Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Tristan Tzara, «Τραγούδι ΝταΝτα» (μτφρ.: Κώστας Ριτσώνης)

 

ΑΚΟΥΣΤΕ  εδώ

 

TRISTAN TZARA (1896-1963)

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΝΤΑΝΤΑ

Ι

To τραγούδι ενός ντανταϊστή
που είχε το νταντά μες στην καρδιά
κούραζε πολύ το μοτέρ του
που είχε νταντά μες στην καρδιά

το ασανσέρ κουβαλούσε ένα βασιλιά
βαρύ εύθραυστο φθινόπωρο
έκοψε το μεγάλο του δεξί μπράτσο
και τοʼ στειλε στον πάπα στη Ρώμη

γιʼ αυτό το λόγο
το ασανσέρ
δεν είχε πια νταντά μες στην καρδιά

να φάτε σοκολάτα
πλύνετε τον εγκέφαλό σας
νταντά
νταντά
πιείτε και νεράκι

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Ingeborg Bachmann, Επιλογή Ποιημάτων (μτφρ: Ιωάννα Αβραμίδου)

Επιλογή ποιημάτων από τα Werke, Herausgegeben von Christine Koschel, Inge von Weidenbaum, Clemens Münster. Erster Band, R. Piper&Co Verlag, München 1978

Η ΧΡΟΝΙΚΗ ΠΑΡΑΤΑΣΗ

Έρχονται σκληρότερες μέρες
Στον ορίζοντα διαφαίνεται
Η ανάκληση της χρονικής παράτασης
Σύντομα πρέπει να ανασκουμπωθείς
Και τα σκυλιά να διώξεις στους βάλτους.
Γιατί τα σπλάχνα των ψαριών
Παγώσανε στον άνεμο
Αχνοφέγγει το φως από τα λούπινα
Το βλέμμα σου ανοίγει δρόμο στην ομίχλη:
Στον ορίζοντα διαφαίνεται
Η ανάκληση της χρονικής παράτασης

Πέρα εκεί η αγαπημένη σου βουλιάζει στην άμμο
Που σκαρφαλώνει και τυλίγει τα μαλλιά της στον άνεμο
Της κόβει το λόγο,
Την διατάσσει να σιωπήσει,
Τη βρίσκει θνητή
Και πρόθυμη για χωρισμό
Μετά από κάθε εναγκαλισμό.
Μη κοιτάς γύρω σου,
Ανασκουμπώσου
Διώξε τα σκυλιά
Ρίξε τα ψάρια στη θάλασσα
Σβήσε τα λούπινα
Έρχονται σκληρότερες μέρες

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Jose Maria Arguedas, «Τα Βαθιά ποτάμια» (μετφρ.: Χριστίνα Ρόρρη-Μίχου), Β΄Μέρος

 

 

Το Α’  ΜΕΡΟΣ ΕΔΩ: http://www.poiein.gr/archives/18673/index.html

 

Με ξύπνησε την επόμενη μέρα, φωνάζοντάς με:
«Ξημερώνει. Θα σημάνει η καμπάνα».
Κρατούσε στα χέρια το χρυσό του το ρολόι με τα τρία καπάκια. Ποτέ δεν το πούλησε. Ήταν ενθύμιο από τον πατέρα του. Καμιά φορά κούρδιζε, θαρρείς με πάθος, αυτό το πολυτελές ρολόι, έστω κι αν τα ρούχα του έδειχναν παλιά και εκείνος παρέμενε αξύριστος από την στενοχώρια. Στο χωριό εκείνο, με τα παιδιά φονιάδες των πουλιών, εκεί που μας πολιόρκησαν με την πείνα, ο πατέρας μου έβγαινε στη βεράντα και μπροστά στα πυκνά φαρμακερά βλαστάρια που θέριευαν στην αυλή, χάιδευε το ρολόι του, το έκανε να λαμπυρίζει στον ήλιο, κι αυτή η λάμψη τον ατσάλωνε.
«Θα σηκωθούμε μετά το χτύπημα της καμπάνας, στις πέντε» είπε.
«Το χρυσάφι που έδωσε η κυρία Μαρία Αγκόλα για να το λιώσουν και να φτιαχτεί η καμπάνα, ήταν κοσμήματα;» τον ρώτησα.
«Ξέρουμε ότι έδωσε ένα κιντάλ* χρυσού. Το μέταλλο αυτό ήταν από την εποχή των Ίνκα. Μπορεί να ήταν κομμάτια του Ήλιου του ΄Ιντι Κάντσα** ή των τειχών του ναού, ή των ειδώλων. Κομμάτια μονάχα ή μεγάλα κοσμήματα φτιαγμένα από αυτό το χρυσάφι. Μα το χρυσάφι που έλιωσαν για την καμπάνα δεν ήταν ένα κιντάλ αλλά πολύ περισσότερο. Η Μαρία Αγκόλα, αυτή μόνη της, έδωσε ένα κιντάλ! Το χρυσάφι, γιε μου, ηχεί ως η φωνή από τις καμπάνες να υψώνεται ίσαμε τον ουρανό, για να επιστρέψει με το τραγούδι των αγγέλων στη γη!

