Μία γνήσια ποιητικη φωνη που ξεχειλίζει απο πόνο και οργη!
Μ’ ένα εν ενεργεία ηφαίστειο, που βρυχάται συνεχως και προκαλει δέος, έτοιμο απο στιγμη σε στιγμη να εκραγει, παρασύροντας και καίοντας με την καυτη λάβα-του ότι συναντήσει στο διάβα-του, φαντάζει η ποίηση που μας προσφέρει ο Κώστας Κωνσταντινίδης με την καινούργια συλλογη-του που τιτλοφορείται ΄΄Ρέκβιεμ΄΄, και με υπότιτλο ΄΄Ελεγείες και Αποστροφες΄΄, η οποία κυκλοφόρησε αρχες του 2026, στη Θεσσαλονίκη.
Με αυτη την εισαγωγικη περιγραφη-μου θέλω να τονίσω πως στην εν λόγω συλλογη υπάρχει πολλη πίκρα και πολυς πόνος για την άδικία που βασιλεύει στις μέρες-μας πάνω στον πλανήτη-μας, η οποία σαν κοφτερο μαχαίρι πληγώνει ανεπανόρθωτα και καταστρέφει τις ζωες αμέτρητων συνανθρώπων-μας που βρίσκονται εγκατεστημένοι σε διαφορετικα γεωγραφικα μέρη. Πίκρα και αληθινος πόνος που μετατρέπεται σε κεραύνια οργη, δηλαδη σε φωτια και λάβα, όπου έντεχνα διοχετεύεται σε σκληρους και καταγγελτικους στίχους. Στίχους που στιγματίζουν και αναθεματίζουν τους αδίστακτους υπαίτιους που προκαλουν αυτη την αφόρητη αδικία σε βάρος συνανθρώπων-μας. Κατα βάθος, την εν λόγω συλλογη, θα έλεγα πως την εκλαμβάνω ως μία ενιαία έξοχη ποιητικη και χορωδιακη σύνθεση του πόνου.
Επομένως, πρέπει ν’ αντιληφθούμε πως ο ποιητης αυτος δεν γράφει ποίηση για να εξυπηρετήσει μόνο την τέχνη. Γράφει ποίηση κυρίως για να φανερώσει, αν είναι δυνατον, διάπλατα την αδικία (την κάθε αδικία) που επικρατει σήμερα στην ανθρώπινη κοινωνία, όπου η κυριαρχία του χρήματος ισοπεδώνει τον άνθρωπο και τις αξίες-του, αλλα και για να στήσει στον τοίχο όσους καλλιεργουν αυτο το απεχθες φαινόμενο. Γι’ αυτο και η καινούργια ποίησή-του, στο σύνολό-της, είναι ποίηση διαμαρτυρίας∙ είναι φωνη κραυγαλέα για όσα αποτρόπαια συμβαίνουν σήμερα στον κουρασμένο πλανήτη-μας όπως, λόγου χάρη, οι πολεμικες επιχειρήσεις που βλέπουμε στη Γάζα, στον Λίβανο, στο Ιραν, στην Ουκρανία, αλλα διαμαρτύρεται και για ορισμένα ακατανόητα φαινόμενα που συμβαίνουν κατα καιρους στην Ελλάδα.
Με άλλα λόγια, είναι φωνη στιβαρη, γεμάτη απο λυγμο και σπαραγμο, ενάντια στην ανθρώπινη βία, το μίσος και τους πολέμους που αφήνουν στα πεδία των μαχων δεκάδες χιλιάδες άμαχους νεκρους, νέους και γέρους, γυναίκες και άνδρες. Που αφήνουν πίσω-τους δεκάδες χιλιάδες μαυροφορεμένες μάνες και συζύγους αλλα και ορφανα μικρα παιδια που λιώνουν στον αβάστακτο χαμο των δικων-τους αγαπημένων προσώπων, θυμάτων, όπως είπα, της ανθρώπινης βίας, της μισαλλοδοξίας και της μνησικακίας, που είναι ψυχώσεις που ευδοκιμουν και διογκώνονται περισσότερο μέσα στο άγος του πολέμου. Ενδεικτικο αυτου του σπαραγμου-του είναι και οι τίτλοι σχεδον όλων των ποιημάτων του Κ. Κωνσταντινίδη. Τίτλοι όπως «θρηνωδία», «Εγκώμιο», «Επιτάφιος λόγος», «Μοιρολόι», «Εξόδιο», «Ρέκβιεμ για έναν τζάζμαν», «Αποχαιρέτημα», «Οιονει απων», «Επικήδειο», «Μεγάλη Παρασκευη» κ.ά.
