Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Αλεξάνδρα Ζαμπά, ΜΕΘΟΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Αρμίδα, 2017(δίγλωσση έκδοση, ιταλικά-ελληνικά) (Γράφει η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη*)

«Υπάρχει κάτι το άφατο, κάτι το ανερμήνευτο στην Ποίηση, όπως και στην Δυναμική-ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία, όπως και στο όνειρο, όπως και στην ψύχωση.»

Υπάρχει κάτι το άφατο, κάτι το ανερμήνευτο στην Ποίηση, όπως και στην Δυναμική-ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία, όπως και στο όνειρο, όπως και στην ψύχωση.
Η ποίηση βουτά στη θάλασσα του ατομικού και συλλογικού ασυνείδητου και εκμαιεύει αρχετυπικό υλικό από τα αρχέγονα πράγματα, αγγίζει αρχέγονο πόνο, ιχνηλατεί, ανοίγει δρόμους, προφητεύει.
Η Ποίηση λειτουργεί θεραπευτικά καθώς μέσα από τις καταδύσεις στο ασυνείδητο του ψυχισμού, μέσα από τη φαντασία, τις μεταφορές και εικόνες, τους υπαινιγμούς, την αλληγορία, το άρρητο, το ανερμήνευτο και το μαγικό, μέσα από τις λέξεις, τους νεολογισμούς, τις σιωπέςκαι σιωπηλές κραυγέςπροσφέρει δυνατότητα εξωτερίκευσης, δίνει μορφή και ονοματίζει τον ανθρώπινο ψυχικό πόνο ωθώντας τον προς τη λύτρωση.
Ο Κ. Καβάφης την Τέχνη της Ποιήσεως επικαλείται στο ποίημα «Μελαγχολία του Ιάσωνος Κλεάνδρου ποιητού εν Κομμαγηνή ‘ 595 μ.χ.», «Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως,/ που κάπως ξέρεις από φάρμακα»
Με εργαλείο την τέχνη προσπαθούμε να ξεκλειδώσουμε το άτομο που φέρει ψυχικό άλγος. Όπως αναπλάθουμε και ανακατασκευάζουμε τον κόσμο με τη γραφή, όπως μέσω της ψυχοθεραπείας αναδομείται ο αποδιοργανωμένος ψυχισμός της ψύχωσης,έτσι η δημιουργική δραστηριότητα στην ομάδα είναι ένας υπέροχος τρόπος της ανακούφισης του ψυχικά πάσχοντος και της υποστήριξης της αναδόμησης της προσωπικότητάς του.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, “ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ”, Γαβριηλίδης, 2015, *(γράφει η Άννα Κουστινούδη)

«ότι ο χρόνος, όπως και το τρεχούμενο νερό του ποταμού δεν μπορεί, παρά να είναι ένα διαρκές αδιαίρετο τώρα, που μόνο ως παρόν υφίσταται ως ων»

