Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

«Cantares», του Antonio Machado και του Χουάν Μανουέλ Σερράτ

 

 

ΑΚΟΥΣΤΕ εδώ

 

Όλα περνούν κι όλα μένουν,
αλλά δικό μας είναι το να περνάμε
να περνάμε κάνοντας δρόμους,
δρόμους πάνω στη θάλασσα.

Ποτέ δεν κυνήγησα τη δόξα,
ούτε ν’ αφήσω στη μνήμη
των ανθρώπων το τραγούδι μου.

Εγώ αγαπώ τους ανεπαίσθητους κόσμους,
τους αβαρείς και αβρούς,
σαν σαπουνόφουσκες.
Μ’ αρέσει να τους βλέπω να ζωγραφίζονται
από ήλιο και πορφύρα, να πετάνε
κάτω από το γαλανό ουρανό, να πάλλουν
κι αμέσως να σπάνε…
Ποτέ δεν κυνήγησα τη δόξα…

Διαβάτη, τα ίχνη σου είναι
μόνο ο δρόμος και τίποτε άλλο
Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος,
ο δρόμος γίνεται βαδίζοντας…

Βαδίζοντας γίνεται ο δρόμος
και γυρίζοντας το βλέμμα πίσω
φαίνεται το μονοπάτι
που ποτέ δε θα ξαναπατήσεις

Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος
μόνο απόνερα στη θάλασσα.

Πριν λίγο καιρό σ’ αυτό τον τόπο
όπου τα δάση ντύνονται με αγκάθια
ακούστηκε η φωνή ενός ποιητή να κραυγάζει

“Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος,
γίνεται δρόμος βαδίζοντας”

Χτύπο το χτύπο στίχο το στίχο.

Πέθανε ο ποιητής μακριά από τον τόπο του.
Τον σκεπάζει η σκόνη μια γείτονας χώρας.
Μακραίνοντας τον είδαν να κλαίει:
“Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος
γίνεται δρόμος βαδίζοντας…”

Χτύπο το χτύπο στίχο το στίχο.

Όταν ο σπίνος δεν μπορεί να κελαηδήσει,
όταν ο ποιητής είναι ένας περιπλανώμενος,
όταν σε τίποτα δεν μας βοηθάει η προσευχή

Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος
γίνεται δρόμος βαδίζοντας.
Χτύπο το χτύπο, στίχο το στίχο
Χτύπο το χτύπο, στίχο το στίχο
Χτύπο το χτύπο, στίχο το στίχο

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Το μυθικό τραγούδι με τη φωνή του Μανουέλ Σερράτ. Το τμήμα ως τους στίχους: « Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος μόνο απόνερα στη θάλασσα» καθώς και το εμβληματικό «Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος γίνεται δρόμος βαδίζοντας» ανήκουν στον Αντώνιο Ματσάδο, που, φυγάδας στη διάρκεια του Ισπανικού Εμφύλιου, πέθανε το 1939 στο Γαλλικό χωριό Κολιουρί. Στο περιστατικό αυτό συνεχίζουν οι στίχοι του Σερράτ και σταθεροποιούν την παρουσία του τραγουδιού εμβληματικά στη συνείδηση του ισπανικού κόσμου.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Henry Lawson, Ποιήματα (μετφρ.-επίμετρο: Μαρία Ανδρεαδέλλη)

 

Όσα ποτέ δεν είπαμε

 

Πόσο όμορφοι οι αγροί το φθινόπωρο, με τον ήλιο ακόμα να λάμπει,
Μα εμείς σαν τυφλοί τ’ απαρνιόμαστε, γιατί ο θάνατος μέσα μας λάμνει·
Κι αν με κόπο τα χείλη μας σκάσουμε, κι αποδεχθούμε την εύθυμη μέρα,
Τα σωθικά μας βαριά ματώνουνε, γιατί δεν λέμε την αλήθεια ως πέρα.

Της αγάπης της πρώτης η φλόγα μας τέμνει, με το φως ριζωμένο βαθιά·
Κι απ’ το ψέμα του πόνου η αγωνία μας μένει, ο κόσμος μην δει την νυχιά.
Έτσι χρόνια η ζωή μας ξεφτίζει πίσω από μάσκες και ήχους γιορτής,
Καθώς η καρδιά μας από θλίψη σαπίζει, απ’ τις πράξεις αυτές της σιωπής.

