Pierre Reverdy (1889-1960), Ποιήματα (μτφρ. και επίμετρο: Κώστας Ριτσώνης)
20Δεκ
ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΕΛΕΙΩΜΕΝΟΣ
Το βράδυ περπατά ανάμεσα στη βροχή και το νυχτερινό κίνδυνο την ασχημάτιστη σκιά του και όλα αυτά που τον έχουν πικράνει.
Στην πρώτη συνάντηση τρέμει – πού να καταφύγει μπρος στην απελπισία;
Ένα πλήθος πλανιέται μέσα στον άνεμο που βασανίζει τα κλαδιά και ο Κύριος του ουρανού τον παρακολουθεί με ένα μάτι τρομερό.
Μια επιγραφή τρίζει – o φόβος. Μια πόρτα κουνιέται και το παντζούρι από ψηλά χτυπά πάνω στον τοίχο τρέχει και οι φτερούγες που κουβαλούν το μαύρο άγγελο τον εγκαταλείπουν.
Και μετά, μέσα σε διαδρόμους χωρίς τέλος μέσα σε κάμπους έρημους της νύχτας, όπου σκοντάφτει το πνεύμα, απροσδόκητες φωνές διαπερνούν τα χωρίσματα, ιδέες κακοχτισμένες κλονίζονται, οι καμπάνες του αμφίβολου θανάτου χτυπούν.
*
ΑΡΓΑ ΜΕΣ ΣΤΗ ΖΩΗ
Είμαι σκληρός
Είμαι τρυφερός
Κι έχασα τον καιρό μου
Να ονειρεύομαι μα δίχως να κοιμάμαι
Να κοιμάμαι περπατώντας
Παντού απʼ όπου πέρασα
Βρήκα την απουσία μου
Δεν είμαι πουθενά
Παρά μονάχα μες στο μάταιo
Όμως μέσα στα σπλάχνα μου
Εκεί που ο κεραυνός τόσο συχνά χτυπάει
Έχω κρυμμένη μια καρδιά
που κάθε λέξη κι ένα σκάλισμα τής δίνει
και στις μικρές κινήσεις της
στραγγίζει η ζωή μου