Θα ξεκινήσω την περιδιάβασή μου στις χωροχρονικές Διαδρομές της Δέσποινας Καϊτατζή με τρόπο κάπως αυτοβιογραφικό, αφού ενόσω διερχόμουνα την ομότιτλη ποιητική συλλογή, αναπότρεπτα αναδύθηκαν ιδιωτικά τοπία της δικής μου μνήμης, οι δικές μου διαδρομές στο χρόνο και στα παραποτάμια τοπία του Στρυμόνα, στη λίμνη Κερκίνη και στον κάμπο του Νομού Σερρών και εξηγούμαι. Από το 1993 έως και το 1999 δίδαξα σε τέσσερα διαφορετικά σχολεία του Ν. Σερρών ως αποσπασμένη στον όμορο της Θεσσαλονίκης ωραίο και ιστορικό νομό, από και προς τον οποίο μετακινούμην σε καθημερινή βάση. Άπειρες οι διαδρομές μου στα πέντε αυτά Σερραϊκά διδακτικά (και όχι μόνο) χρόνια μου ανάμεσα από τα τοπία που πλαισιώνουν την ποίηση της Δέσποινας και δη το παραποτάμιο μέρος των διαδρομών, στο οποίο είναι επισήμως αφιερωμένο και το 2ο μέρος της συλλογής. Διαδρομές και της δικής μου νιότης, λοιπόν, τις οποίες μοιραία αναβίωσα κατά τη διάρκεια της αναγνωστικής πράξης των ποιητικών αυτών κειμένων. Αν και σύμφωνα με το στίχο-μανιφέστο της ποιήτριας, «οι ερωτήσεις [και ίσως και η ανάλυση, έστω και τεκμηριωμένη, θα πρόσθετα] χαλάνε την ποίηση» (σελ. 23), προχωρώ στο δια ταύτα.
Η ανά χείρας μου ποιητική συλλογή της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη, που περιλαμβάνει τις ενότητες «Διαδρομές» & «Μέχρι τις εκβολές του ποταμού»στο 1ο και 2ο μέρος της αντίστοιχα, στοιχειοθετείται από δύο πρωταρχικούς θεματικούς άξονες: 1ον: Την ρευστότητα τού, κατά τον Χάϊντεγκερ, «υπάρχειν εις τον κόσμο», όπως αυτή ορίζεται από την έννοια του χρόνου και 2ον: Την ηδονοεπώδυνη βάσανο της μνήμης, που ως κάθετος θεματικός άξονας εμφυλοχωρείστον φαινομενικάκαι κατά σύμβαση οριζόντιο εκείνου του χρόνου, σε μια προσπάθεια του ποιητικού υποκειμένου να κατανοήσει, να καταγράψει και εν τέλει να διαχειριστεί τα όποια συμβάντα και πρόσωπα ενεπλάκησαν στις διασταυρούμενες πορείες τους. Έχουμε να κάνουμε με μια έμμετρη περιδιάβαση στα τοπία, στο βίο και την πολιτεία της μνήμης, με όχημα τη συνυποδηλωτική διάσταση του γλωσσικού κώδικα και με το χρόνο να λειτουργεί ως ταυτόσημο της φθοράς, της απώλειας, αλλά και μιας αδιόρατης προσμονής που εξακολουθεί να ελπίζει. Πως αλλιώς άλλωστε;
Στις δικές της Διαδρομές, η Δέσποινας Καϊτατζή εστιάζει με τρόπο αρκούντως ανοικειωτικό στα επίμαχα θέματα χρόνος και μνήμη και όλα όσα θωπεύουν και θεραπεύουν αυτές τις δύο εμπειρικές έννοιες, το εξής ένα δηλαδή. Τη θλίψη της ματαίωσης που πηγάζει από την εφήμερη αίσθηση πληρότητας που ελλοχεύει εντός τους, μια θλίψη που μας κοιτάει λοξά, και που σύντομα μετατρέπεται σε μίααίσθηση απώλειας, κινητοποιώντας (και κινητροποιώντας) την επιθυμία του ποιητικού υποκειμένου σε μια εκ νέου αναζήτηση νοήματος μέσα στο θέαμα του κόσμου. Εκεί, όπου τα αντικείμενα των αισθήσεων, του φυσικού κόσμου, (το υγρό στοιχείο και ο φυτικός κόσμος), αλλά και τα υλικά εκείνα ανθρώπινα κατασκευάσματα, όπως τα σπίτια, που στεγάζουν εμπειρίες και κάθε λογής ψυχικές επενδύσεις, ξεδιπλώνονται και αναδιπλώνονται μέσα από λόγο που τον χαρακτηρίζει η νοηματική πυκνότητα, ο αναστοχασμός, οι συνεχείς υπαινιγμοί, αλλά και η μουσικότητα του στίχου. Πρόκειται για χειμαρρώδη ποιητικό λόγο σε μια συλλογή όπου κυριαρχεί ο ελεύθερος στίχος, με τις λειτουργίες των αισθήσεων να βρίσκονται σε διαρκή εγρήγορση, με κάποιες απρόοπτες εναλλαγές του ύφους και με το ποιητικό υποκείμενο να συνομιλεί σχεδόν συστηματικά με τον εαυτό του, αλλά και με το θαυμαστά ακατανόητο φυσικό κόσμο που το περιβάλλει.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Ζήσης Αϊναλής, «Τα παραμύθια της έρημος», εκδ. Κέδρος, 2017 (γράφει ο Κώστας Τσιαχρής)

