«ότι ο χρόνος, όπως και το τρεχούμενο νερό του ποταμού δεν μπορεί, παρά να είναι ένα διαρκές αδιαίρετο τώρα, που μόνο ως παρόν υφίσταται ως ων»

Θα ξεκινήσω την περιδιάβασή μου στις χωροχρονικές Διαδρομές της Δέσποινας Καϊτατζή με τρόπο κάπως αυτοβιογραφικό, αφού ενόσω διερχόμουνα την ομότιτλη ποιητική συλλογή, αναπότρεπτα αναδύθηκαν ιδιωτικά τοπία της δικής μου μνήμης, οι δικές μου διαδρομές στο χρόνο και στα παραποτάμια τοπία του Στρυμόνα, στη λίμνη Κερκίνη και στον κάμπο του Νομού Σερρών και εξηγούμαι. Από το 1993 έως και το 1999 δίδαξα σε τέσσερα διαφορετικά σχολεία του Ν. Σερρών ως αποσπασμένη στον όμορο της Θεσσαλονίκης ωραίο και ιστορικό νομό, από και προς τον οποίο μετακινούμην σε καθημερινή βάση. Άπειρες οι διαδρομές μου στα πέντε αυτά Σερραϊκά διδακτικά (και όχι μόνο) χρόνια μου ανάμεσα από τα τοπία που πλαισιώνουν την ποίηση της Δέσποινας και δη το παραποτάμιο μέρος των διαδρομών, στο οποίο είναι επισήμως αφιερωμένο και το 2ο μέρος της συλλογής. Διαδρομές και της δικής μου νιότης, λοιπόν, τις οποίες μοιραία αναβίωσα κατά τη διάρκεια της αναγνωστικής πράξης των ποιητικών αυτών κειμένων. Αν και σύμφωνα με το στίχο-μανιφέστο της ποιήτριας, «οι ερωτήσεις [και ίσως και η ανάλυση, έστω και τεκμηριωμένη, θα πρόσθετα] χαλάνε την ποίηση» (σελ. 23), προχωρώ στο δια ταύτα.
Η ανά χείρας μου ποιητική συλλογή της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη, που περιλαμβάνει τις ενότητες «Διαδρομές» & «Μέχρι τις εκβολές του ποταμού»στο 1ο και 2ο μέρος της αντίστοιχα, στοιχειοθετείται από δύο πρωταρχικούς θεματικούς άξονες: 1ον: Την ρευστότητα τού, κατά τον Χάϊντεγκερ, «υπάρχειν εις τον κόσμο», όπως αυτή ορίζεται από την έννοια του χρόνου και 2ον: Την ηδονοεπώδυνη βάσανο της μνήμης, που ως κάθετος θεματικός άξονας εμφυλοχωρείστον φαινομενικάκαι κατά σύμβαση οριζόντιο εκείνου του χρόνου, σε μια προσπάθεια του ποιητικού υποκειμένου να κατανοήσει, να καταγράψει και εν τέλει να διαχειριστεί τα όποια συμβάντα και πρόσωπα ενεπλάκησαν στις διασταυρούμενες πορείες τους. Έχουμε να κάνουμε με μια έμμετρη περιδιάβαση στα τοπία, στο βίο και την πολιτεία της μνήμης, με όχημα τη συνυποδηλωτική διάσταση του γλωσσικού κώδικα και με το χρόνο να λειτουργεί ως ταυτόσημο της φθοράς, της απώλειας, αλλά και μιας αδιόρατης προσμονής που εξακολουθεί να ελπίζει. Πως αλλιώς άλλωστε;
Στις δικές της Διαδρομές, η Δέσποινας Καϊτατζή εστιάζει με τρόπο αρκούντως ανοικειωτικό στα επίμαχα θέματα χρόνος και μνήμη και όλα όσα θωπεύουν και θεραπεύουν αυτές τις δύο εμπειρικές έννοιες, το εξής ένα δηλαδή. Τη θλίψη της ματαίωσης που πηγάζει από την εφήμερη αίσθηση πληρότητας που ελλοχεύει εντός τους, μια θλίψη που μας κοιτάει λοξά, και που σύντομα μετατρέπεται σε μίααίσθηση απώλειας, κινητοποιώντας (και κινητροποιώντας) την επιθυμία του ποιητικού υποκειμένου σε μια εκ νέου αναζήτηση νοήματος μέσα στο θέαμα του κόσμου. Εκεί, όπου τα αντικείμενα των αισθήσεων, του φυσικού κόσμου, (το υγρό στοιχείο και ο φυτικός κόσμος), αλλά και τα υλικά εκείνα ανθρώπινα κατασκευάσματα, όπως τα σπίτια, που στεγάζουν εμπειρίες και κάθε λογής ψυχικές επενδύσεις, ξεδιπλώνονται και αναδιπλώνονται μέσα από λόγο που τον χαρακτηρίζει η νοηματική πυκνότητα, ο αναστοχασμός, οι συνεχείς υπαινιγμοί, αλλά και η μουσικότητα του στίχου. Πρόκειται για χειμαρρώδη ποιητικό λόγο σε μια συλλογή όπου κυριαρχεί ο ελεύθερος στίχος, με τις λειτουργίες των αισθήσεων να βρίσκονται σε διαρκή εγρήγορση, με κάποιες απρόοπτες εναλλαγές του ύφους και με το ποιητικό υποκείμενο να συνομιλεί σχεδόν συστηματικά με τον εαυτό του, αλλά και με το θαυμαστά ακατανόητο φυσικό κόσμο που το περιβάλλει.

