Carmen Adamucci, «Τρεις Μικρές Ιστορίες» (μτφρ και επιμέλεια: Belica-Antonia Kubareli)
2Ιου
1) ΤΟ ΠΡΩΙΝΟ ΕΝΟΣ ΑΓΡΟΤΗ – του ΚΑΡΜΕΝ ΑΝΤΑΜΟΥΤΣΙ
Μετάφραση: Μπελίκα-Αντωνία Κουμπαρέλη
Ρημάζει κάθε λογική, κάθε αποδεκτή αλήθεια, οτιδήποτε αντιπροσωπεύει τη ζωή, απʼ τον πραγματιστή, τον άνθρωπο του αμερικάνικου ονείρου, τον δότη της ζωής, τον καλοπληρωτή των λογαριασμών και των εργατών και των οδηγών και όσων χειρίζονται τα μηχανήματα, κι όλες τις άλλες ευθύνες που ξεχειλίζουν τη δεξαμενή του άγχους του, κι όλες τις ηθικές αρχές που υιοθέτησε και παράτησε, όλα τα παιδαριώδη όνειρα που ξεπέρασε: το πάθος της δημιουργικότητας, την ανάγκη να επαναστατήσει ενάντια σε κάθε αρχή, τις πεποιθήσεις του για τη δύναμη του ενός -ο δικός του βασιλιάς- κάθε ικανοποίηση που πήρε απʼ την επέκταση των κτημάτων του, οποιαδήποτε αλαζονεία κι εγωιστική πρόθεση, οτιδήποτε πεθαμένο ή αναθρεμμένο, κάθε μίσος και αγάπη, το ταλέντο του να εκλογικεύει, κάθε άγρια μανία του να φάει όλους τους ανταγωνιστές του, να ξεφύγει απʼ τα όρια της μετριοπάθειας που του εμφύσησαν, τα ζηλιάρικα πεινασμένα απογεύματα της εφηβείας του, κάθε άρνηση της ασπλαχνίας του, τις εξομολογήσεις του στον παπά, τις προσφορές του σε μια εκκλησία που δεν τον κριτικάρει, όλα όσα έφτασε να πιστεύει για τη φιλοδοξία, ένας αποφασισμένος, ένας άντρας με θέληση και πείσμα, που θερίζει τη σοδειά της γης και τη σοδειά του μυαλού του – όλα ρημάζονται, αποσυναρμολογούνται, όλα διασκορπίζονται, δεν θα τα ξαναβρεί.
Όλα συντρίμμια απʼ την εικόνα του γιου του πεσμένου στο χώμα.
Δε χρειάζεται καν νʼ αγγίξει το παιδί για να καταλάβει. Και δεν θα το παραδεχτεί ποτέ σε κανέναν. Το κινητό δεν καλεί αριθμούς τόσο γρήγορα. Δεν θα καλέσει κανέναν αριθμό. Το αγόρι δεν αναπνέει. Ίσως και να αναπνέει. Ο αγρότης πέφτει στα γόνατα. Βάζει τα χέρια κάτω απʼ τους ώμους του παιδιού. Τραβάει το παιδί που είναι κάτω απʼ το ανατρεπόμενο φορτηγάκι του, πάνω στο νωπό γρασίδι του πανέμορφου μπροστινού γκαζόν. Τα μπράτσα του γίνονται κούνια για το κεφάλι του παιδιού. Όχι, δεν ανασαίνει. Όχι. Δεν. Πώς έγινε αυτό; Είναι δυνατόν; Πού στο διάτανο ήταν αυτή; Τι άλλο έχει να κάνει απʼ να προσέχει το παιδί; Πού είναι το κινητό; Γιατί το πέταξα κάτω; Πιάσε το κινητό. Αχ, Θεέ μου η πάνα. Του μύρισε η λερή πάνα. Θα τον βρουν σʼ αυτή την κατάσταση, εδώ έξω, στη μπροστινή αυλή, με τη χεσμένη πάνα. Γιατί τον μετακίνησα, γαμώτο μου; Λένε να μην τους μετακινείς ποτέ.
«Ναι. Σας παρακαλώ. 414 Φλόρενς. Ναι. Ναι. Φλόρενς. Φάρμα. Όχι. Το σπίτι. Ναι. Στο δρομάκι. Στο μπρος μέρος του σπιτιού μου, στο δρομάκι. Σας παρακαλώ. Σας παρακαλώ. Όχι. Δεν ξέρω. Δεν ξέρω γαμώτο μου, είπα!»
Η γυναίκα του παραλίγο να πέσει απʼ τα σκαλιά. Φοράει ένα μπουρνούζι. Τα στήθια της φαίνονται, βρεγμένα κι αστραφτερά κάτω απʼ τον ήλιο. «Θα είναι μια χαρά, θα δεις», λέει σαν παπαγάλος. «Δεν είδα… Κλείδωσα την – πώς ξεκλείδωσε την πόρτα;»
«Τηλεφώνησα… Έρχονται… Τηλεφώνησα».
Εκείνη αμίλητη, κουνάει το παιδί, μόνο κουνάει το παιδί στην αγκαλιά της και του χαϊδεύει το κεφάλι και το πρόσωπο και το λαιμό. Ο άντρας της τη βλέπει να κολλάει το γιο τους στο στήθος της, να κολλάει το πρόσωπό της στο κεφάλι του αγοριού, ένα κεφάλι μια σταλιά, ένα κεφάλι που δε θα μεγαλώσει ποτέ, ένα κεφάλι που πριν λίγα λεπτά ονειρευόταν να πάει να δουλέψει με τον μπαμπά του και μπήκε σχεδόν χορεύοντας στην κρεβατοκάμαρά τους με το τζινάκι του και τις μποτίτσες του κι ένα στραβοκουμπωμένο πουκαμισάκι. Το αγοράκι ήθελε μόνο να πάει μαζί του στη δουλειά κι εκείνος το μάλωσε γιατί τα παιδιά που δεν ακούνε τους γονείς τους πρέπει να τα μαλώνεις για να πάρουν σωστή ανατροφή.
Βρεγμένα μαλλιά κρύβουν τα πρόσωπα της φαμίλιας του, της φαμίλιας που ξέρει ότι έχασε αλλά δεν θα παραδεχτεί ποτέ πως τους έχασε από δικό του λάθος. Ο αγρότης στέκεται κάτω απʼ τον ήλιο που ανατέλλει, χωρίς τον γιο του. Κι ύστερα βλέπει τι ήθελε να κάνει το παιδί και βγήκε έξω, γιατί το αγόρι του άνοιξε την εξώπορτα κι έτρεξε παρʼ όλο που του είχαν πει ξανά και ξανά, ποτέ να μη βγαίνει έξω μόνος του.
Το πορτοφόλι. Το πορτοφόλι που ο αγρότης ξέχασε στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι του. Το πορτοφόλι που ο γιος του ήθελε πάντα να κρατήσει στο χέρι του αλλά ποτέ δεν του το επέτρεψε. Το πορτοφόλι στο δρομάκι με τα χαλίκια. Το πορτοφόλι που θα μείνει για πάντα στο δρομάκι, σφηνωμένο κάτω απʼ τη ρόδα του φορτηγού του αγρότη.














