Η Δεσκάτη μέσα από το έργο του Χρήστου Μπράβου, Α΄μέρος (γράφει ο Θεοδόσης Τζιαφέτας)
17Σεπ
Ευτυχής συγκυρία μέσα στο κάμα του πύρινου Αυγούστου ο τόπος μας, η Δεσκάτη, να γίνεται το ορεινό δροσερό καταφύγιο των απανταχού Δεσκατιωτών και συγχρόνως να τιμάται 30 χρόνια από το θάνατό του ο συντοπίτης μας ποιητής, που την πρώτη του σημαντική συλλογή την ονόμασε Ορεινό Καταφύγιο, ταυτίζοντάς την με τη Δεσκάτη, προσθέτοντας έτσι, αίγλη και μεγάλη τιμή στον γενέθλιο τόπο του.
Ο Χρήστος Μπράβος γεννήθηκε στη Δεσκάτη το 1948 και, αφού αποφοίτησε από το εξατάξιο Γυμνάσιο Δεσκάτης, σπούδασε Μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Πατρών και εργάστηκε στο Υπουργείο Οικονομικών. Ο ποιητής έφυγε από τη ζωή στα 39 του χρόνια, στις 21 Απριλίου 1987,τρίτη μέρα του Πάσχα.
Μπορούμε να πούμε ότι ανήκει στη γενιά του 1970, αλλά η πρώτη του ποιητική συλλογή, «Ορεινό καταφύγιο», κυκλοφορεί όψιμα το 1983. Δυο χρόνια αργότερα, το 1985, βλέπει το φως της δημοσιότητας η δεύτερη συλλογή, «Με των αλόγων τα φαντάσματα». Δημοσίευσε άρθρα, κείμενα κριτικής και χρονογραφήματα.Tα κείμενα κριτικής διακρίνονται για τον μεστό, ώριμο, καίριο και εύστοχο λόγο του και αποτελούν υποδείγματα κριτικής. Το 1996,εννιά χρόνια μετά τον θάνατό του, εκδίδεται η συλλογή «Μετά τα μυθικά», με εικόνες του Χρόνη Μπότσογλου, πρόλογο του φίλου του Μ. Γκανά και επιμέλεια του Μισέλ Φάις.
Στη συλλογή εμπεριέχεται, τυπωμένο τον Δεκέμβρη του 1986, κι ένα δίφυλλο με το ποίημα «Σονέτο του σκοτεινού θανάτου», το οποίο γράφεται με αφορμή τα πενήντα χρόνια από το θάνατο του Λόρκα.
Παραθέτω ένα σύντομο αυτοβιογραφικό σημείωμα, με ελαφρό ειρωνικό τόνο και ένα αφοπλιστικό ίσως χαμόγελο, όταν το έγραφε ο ίδιος.
«ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ (ΟΧΙ ΓΙΑ ΠΡΟΣΛΗΨΗ ΣΕ
ΔΗΜΟΣΙΑ Ή ΙΔΙΩΤΙΚ Η ΕΠΙΧΕΙΡΗΣH)»
Γεννήθηκα στη Δεσκάτη το 1948. Τις νύχτες του χειμώνα η γιαγιά μου μούλεγε δημοτικά τραγούδια — ακούω ακόμα τον «Πραματευτή». Ο πατέρας μού διηγιόταν ιστορίες από το αντάρτικο. Θυμάμαι εξόριστους να γυρίζουν — με τον X. Ν. λύνουμε σταυρόλεξα τα καλοκαίρια. Ο καλύτερος, ίσως, φίλος μου δεν γνώρισε πατέρα — σκοτώθηκε στο Βίτσι το ’49. Τα καλοκαιριάτικα βράδια λέγαμε ιστορίες για φαντάσματα — μερικοί τολμηροί κατηφόριζαν ως το νεκροταφείο και γύριζαν με κρανία ή κόκαλα. Από το 1976 ζω στην Αθήνα.
Χρήστος Μπράβος
31 Μαρτίου 1982»















