται κι αρπάζουν το πλούσιο μαύρο υπόχωμα, σπρώχνοντας σπασμένα πελεκούδια αφυδατωμένης λάσπης στα άκρα του χρόνου του – το οικόπεδο όπου ζούσε είχε καταντήσει ένα μπάλωμα του τίποτα στο άδειο φόντο.

Man Driving Heavy Plant
Translated by: Belica-Antonia Kubareli

He was a digger. He was a big loud brute of a man with brick hands that smelled like turf and sod and his back was arched like a late October moon. The green belt under his sagged gut held him together and the hairs on his neck and spine were rough and yellow as corn. And when he coughed his lungs swelled like an orphans that cried down years of loneliness and want. His eyes, grey pearls in a brutal sea that time over time pounded the shoreline of his smile. His eye lids and lashes a petrified silver like sand, yet brittle as the scent of a dying tree. And the bones of his life were hidden in his knotted body, knurled legs that stabbed and scared the opened ground and as the gales of his memories fled from his finger like branches, hurling toward the purpling sky where white cuts of cloud hung-over like a three day binge and the rusted red machine in the corner of the field with its mouth of biting chains and its teeth of hacking razors and fingers of pounding nails gathered and grasped at the rich black under soil, pushing broken splinters of dehydrated dirt to the edges of his time – where the land he lived upon had become a patch of nothing in the void of the background.

ALMOST HAIKU
ΣΧΕΔΟΝ ΧΑΪΚΟΥ

All around me noise.
Insects in the killing jar:
three poets humming.

Παντού γύρω μου θόρυβος.
Έντομα στη φονική γυάλα:
βόμβος τριών ποιητών.

***

People that hate think
of themselves as anger:
nine legged spider.

Όσοι νιώθουν μίσος σκέφτονται
τον εαυτό τους σαν την οργή:
εννιάποδη αράχνη.

Pognophobic

I canʼt shave the blade
is too near my skin.
The sad red beetle

Πωγωνοφοβία

Δεν μπορώ να ξυριστώ η λεπίδα
παραείναι κοντά στο δέρμα μου.
Το θλιμμένο κόκκινο σκαθάρι.

TOO much beer

The dangerous fart
flew from my anus, and my
mind became alive

ΠΑΡΑ πολύ μπίρα
Η επικίνδυνη κλανιά
πέταξε τον κώλο μου και
το μυαλό μου ζωντάνεψε.

***

Zen like mindset
comes with practise, so I
zoom like a horsefly in spring

Ο ζεν πλαίσιο σκέψης
έρχεται με εξάσκηση κι έτσι
εστιάζω σαν ανοιξιάτικη αλογόμυγα

Ο Κιθ Χίλινγκ (Keith Hilling – 1975) είναι Βρετανός ποιητής. Σπούδασε δημιουργική γραφή και λογοτεχνία και πήρε το Μάστερ του με άριστα. Τα ποιήματα που μετέφρασα εντάσσονται στο βιβλίο του με τίτλο An Elephant Remembers – Sticky Mud. Πρόσφατα έφτιαξε μαζί με άλλους νέους καλλιτέχνες κι ένα πόρταλ στη χώρα του