Ελευθερία Θάνογλου, «Η ράμπα», εκδ. Θράκα, 2026 (γράφει ο Σωτήρης Παστάκας)
18Μαΐ
Θυμός και λύτρωση
Η ποιητική συλλογή Η ράμπα της Ελευθερίας Θάνογλου συνιστά ένα πυκνό και ανήσυχο τοπίο όπου ο θυμός δεν εκρήγνυται απλώς, αλλά μορφοποιείται σε στοχασμό, ειρωνεία και εντέλει σε μια ιδιότυπη αναζήτηση λύτρωσης. Πρόκειται για ποίηση βαθιά πολιτική —όχι με τη στενή έννοια της επικαιρότητας, αλλά ως διαρκής διάγνωση της ανθρώπινης συνθήκης μέσα σε δομές εξουσίας, κοινωνικής υποκρισίας και συλλογικής συνενοχής. μια ποίηση βαθιά κοινωνική, που λειτουργεί ως καθρέφτης μιας δυστοπικής πραγματικότητας και ως κραυγή διαμαρτυρίας ενάντια στην εξουσία και την αδικία.
Ήδη από τον εμβληματικό τίτλο, η «ράμπα» λειτουργεί ως σύμβολο πρόσβασης και αποκλεισμού, ως μηχανισμός που αφαιρείται βίαια:
«Η ράμπα απ’ το πλατύσκαλο
μια νύχτα εξαφανίσθη!»
Η εικόνα αυτή συμπυκνώνει το βασικό άγχος της συλλογής: την αφαίρεση των όρων μετάβασης, την παγίδευση σε έναν χώρο όπου «πού είσοδος; πού έξοδος;». Ο θυμός εδώ δεν είναι ατομικός, αλλά κοινωνικός· γεννιέται από την αίσθηση αδυναμίας απέναντι σε αόρατους μηχανισμούς.
Στο ποίημα «Το μαστίγιο», η εξουσία περιγράφεται ως μια ηδονή στην οποία βυθίζονται τα ακροδάχτυλα των ισχυρών , ενώ το μαστίγιο δίνεται σε χέρια που αντέχουν τη βία του χτυπήματος. Η πολιτική διάσταση εδώ είναι σαφής: η καταπίεση δεν είναι τυχαία, αλλά μια συνειδητή επιλογή εκείνων που «κάθονται ψηλά». Ταυτόχρονα, η ποιήτρια μετατοπίζει το βλέμμα από την πράξη της βίας στην εσωτερίκευσή της:
«Τούτη η υπόθεση ζητά χέρια
πονεμένα, απ’ τις ίδιες μας τις πλάτες
το αίμα να κρατάνε.»
Η λύτρωση δεν έρχεται ως εξωτερική δικαιοσύνη αλλά ως επίπονη συνειδητοποίηση: μόνο όταν το τραύμα αναγνωριστεί ως κοινό, το «μαστίγιο άχρηστο θα μένει».
Ιδιαίτερα αιχμηρός είναι ο σαρκασμός της Θάνογλου απέναντι στην κοινωνική υποκρισία. Στον «Νηστικό δείπνο» η γλώσσα γίνεται σχεδόν θεατρική:
«Αυτοί που κάθονται ψηλά,
βρίσκουν χυδαίο να μιλάμε για φαΐ.»
η Θάνογλου στηλιτεύει τον καθωσπρεπισμό και την αλαζονεία της ελίτ, η οποία βρίσκει «χυδαίο» το να μιλάνε οι απλοί άνθρωποι για φαΐ. Η πολιτική ανάλυση της ποιήτριας εστιάζει στην ταξική διαφορά: οι ισχυροί «ρεύονται ακόμα το φιλέτο και τα νομοσχέδια της προηγούμενης συνόδου», ενώ απαιτούν από τους «νηστικούς» να φεύγουν με «αξιοπρέπεια», δηλαδή ήσυχοι και πεινασμένοι.
Διαβάστε περισσότερα