Το μόνο που αντλούμε μια κουτή υπερηφάνεια, από ένα στήθος που σπάει η καρδιά·
Πόσο ο κόσμος θα έμοιαζε αλήθεια στα ουράνια αν φανερώναμε τα σωθικά!
Όμως ζούμε ανταλλάσσοντας τ’ ολοζώντανο ψέμα μεταξύ μας σαν κάτι ιερό,
Ενώ τρώει της καρδιάς μας τις χρονιές ένα-ένα, κάθε τι που κρατάμε κρυφό.

Θυσία το σώμα σε λερό βωμό γέρνει, ή ναό απώτερης γης,
Εις υγείαν των δογμάτων κρασί στα φέρετρα φέρνει, θεαθήναι μιας τάχα γιορτής·
Έτσι νικάμε κι αντέχουμε με μια ξέμακρη μνήμη, τα καταφέρνουμε παραδόξως καλά,
Όμως οι καρποί του αιώνα πεθαίνουν χειμώνα απ’ τον πάγο που σπάει την καρδιά.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Vladimir Vysotsky, «Δυο μοίρες» (μτφρ.: από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©)

 

ΑΚΟΥΣΤΕ Εδώ

Ζούσα μια χαρά στο πρώτο τρίτο της ζωής
Είκοσι χρόνια στον κόσμου τούτο –
πιστός στο μάθημα,
Ζούσα ανέμελα, αλλά σωστά,
Το ρεύμα ακολουθώντας, –
Ταξίδευα εκεί που έφταναν τα μάτια.

Σκεφτόμουν πως βραβείο είναι, –
Δε χρειάζονται κουπιά,
Μα ούτε και οι χούφτες.
Κουνούπια, αλογόμυγες και σφήκες
Οι αιματορουφήχτρες ενοχλούσαν,
Μα δεν εξαντλούσαν.

Απʼ την ακτή αρχικά άκουσα
Να με καλούνε σε βοήθεια,
κάποιος εκινδύνευε.
Μα δεν προφτάσαν, φουκαράδες, –
Ξαπλωμένος, από την μπύρα ήμουν μεθυσμένος,
και λιπόθυμος.

Στη στροφή τινάζεται,
Τη δίνη αποφεύγει –
κι όλα πάνε καλά.
Τα παπούτσια βάζω, βγάζω,
Στο νερό να πέσω θέλω –
Με τρελαίνει αυτό.

Οι ακτές τη βάρκα κυνηγούν.
Μα ʽγω το λαρύγγι μʼ οινόμελο
χαϊδεύω.
Άλλη μια γουλιά σαν πίνω,
Μοναχός μου δεν πλέω πια, –
Μα με την γριούλα μʼ αγκαλιά.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Sotirios Pastakas, «L΄apprendimento del respiro» (traduzione di Crescenzio Sangiglio)

(da L’ evento silenzioso, Planodion, Atene, 2001)

Banchetto di partito

Con un semplice gesto impone il silenzio
ai convenuti e attira la loro attenzione
su una canzonetta che trasmettono gli altoparlanti:
Udite, cari amici, questa ninnananna.
A mezz’ aria le posate, sospesa
la conversazione troncata in gola, volo
radente da un angolo all’altro del salone
e quanti non hanno notato nulla volgono
lo sguardo su di lui: la sua estasi e’ anche la loro.

Beati i seguaci che affascina
la lontana musica del futuro,
anche senza sentire questo rumoroso
suono di trombe, il galoppo, la ninnananna.

 

*

Una nuvola di fumo

Prima che la visita si concluda
il meticoloso cronista evidenzi
la nuvola di fumo che ha avvolto la stanza,
la sua ampiezza e le sue sfumature:
come era quando stava sopra il paralume,
come e’ comparsa davanti allo specchio,
come si e’ allargata con leggerissimi spostamenti
diventando una massa compatta soppiantando
la precedente discussione, che ormai altro
non fanno tutti che occuparsi trionfalmente di lei,
un tema che conclude in modo simpatico la riunione
attenuando divergenze e controversie,
quando gia’  tutti stanno in piedi
e si scambiano strette di mano.

E il padrone di casa ha fretta di aprire la finestra.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Jose Maria Arguedas, «Τα Βαθιά ποτάμια»- (μετφρ.: Χριστίνα Ρόρρη-Μίχου), Γ’ Μέρος

ΤΟ Α΄ ΜΕΡΟΣ ΕΔΩ: http://www.poiein.gr/archives/18673/index.html

ΤΟ Β΄ΜΕΡΟΣ ΕΔΩ: http://www.poiein.gr/archives/18686/index.html

2.