Οι αρχικοί στίχοι από τα Τέσσερα Κουαρτέτα του Τ.Σ. Έλιοτ, που χρησιμοποιούνται ως προμετωπίδα στην εν λόγω συλλογή, μας προϊδεάζουν για το τι θα επακολουθήσει. «Ο παρὠν χρόνος και ο παρελθόν χρόνος/εἰναι και οι δύο παρόντες στο μέλλοντα χρόνο/κι ο μέλλων χρόνος να περιέχεται στον παρελθόντα χρόνο», σύμφωνα με τον Έλιοτ, και η Δέσποινα Καϊτατζή πάνω σε αυτήν, την μάλλον αδιαπραγμάτευτη, χρονική ρευστότητα δομεί, ξεδιπλώνει και επεκτείνει το ποιητικό της σύμπαν. Στο 1ο μέρος της συλλογής, που αποτελεί και τον τίτλο του βιβλίου, η ποιήτρια ανοίγει και κλείνει τον κύκλο μιας αυθόρμητης αναζήτησης και ενός απολογισμού, επιχειρώντας να διαχειριστεί και να καταγράψει το γεγονός της πολυσημίας του σημαινόμενου της έννοιας «χρόνος», καθώς και την αυθαιρετότητα ή και την αδυναμἰα του να οριστούν με σαφήνεια οι συντεταγμένες του στο συμπαντικό περιβάλλον της ύπαρξης, μέσα από την υποκειμενικότητα της μίας και μόνης υπαρξιακής οπτικής γωνίας που μας παρέχεται στον κόσμο τούτο. Ο χωροχρονικός κύκλος ανοίγει με αναδρομή σε χρόνο παρελθοντικό:

Σα να ΄τανχθές
δέντρα χυμώδη λυγερά
πόθο γιομάτα
άνθιζαν κλαδιά
άπλωναν ρίζες….
Σύντομα αλίμονο
τόσο σύντομα
αύριο κιόλας
καράβια ξέμπαρκα
γυμνά, ανάλαφρα, βαριά
γλυκόπικρο μειδίαμα απορούν
γέρνοντας προς την άλλη χώρα. (σελ. 13)

Και κλείνει με την παραδοχή ότι ο χρόνος, όπως και το τρεχούμενο νερό του ποταμού δεν μπορεί, παρά να είναι ένα διαρκές αδιαίρετο τώρα, που μόνο ως παρόν υφίσταταιως ων (το «ω» με ωμέγα) για το ανθρώπινο υποκείμενο:

VII

Η θάλασσα, ο ορίζοντας, το ουράνιο τόξο και η πρώτη σταγόνα
Ο χρόνος, το τώρα, το πριν, το μετά, το ποτέ και το πάντοτε
Η απορία που διαγράφεται στα χείλη
Το φτερούγισμα το ερωτικό, η γέννηση, ο θάνατος
Η αρχή και το τέλος και πάλι η αρχή και το τέλος πάλι
Όλα σφιχτοδεμένο στεφάνι στην τροχιά του σύμπαντος
Το βουβό κλάμα, το χαμόγελο και η έκσταση
Η χαρά, η οδύνη, ο κόπος και η ανάπαψη
Οι αισθήσεις και η αντίληψη, ο λόγος και η συνείδηση
Το βίωμα και η ύπαρξη
Η αναζήτηση που τέλος δεν έχει
Ο δρόμος ο πλατύς πʼ ανοίγει άλλους δρόμους
Ο χρόνος, το τώρα, το μετά, το ποτέ και το πάντοτε
Η γέννηση κι ο θάνατος
Η αρχή και το τέλος και πάλι η αρχή και το τέλος πάλι
Το όλο και το μέρος του το αδιαίρετο
Ο άνθρωπος, η γη και το σύμπαν (σελ. 20)