`

Το να επιχειρείς να δαμάσεις την παραίσθηση, να την υποτάξεις και να τη συντάξεις στις αναλογίες του ποιητικού λόγου συνιστά απαιτητικό επίτευγμα, εφάμιλλο της προσπάθειας να εξηγήσεις με λέξεις τον έρωτα. Στο τελευταίο του ποιητικό έργο, ο Ζήσης Αϊναλής βάζει στο επίκεντρο της δημιουργίας του την έρημο και τις οργανικές και συγκινησιακές επιπτώσεις της εκτενούς παραμονής σε ένα τέτοιο κολαστήριο της ανθρώπινης ψυχής, επιλέγοντας τη γνώριμη για αυτόν φόρμα της εξομολογητικής αφήγησης. Πρωτογενές υλικό του ο ρευστός και πολύμορφος κόσμος του μύθου, από τον οποίο ο ποιητής αποσπά στοιχεία όπως η ανατροπή της έλλογης τάξης, το απροσδόκητο και η αινιγματική αναπαράσταση των καταστάσεων . Κάτω από το πρίσμα αυτό, βάζει τη φαντασία στην τροχιά της ανακάλυψης συναισθημάτων και νοημάτων, ακολουθώντας επιδέξια αυτό που ο Νοβάλις γράφει στα «Αποσπάσματα» του :Αν διαθέταμε και μια Φανταστική, όπως διαθέτουμε μία Λογική, θα ανακαλύπταμε την τέχνη να επινοούμε. Ο μύθος, άλλωστε, αποτελεί οικείο πεδίο έμπνευσης και ενσάρκωσης του λογοτεχνικού οράματος του Αϊναλή. Από τη «Σιωπή της Σίβας» μέχρι τη «Μυθολογία» και τα «Παραμύθια της Έρημος» , η μυθοπλασία τον βοηθά να συνθέτει τα ποιήματά του και να μεταφέρει στο συνεχές παρόν διαχρονικές αγωνίες , τάσεις, σκέψεις, αναστολές και επιθυμίες του ανθρώπου. Το γεγονός αυτό του επιτρέπει να συγχωνεύει το πρωτόγονο με το ευγενικό, το αδιόρατο με το απτό, το βίαιο με το στοχαστικό, το δαιμονικό με το αγγελικό.

Τα «παραμύθια της έρημος» είναι η περιδιάβαση του Αϊναλή στην ερημία της εσωτερικής του ζωής, στην «έσωθεν αποικία», όπως εκείνος την αποκαλεί .Αλλά «όποιος μπορεί να φορτίζει την ερημία του» κατά τον Ελύτη «έχει ακόμη ανθρώπους μέσα του». Και είναι αλήθεια ότι παρά τη σχεδόν δαιμονική ορμή της εξομολόγησης , μετά την ανάγνωση απομένει στο μυαλό το σχήμα, το άρωμα, η σπιρτάδα, ο αναστεναγμός του ανθρώπου. Έτσι, η έρημος μεταβάλλεται σε πεδίο μάχης ανάμεσα στα θηριώδη και στα λεπτά ένστικτα της ανθρώπινης φύσης, ένα υπερβατικό δικαστήριο στο οποίο κρίνεται το παρελθόν και το μέλλον μιας ψυχής που φλέγεται από υπαρξιακή αγωνία. Η έρημος είναι για τον Αϊναλή ο δικός του «κήπος με τις αυταπάτες» ,όπου η αφηγηματική φωνή δοκιμάζει να συμφιλιωθεί με το θάνατό της , το νόημα να συμβιβαστεί με την αποδόμησή του και η ισορροπία να χωνέψει μέσα της το χάος.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Σωτήρης Παστάκας: Η αναμέτρηση με τα άγραφα Μια προσέγγιση στο “Άλτσχάιμερ αρχόμενο” (γράφει ο Γιώργος Χριστοδουλίδης)