Στην ουσία, ο θεσσαλονικιος ποιητης, που έχει ξεχωρίσει για την ευαισθησία και τον ουσιαστικο προβληματισμο-του, με τους στίχους-του ή, καλύτερα με την τέχνη της ποίησής-του, επιδιώκει ν’ αναδείξει όσο γίνεται με περισσότερη ευκρίνεια, αλλα και να κατακεραυνώσει πιο δραστικα και αποτελεσματικα, την απερίγραπτη φρίκη των πολέμων, καθως και τα άγρια, τα ζωώδη, ένστικτα που εκδηλώνουν κάποια μικρόψυχα «ανθρώπινα» όντα, αποτίνοντας ταυτόχρονα με την ποιητικη συλλογη-του φόρο τιμης σε όλα τ’ αθώα θύματα αλλα και στήνοντας συνάμα γι’ αυτα και μία νοερη νεκρώσιμη ακολουθία. Ακριβως, όπως μας το θυμίζει με τη λέξη ‘’Ρέκβιεμ΄΄, που έχει χρησιμοποιήσει ως τίτλο της συλλογης-του. Και όπως γνωρίζουμε το Ρέκβιεμ είναι η νεκρώσιμη ακολουθία της Καθολικης Εκκλησίας, γνωστη απο την πρώτη λέξη του λατινικου κειμένου ΄΄Requiem aeterman’’ – Αιώνια ανάπαυση. Ως μουσικο είδος, πρόκειται για χορωδιακη σύνθεση που συνοδεύει τη λειτουργία κηδείας, με διάσημα παραδείγματα εκείνα των Μότσαρτ, Βέρντι και Φωρε. Η λέξη αυτη αποτελει σήμερα αυτούσια κοινη διεθνη έκφραση στην καθομιλουμένη με τη σημασία ΄΄Νεκρώσιμη Τελετη΄΄. Ο Κ. Κωνσταντινίδης, όπως διαπιστώνω, χρησιμοποιει τη λέξη ΄΄Ρέκβιεμ΄΄στο τίτλο της συλλογης-του με τη διπλη έννοιά του όρου: δηλαδη, τόσο με την θρησκευτικη όσο και με τη μουσικη έννοιά-του.
Ο ποιητης, λοιπον, σε αυτη την νεκρώσιμη ακολουθία-του, ως θρησκευτικη έννοια, μνημονεύει ονομαστικα τον αυτόχειρα Άαρον Μπούσνελ, (αυτοπυρπολήθηκε στις 25. 2. 24 έξω απο την πρεσβεία του Ισραηλ στην Ουάσιγκτον για τη γενοκτονία των Παλαιστινίων), τον Άλκη Καμπανο, (σκοτώθηκε απο φανατικους οπαδους ποδοσφαιρικης ομάδας στην περιοχη Χαριλάου της Θεσσαλονίκης), τον Χρήστο Γερμένογλου, (κορυφαίος μουσικος της Τζαζ που πέθανε πρόωρα απο τη νόσο του Κορωνοϊου), τον πρόσφατα αποβιώσαντα θεσσαλονικιο ποιητη Γιώργο Λ. Οικονόμου (Ποσως της νόσου κάματο,/ παρόλα αυτα,/ απόθεσες σε τρίτους:/ ζεστο χαμόγελο, ζωηρη ματια,/ πηγαία έγνοια και χαρα/ -γνήσιος γαλαντόμος γαρ-/ προσέφερες ως το τέλος./ Και φευ, το είχες οσμιστει/ πως οσονούπω τελευτεις), αλλα και τον Νικολάκη και τη γιαγια-του Ανδρομάχη, ενω ως μουσικη έννοια εκθειάζει τον ουκρανο στρατιώτη, τη Μαρία Καρυστιανου και τον Ντένις Ρούτσι, που έχασαν τα παιδια-τους στο σιδηροδρομικο δυστύχημα που σημειώθηκε στην περιοχη των Τεμπων. Στο ποίημα που τιτλοφορείται μονολεκτικα «Μάνα», και το οποίο αφιερώνει στη Μαρία Καρυστιανου, ανάμεσα σε άλλα, γράφει:
Κόρη που έχασες σε τραγικο συρμο μια αποφράδα νύχτα
σπλάχνο απ’ τα σπλάχνα-σου που κήδεψες με φέρετρο κλειστο,
νιότης ανθο ευωδιαστο της Άνοιξης αγλάϊσμα,
στις φλόγες που ξεψύχησε ναύλα να μην χαθουν.