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Jose Maria Arguedas (1911-1969), «Τα Βαθιά ποτάμια» (μτφρ.: Χριστίνα Ρόρρη-Μίχου), Α’ Μέρος

 

 

1

Ο ΓΕΡΟΣ

Ενέπνεε σεβασμό, παρʼ όλη την παλαιομοδίτικη και βρώμικη εμφάνισή του. Τα σημαίνοντα πρόσωπα του Κούσκο* τον χαιρετούσαν με σοβαρότητα. Είχε πάντα μαζί του ένα μπαστούνι με χρυσή λαβή· το καπέλο του, με στενό μπορ, του σκίαζε ελαφρά το μέτωπο. Ένιωθες κάπως άβολα άμα τον συνόδευες, γιατί γονάτιζε μπροστά από όλες τις εκκλησίες και τα παρεκκλήσια, και έβγαζε το καπέλο του με επιδεικτικό τρόπο όταν χαιρετούσε τους ιερομόναχους.
Ο πατέρας μου τον μισούσε. Είχε δουλέψει γραφιάς στα τσιφλίκια του Γέρου. «Ουρλιάζει από τις βουνοκορφές με φωνή κολασμένου, υπενθυμίζοντας στους ινδιάνους του, πως του λόγου του είναι πανταχού παρόν. Αποθηκεύει τους καρπούς από τα περιβόλια και τους αφήνει να σαπίσουν, πιστεύει πως η αξία τους είναι μηδαμινή για να τους φέρει να τους πουλήσει στο Κούσκο ή να τους πάει στο Αμπανκάι, και ότι είναι πολύ ακριβά για να τους αφήσει στους ινδιάνους κολλήγους**. Στην κόλαση θα πάει!»

*Cusco, στα κέτσουα Kʼoskʼo, σημαίνει «ομφαλός», κέντρο της ινκαϊκής αυτοκρατορίας. Σ.τ.Μ.
** Colonos, ινδιάνοι που ανήκουν στα τσιφλίκια. Σ.τ.Σ.
έλεγε γιʼ αυτόν ο πατέρας μου.