ΤΑ ΤΑΞΙΔΙΑ

Ο πατέρας μου δεν μπόρεσε ποτέ να βρει ένα μέρος να στεριώσει· ήταν ένας δικηγόρος της επαρχίας, ασταθής και περιπλανώμενος. Μαζί του γνώρισα πάνω από διακόσια χωριά. Φοβόταν τις ζεστές κοιλάδες και περνούσε από αυτές μόνο σαν ταξιδιώτης, έμενε για κάποιο διάστημα στα χωριά με εύκρατο κλίμα: Πάμπας, Ουαϊταρά, Κορακόρα, Πούκιο, Ανταουάιλας, Γιάουγιος, Κανγάγιο… Πάντα δίπλα σε κάποιο μικρό ποτάμι, δίχως δάση, με μεγάλες πέτρες όλο φως, και μικρά ψάρια. Η μυρτιά, οι σημύδες, η ιτιά, ο ευκάλυπτος, η κερασιά των Άνδεων, η τάρα*, είναι δέντρα από καθαρό ξύλο, όπου τα κλαδιά και τα φύλλα διαγράφονται ξεχωριστά. Τα ατενίζει από μακριά ο άνθρωπος και όποιος ψάχνει για ίσκιο, τα πλησιάζει και ξεκουράζεται κάτω από ένα δέντρο που τραγουδάει μόνο του, με μία βαθιά φωνή, στην οποία μπλέκονται ο ουρανός, το νερό και η γη.
Οι μεγάλες πέτρες κρατούν το νερό από αυτά τα μικρά ποτάμια και σχηματίζουν τις ήρεμες ποταμολίμνες, τους καταρράκτες, τις δίνες, τα ανάβαθα περάσματα. Οι ξύλινες γέφυρες, τα κρεμαστά γεφύρια και τα ορόγια**, στηρίζονται πάνω τους. Λάμπουν στον ήλιο. Πολύ δύσκολο να σκαρφαλώσεις πάνω τους γιατί, σχεδόν πάντα, είναι μονοκόμματες και λείες. Αλλά από αυτές τις πέτρες είναι που μπορείς να δεις από πού έρχεται ο ποταμός, πώς ηρεμούν τα νερά του στις στροφές, πώς στα νερά του αντανακλάται το βουνό. Οι άνθρωποι κολυμπούν για να φτάσουν στις μεγάλες πέτρες, τις φτάνουν διασχίζοντας το ποτάμι και κοιμούνται εκεί. Διότι από πουθενά αλλού δεν ακούς καλύτερα τον ήχο του νερού. Στα φαρδιά και μεγάλα ποτάμια δεν μπορούν όλοι να φτάσουν τις πέτρες. Μόνον οι κολυμβητές, οι τολμηροί, οι ήρωες· οι άλλοι, οι ταπεινοί και τα παιδιά, μένουν πίσω, κοιτάνε από την όχθη πώς κολυμπούν οι δυνατοί

*Tara. Χαμηλό, πολύ φουντωτό δέντρο με σκληρή ξυλεία. Ο πορτοκαλί ή ροζ καρπός του κρέμεται σε τσαμπιά. Πολύτιμο για τις ιδιότητες του, χρησιμοποιείται ως χρωστική ουσία και στην βυρσοδεψεία. Οι ινδιάνοι πιστεύουν ότι όταν ξεκουράζονται κάτω από τα κλαδιά του, αποκοιμούνται με το άρωμα του λουλουδιού του και όταν ξυπνούν δεν θυμούνται τους καημούς τους. Σ.τ.Μ.
**Oroya, καλάθι που αναρτημένο στο σχοινί τοποθετημένο μεταξύ τις δυο ακτές του ποταμιού χρησιμεύει στο πέρασμά του, είδος κρεμαστή γέφυρα. Σ.τ.Μ.

στο ρεύμα, εκεί όπου βαθαίνει το ποτάμι, πώς φτάνουν μέχρι τις μοναχικές πέτρες, πώς σκαρφαλώνουν σε αυτές, με πόσο κόπο και μετά ορθώνουν το ανάστημα τους για να ατενίζουν την χαράδρα, για να ρουφήξουν το φως του ποταμού, την δύναμη με την οποία προχωρεί και εισχωρεί στα άγνωστα μέρη.

Διαβάστε περισσότερα