Μάνα, που το κορίτσι-σου νυφούλα δεν θα ντύσεις,
εγγόνια που σου στέρησε γκουβέρνο θλιβερο,
άγρια θερια στ’ ολοφυρμο-σου που ριγήσαν,
καημος όπου ασίγαστος σου καίει τα σωθικα.
Τούτου του τόπου, των ταγων συνείδηση, δεν τύπτει,
ούτε νεκρο δεν σεβαστήκαν το παιδι,
τον χώρο που ξεψύχησε μπαζώσανε με δόλο,
σκοτώσαν το κορίτσι-σου για δεύτερη φορα.
σ. 18
Για ν’ αναδείξει, μάλιστα, σε όλη την έκτασή-τους την κτηνωδία και το καταστροφικο αποτέλεσμα των πολέμων, όπως ασφαλως και τις οδυνηρες συνέπειες της βίας, της μισαλλοδοξίας και της μνησικακίας που εκδηλώνουν «άνθρωποι» σε βάρος άλλων συνανθρώπων-τους, παρομοιάζει μ’ έκτυπο τρόπο τα υποσιτισμένα παιδια της Παλαιστίνης μ’ εκείνα τ’ αποστεωμένα παιδια που υπήρξαν αιχμάλωτα στα χέρια των ναζι στρατιωτων, έγκλειστα στο στρατόπεδο του Άουσβιτς, αυτο το σύγχρονο κολαστήριο, έχοντας ζωγραφισμένη στην χλωμη όψη-τους την φρίκη της Γκουέρνικας, για να μας θυμίσει ταυτόχρονα και την ολοκληρωτικη καταστροφη της κωμόπολης των Βάσκων (27 Απριλίου 1937) όταν βομβαρδίστηκε απο τη γερμανικη αεροπορία, έτσι όπως συνέλαβε και αποτύπωσε αυτη την εφιαλτικη τραγωδία ο μεγάλος Ισπανος ζωγράφος Παύλο Πικάσο λίγο αργότερα στον γνωστο πίνακά-του. Γράφει ο Κ. Κωνσταντινίδης στο ποίημα «Θρηνωδία»:
Συνωστισμένο σ΄ειδα στα συσσίτια
παιδι της Παλαιστίνης,
γαβάθα έτεινες, ταλαίπωρη
για επιβίωσης μερίδα,
φρίκη Γκουέρνικας στην όψη-σου
κι έκλαιγες γοερα.
………………..
Εβραίους είδα στο χακι
αναίτια να δολοφονουν
πατέρα-σου και αδελφο
όπως αρθρόποδο θα σκότωνε κανεις.
Περιχαρη εβραίο ισραηλίτη νεαρο
σαν άλλο νήπιο που τάξαν εκδρομη,
σ’ αίμα παιδιων ν’ αδημονει
να βαφτιστει νέος Ηρώδης.
Είδα απ΄ αντήχηση μαχητικου
τη μουνκικη Κραυγη, θε-μου,
στ΄αθώο πρόσωπό-σου.
Κάτισχνα αδελφάκια-σου,
του Άουσβιτς φιγούρες,
να αργοσβήνουν σιωπηλα
με μάτια βουρκωμενα.
σσ. 9-10
Στο σημείο αυτο, και σε σχέση με την φαεινη σκέψη του ποιητη να συσχετίσει στο πιο πάνω ποίημα τα πεινασμένα παιδάκια της Παλαιστίνης μ’ εκείνα τ’ αποστεωμένα του Άουσβιτς, αξίζει ν’ αναφέρω πως όταν ρωτήθηκε κάποτε ο Τσάρλυ Τσάπλιν ποια είναι η ολόπικρη συναίσθηση κι εντύπωση που ένας ευαίσθητος άνθρωπος δοκιμάζει στη ζωη-του, ο αξεπέραστος καλλιτέχνης έδωσε την εξης απάντηση: «να αντικρύσει κάποιος ένα λυπημένο μικρο παιδι που σκέφτεται καταμόναχο».