Ήταν συγγενείς, και τους χώριζε μίσος. Όμως, ο πατέρας μου, στη σκέψη αυτού του ανθρώπου, συνέλαβε ένα παράξενο σχέδιο. Και παρότι μου είχε πει πως προορισμός μας ήταν το Αμπανκάι, κατευθυνθήκαμε προς το Κούσκο, ξεκινώντας από ένα απομακρυσμένο χωριό. Κατά τον πατέρα μου, ήμασταν περαστικοί. Ήμουν γεμάτος ανυπομονησία για να φτάσω στη μεγάλη πόλη. Και τον Γέρο τον γνώρισα σε μιαν αξέχαστη στιγμή.
Μπήκαμε νύχτα στο Κούσκο. Ο σιδηροδρομικός σταθμός και η φαρδιά λεωφόρος όπου προχωρούσαμε αργά, πεζοί, με ξάφνιασαν. Ο ηλεκτρικός φωτισμός ήταν πιο αδύναμος από εκείνον που υπήρχε σε κάποια μικρά χωριά που είχα γνωρίσει. Φράχτες ξύλινοι ή σιδερένιοι προστάτευαν τους κήπους και τα σύγχρονα σπίτια. Δεν μπορούσε να είναι αυτό το Κούσκο του πατέρα, αυτό που μου είχε περιγράψει, μπορεί και χιλιάδες φορές.
Ο πατέρας μου κρυβόταν κοντά στους τοίχους καθώς προχωρούσε, στη σκιά. Το Κούσκο ήταν η γενέτειρά του και δεν ήθελε να τον αναγνωρίσουν. Σίγουρα μοιάζαμε με δραπέτες, δεν ερχόμασταν όμως ηττημένοι, αλλά για να πραγματοποιήσουμε ένα μεγάλο σχέδιο.
«Θα τον εξαναγκάσω. Μπορώ να τον καταστρέψω!» είχε πει ο πατέρας μου. Αναφερόταν στον Γέρο.
Όταν φτάσαμε στα στενά δρομάκια, ο πατέρας μου άρχισε να περπατάει πίσω από εμένα και τους βαστάζους που κουβαλούσαν τις αποσκευές μας.
Εμφανίστηκαν τα σκαλιστά ξύλινα μπαλκόνια, οι μεγαλοπρεπείς και αρμονικές προσόψεις, οι δρόμοι με την αίσθηση της προοπτικής τους, κυματιστοί πάνω στη βουνοπλαγιές. Ούτε ένα αρχαίο τείχος, όμως!
Τα γνώριζα αυτά τα μπαλκόνια που προεξέχουν σαν εξώστες, τις πετρόχτιστες προσόψεις και τους λαξευτούς διαδρόμους που κατέληγαν στις εξώθυρες, τις μεγάλες μεσαυλές με τις καμάρες. Τα είχα δει όλα αυτά κάτω από τον ήλιο της Ουαμάγκα. Εγώ περιεργαζόμουν εξονυχιστικά τους δρόμους αναζητώντας τα ινκαϊκά τείχη.
«Κοίτα απέναντι!» μου είπε ο πατέρας. Ήταν το παλάτι ενός Ίνκα.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Allen Ginsberg, «Αμερική» (μετφρ.: Κλείτος Κύρου, περ. “Μαρτυρίες” τ.χ.9, 1964)

 
Αμερική όλα σου τάχω δώσει και τώρα είμαι ένα τίποτε.

Αμερική δύο δολλάρια κ’ εισοσιεφτά σεντς 17 Ιανουαρίου 1956.

Δεν το χωράει ο νους μου.

Αμερική πότε θα σταματήσουμε τον ανθρώπινο πόλεμο;

Δεν έχω κέφι μη με πειράζεις.

Α σικτήρ με την ατομική σου μπόμπα.

Δε θα γράψω το ποίημα μου πριν έρθω στις καλές μου.

Αμερική πότε θα γίνεις αγγελική;

Πότε θα πετάξεις τα ρούχα σου;

Πότε θα δεις τον εαυτό σου μέσα απ’ τον τάφο;

Πότε θα γίνεις άξια για το ένα εκατομμύρια αγωνιστές σου;

Αμερική γιατί είναι οι βιβλιοθήκες σου γιομάτες δάκρυα;

Αμερική πότε θα στείλεις τις μπόττες σου στην Ινδία;

Μ’ αρρώστησαν οι παράλογες αξιώσεις σου.

Πότε μπορώ να μπω στα μαγαζιά και ν’ αγοράσω ό,τι χρειάζομαι με την ομορφιά μου;

Αμερική στο κάτω – κάτω είσαι συ κι εγώ που είμαστε τέλειοι κι όχι ο κόσμος που θάρθει.

Οι μηχανές σου ξεπερνούν τις δυνάμεις μου.

Με κατάντησες να θέλω να γίνω άγιος.

Θα υπάρχει κάποιος άλλος τρόπος να ξεκαθαρίσουμε αυτή τη διαφορά.

Ο Μπάροουζ είναι στην Ταγγέρη δεν πιστεύω να γυρίσει είναι φοβερό.

Μήπως είσαι συ απαίσια ή πρόκειται για κάνα έξυπνο χωρατό;

Προσπαθώ να φτάσω στο θέμα.

Αρνούμαι να εγκαταλείψω την έμμονη ιδέα μου.

Αμερική πάψε να σκουντάς ξέρω τι κάνω.

Αμερική πέφτουν οι ανθοί απ’ τα δαμάσκηνα.

Διαβάστε περισσότερα