Όσοι ξεχνούν πως η διαχρονικότητα στη λογοτεχνία είναι το αποτέλεσμα μιας αναμέτρησης όχι μόνο με όσα έχουν γραφτεί, αλλά και με όσα δεν έχουν γραφτεί ακόμη, το πληρώνουν. Kαι το καταλαβαίνουν αργά, όταν έρχεται ο λογαριασμός που γράφει ότι δεν χρωστάνε τίποτα παρά το ότι κατανάλωσαν χρόνο πολύ για να ευδοκιμήσουν.
Πώς όμως να αναμετρηθείς με κάτι που δεν είναι ορατό; Προφανώς γράφοντας πράγματα που μπορούν να ενεργοποιήσουν συνειδήσεις και αισθήσεις ανεξαρτήτως εποχών και αιώνων. Γράφοντας πράγματα που ανήκουν στη σφαίρα του “πάντα”, άρα και στη σφαίρα του “τώρα” (αρκεί να μην είναι χαοτική η πρωτοποριακή ενόραση του λογοτέχνη). Λογικοφανής ορισμός, αλλά και πάλι, πώς γίνεται αυτό; Αν το ξανά-αναλύσεις, δεν βρίσκεις χειροπιαστή απάντηση, άσε που μπορεί να καταλήξεις στο μάλλον φαιδρό “έλα να σου εξηγήσω πώς γράφεται η ποίηση”.
Φαιδρό, γιατί κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει πώς γράφεται η ποίηση. Μπορεί να “πετύχεις” ποίηση κάποιες στιγμές, μπορεί να την αναγνωρίσεις, γνωσιολογικά, εμπειρικά, αισθαντικά, “γουστολογικά”, δεν μπορείς όμως να περιγράψεις με σιγουριά τη διαδικασία γέννησης και ολοκλήρωσής της, τον λόγο που η τάδε λέξη μπήκε εκεί και όχι αλλού, το “διότι” της μη επιλογής μιας άλλης και κυρίως τον τρόπο που η συνολική συγκρότηση μιας ιδέας, μιας πρόθεσης, δημιουργεί ποίημα. Δεν υπάρχει, ευτυχώς, μία συνταγή.
Διαβάζοντας το Αλτσχάιμερ αρχόμενο του Σωτήρη Παστάκα, περιόρισα το εύρος των ερωτημάτων και νομίζω, τελικά, πως βρήκα τουλάχιστον μια αξιοπρεπή απάντηση στο πώς είναι δυνατό κανείς να γράψει 15 ποιητικές συλλογές χωρίς να έχει κουραστεί από την ποίηση. Γιατί δεν είναι εύκολη η ποίηση. “ Κούραση πιο τρομαχτική από την ποίηση υπάρχει;”, διερωτάται ο Χριστιανόπουλος στο περίφημο ποίημά του “ Εγκαταλείπω την ποίηση”.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Η Δεσκάτη μέσα από το έργο του Χρήστου Μπράβου, Β΄μέρος (γράφει ο Θεοδόσης Τζιαφέτας)

ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΛΩΡΟΣ

Μαῦρες γυναῖκες/ περνοῦν στό δρόμο/ πᾶνε βουβές/πᾶν μέ τά κόλλυβα./Ξάφνου ξυπνᾶ τό αἷμα/βάφει τόν οὐρανό/καί τό δρόμο/σφαίρες πέφτουν/στήν πίσω πλαγιά/τοῦ χρόνου./Κατρακυλοῦν κεφάλια/καίπέφτουνε στό δρόμο/ μπρός στίς μαῦρες γυναῖκες/ πού πᾶνε μέ τά κόλλυβα./Ἐγώ τότε εἶπα:/Τά κεφάλια εἶναι ρολόι/οἱ μαύρες γυναῖκες/τοπίο.

(0ρεινό Καταφύγιο)

Μια ευαίσθητη ψυχή, όπως του ποιητή, δεν μπορεί να ησυχάσει μέσα σε τόσο θάνατο κι άλλο θάνατο, μένει άγρυπνος, ανησυχεί, βασανίζεται, πονά για το αίμα που χύνεται και απλώνεται από τη μικρή Δεσκάτη, που αποτελεί τη μικρογραφία των εξελίξεων, μέχρι τη μεγάλη πατρίδα, την Ελλάδα, που πνίγεται στο κόκκινο και είναι άρρωστη:

ΕΡΩΤΙΚΗ ΜΝΗΜΗ

Γράφεις κύκλους/ στό νωπό νταβάνι/ ζυγιάζεις τά φτερά σου./Δέ θα ʼρθει ὁ ὕπνος./ Θά τρῶς τά σωθικά μου/ οληνύχτα/πατρίδα μου ἀπέραντο κόκκινο.(Ορεινό καταφύγιο)

ΑΡΡΩΣΤΗ ΜΑΝΑ

Σάπια δοκάνια/ δόκανα σιωπῆς/ καί τόψωμάκι κάρβουνο/τό γάλα σου φαρμάκι./Κακή αρρώστια σάπισε /πατρίδα τούς μαστούς σου
(Ορεινό καταφύγιο)

Ακόμα και η σκηνή του Γάμου, που θυμίζει Δεσκατιώτικο Γάμο εκείνων των καιρών, εκτυλίσσεται μέσα σε μια διασπορά χρωμάτων, που στο τέλος κυριαρχεί το κόκκινο, καθώς. για να θυμηθούμε τον Λόρκα, που ιδιαίτερα αγαπούσε και θαύμαζε ο Χρήστος, καταλήγει να είναι Ματωμένος Γάμος:

Η ΝΥΦΗ

Στό Νικόλα Κληρονόμο

Φυσᾶ βοριάς καί τό πέπλο/σηκώνεται. Κόκκινο κι ἄσπρο/καί βαθύ. Ὅπως οἱ γάμοι./Μπρός μου πέρασαν/μέ τʼ ἄλογα καί τά βιολιά•/μʼ ἄσπρα μαντίλια/πέρασαν μπροστά μου./Σιγανά περπάτα νύφη, τῆς ἐφώναξα/σιγανά περπάτα νύφη, καί δέν άκουσε./(Τό κόκκινο ἦταν ἄλογο/κι αὐτός στά μαῦρα ξένος).
( Μετά τα Μυθικά)

Οπτικές και ακουστικές εικόνες αντιτιθέμενες. Ισχυρές αντιθέσεις στο άσπρο και κόκκινο βαθύ πέπλο της νύφης, το μαύρο του γαμπρού, το κόκκινο του αλόγου, τα βιολιά, τα άσπρα μαντήλια. Στο τέλος, όμως, κυριαρχεί το κόκκινο, το φονικό, το αίμα και το μαύρο, ο ξένος καβαλάρης, ο θάνατος. Αξιοπρόσεκτη σʼ αυτό το ποίημα και η διπλή προειδοποίηση του ποιητή προς τη νύφη – σιγανά περπάτα νύφη -.Σε όλους μας αυτό θυμίζει το ντόπιο δημοτικό τραγούδι, ενδεικτικό στοιχείο πόσο ζυμωμένος είναι ο ποιητής με τη ντόπια παράδοση:
Σιγανά περπάτα νύφη, σιγανά κι αγάλια-αγάλια/ μη λερώσεις τα κουρδέλια, τις μεταξουτές τις κάλτσις/σι μαλώσει η πιθιρά σου, σι μαλώσει ο πιθιρός σου…
Ακόμα και τα άψυχα αποκτούν ζωή για να τη χάσουν μέσα σʼ αυτόν τον κυκεώνα του θανάτου:

Ὁ φράχτης ἔσταζε αἷμα (Δίκοπη μέρα- Ὀρεινό Καταφύγιο)
Σαλεύει ὁ φράχτης, φέγγουν κοντακιές (Οἱ ἦχοι- ὀρεινό καταφύγιο)
Οἱ φράχτες κʼ οἱ φωλιές τῶν βράχων κρατοῦν ἀκόμα βογγητά.
Γενέθλιος τόπος (Ὀρεινό Καταφύγιο)

Σέ φράχτη θά τό δεῖτε τό κεφάλι μου. / Σέ καθαρή πετσέτα νά τό βάλετε/ καί νά τό πᾶτε. / Στάχτη καί πριονίδι μή σκορπίσετε– / πίνουν τό αἷμα ὄχι τή φωνή του. (Μέ τῶνν ἀλόγων τά φαντάσματα, Τυπογραφείο ΚΕΙΜΕΝΑ, Αθήνα 1985)

Διαβάστε περισσότερα