Διαφαίνεται, λοιπον, ξεκάθαρα πως η γενοκτονία των Παλαιστίνιων κατοίκων της Γάζας, που συντελείται μεθοδικα και σταδιακα στις μέρες-μας, κάτω απο τ’ αδιάφορα και απαθη βλέμματα της πολιτισμένης ανθρωπότητας, είναι εκείνη που έχει πιο βαθια συγκλονίσει και πονέσει τον ποιητη, με αποτέλεσμα αυτο το ψυχικο βάρος-του να καταλήγει, όπως είπα, σε στίχους τραχεις, γεμάτους πίκρα, πόνο και οργη, με τους οποίους θέλει να στιγματίσει και να σταυρώσει τον αδίστακτο φονια αυτου του περιούσιου λαου, όπου όλα αυτα τα συναισθήματα και οι σκέψεις, στο τέλος, τον οδηγούνε και σ’ ένα βαθυ φιλοσοφικο σταχασμο πάνω στην ψυχοσύνθεση των ανθρώπων.
Στην καινούργια ποίηση του Κ. Κωνσταντινίδη, άξια αναφορας είναι και η ιδέα-του να παρομοιάσει το ψυχικο σθένος που διακρίνει τους σύγχρονους ήρωες-του μ’ εκείνο μυθικων μορφων, που έμειναν στην Ιστορία γνωστες για τους άθλους και τα ανδραγαθήματά-τους, όπως ο Γέρος του Μωρια, ο μικρόσωμος Δαυίδ απέναντι στον θηριώδη Γολιάθ, ο Ηρακλης, η Περσεφόνη, ο Μιχαηλ Άγγελος κ.α. Υπο αυτη την έννοια, τα περισσότερα ποιήματά-του φαντάζουν σαν ποιητικες βιογραφίες των ατόμων που μνημονεύει και που είναι, επαναλαμβάνω, οι δικοι-του, σύγχρονοι ήρωες.
Ακόμη, δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχης-μας και το πνευματικο βάθος που έχει δώσει στην ποίησή-του, παραθέτοντας στους στίχους-του ονόματα, έργα, λόγια και ιδέες διάσημων συγγραφέων ή άλλων δημιουργων, όπως π.χ. τον Ε. Α. Πόε, τη Μαργκεριτ Ντυρας (καθως και το έργο-της ΄΄Η αρρώστια του θανάτου΄΄), τον Παπαδιαμάντη, τον Επιτάφιο θρήνο κ.α., απότοκο και αυτο των πλατιων γνώσεων-του.
Ολοκληρώνοντας, θα έλεγα πως ο Κ. Κωνσταντινίδης αποδεικνύεται μέσα απο την ποίησή-του ως ένας αρκετα ευαίσθητος δημιουργος, που διαθέτει γνήσια ποιητικη φωνη, μέσω της οποίας αναπτύσσει έξοχα τους στοχασμους-του, καθαρη και εύληπτη σε εικόνες, νοήματα και μηνύματα. Ένας δημιουργος με πνεύμα ανήσυχο και κριτικη σπιρτάδα, που βρίσκεται διαρκως σε εγρήγορση για την αναζήτηση της αλήθειας.
Όπως αντιλαμβάνομαι, όμως, και αν κρίνω απο τις μέχρι τώρα ιδιωτικες εκδόσεις που έχει κάνει, είναι άτομο που θέλει να στηρίζεται αποκλειστικα και μόνο στις δικες-του δυνάμεις, αποφεύγοντας συνειδητα να κτυπήσει τις πόρτες γνωστων εκδοτικων οίκων για να του εκδώσουν το έργο-του, γεγονος που θα του εξασφάλιζε πιστεύω καλύτερη προβολη της, κατα τ’ άλλα, αρκετα αξιόλογης ποίησής-του, όπως συνήθως ενεργουν σήμερα οι περισσότεροι νεοεμφανιζόμενοι ποιητες. Αυτο, βέβαια, κατ’ εμένα, είναι πράξη ηθικα έντιμη, όμως με μεγάλο κόστος σε ό,τι αφορα την στενότερη και πιο ουσιαστικη επαφη-του με το αναγνωστικο κοινο. Σίγουρα, η περίπτωση ως ποιητη, αποτελει παράδειγμα, ταπεινου, (που σιχαίνεται και αποφεύγει, εννοω, την επιδειξιμανία) ελεύθερου και ασυμβίβαστου δημιουργου, πράγμα σπάνιο στους καιρους-μας.
*Ο συγγραφέας του κειμένου ακολουθει κανόνες του μονοτονικου συστήματος που εφάρμοζε ο αξέχαστος Αντώνης Μυστακίδης-Μεσεβρινος.