Στο 2ο μέρος της συλλογής, την πρωτοκαθεδρία έχει το υγρό στοιχείο και οι βιωμένες μνήμες που αυτό σηματοδοτεί. Το ποτάμι, η αέναη ροή του οποίου αλληγορικά μας παραπέμπει στην έννοια του χρόνου, έχει ωστόσο αρχή και τέλος. Πηγές και εκβολές. Και είναι οι δεύτερες που απασχολούν το ποιητικό υποκείμενο ως υπενθύμιση ενόςαναπότρεπτου βιολογικού τέλους. Στην ενδιάμεση πορεία του, ο ποταμός μαζί με τις φερτές, παρασύρει και μια σειρά από φθαρτές ύλες ως θύλακες μνήμης που θα πάψουν να υφίστανται ή θα μετασχηματιστούν όταν επέλθει το τέλος της ροής, τη στιγμή εκείνη που το ποτάμι θα γίνει ένα με το χωνευτήριτης μάνας θάλασσας. Εδώ είναι που εμφιλοχωρεί και το μέγα υπαρξιακό ζήτημα του θανάτου, συχνά αναπάντεχου, βίαιου και άωρου όπως στην τρίπτυχη ποιητική ακολουθία με τίτλο «Κοίτα ψηλά τʼ αστέρια» που είναι αφιερωμένη στη μνήμητου δολοφονημένου Παύλου Φύσσα•αλλά και ο θάνατος αγαπημένων σωμάτων, όπως αυτό της μάνας, οι τελευταίες επιθυμίες της οποίας μετουσιώνονται σε ελεγειακούς στίχους που κρατάνε το σπίτι της μνήμης ανοιχτό, όπως εκείνη ζήτησε, και μας υπενθυμίζουν αυτό που λέγαν για τον «πεθαμό» οι παλιοί και που αντηχεί εκκωφαντικά ως απάνθισμα της πολύτιμης λαϊκής σοφίαςστο ποίημα με τίτλο «Ήρθε αναπάντεχα», δηλαδή το τόσο παρηγορητικά μακάβριο, «Αυτόν τον αθεόφοβο εφτά φορές τη μέρα να θυμάσαι». (σελ.38)
Κομβικά, και ιδιαίτερα ενδιαφέροντα,αφηγηματικής υφής,ποιήματα του 2ου μέρους της συλλογής σε σχέση με τις θεματικές χρόνος-μνήμη-απώλεια-φθορά αποτελούντα ποιήματα «Η Συνάντηση» και «Οικογενειακή Φωτογραφία». Εδώ, το ποιητικό υποκείμενο υπό την επήρεια της αίσθησηςdéjà vu, της γνωστής προμνησίας,αναβιώνει καιεπιχειρεί να ακινητοποιήσει τη στιγμή ως μνήμη ονειρική και αδιόρατη, όμως παραδόξως, διπλά βιωμένη.Το ψυχικό φαινόμενοdejavu,ως μηχανισμόςανάσυρσης ασυνείδητου υλικού στο συνειδητό τώρα της γραφής μετουσιώνεται σε ποιητικό λόγο με αφορμή δύο διαφορετικά εξωτερικά γεγονότα:Μία τυχαία συνάντηση με παλιά συμμαθήτριακαι μια παλιά οικογενειακή φωτογραφία. Αμφότερατα ποιητικά αυτά συμβάντα συνδέονται με μια προϋπάρχουσα ανάμνηση πουσύμφωνα με τις κατά Freudκαι Jung ψυχαναλυτικές αρχές αντανακλούν ένα ευρύτερο συλλογικό ασυνείδητο, ένα παιχνίδι μνήμης που διαμείβεται μεταξύ προσώπων και συμβάντων νικητής του οποίου δεν είναι άλλος από την ματαιωμένη επιθυμία και την απώλεια:

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Στο δρόμο συνάντησα μια συμμαθήτρια
Παίξαμε παιχνίδι μνήμης
Χάσαμε κι οι δυο
Ανταλλάξαμε τα παλιά μας ονόματα
Με τα χειμερινά μας επίθετα
Αναγνώστου Σοφία, συνταξιούχος εκπαιδευτικός
Α ναι ναι… Μόρφω Χρηστίδου, απόμαχη νοικοκυρά
Άνευ συντάξεως καθότι άμισθη μια ζωή
Τʼ ανοιξιάτικα υποκοριστικά
τα είχε καταβροχθίσει η λήθη
Όχι όμως κι εκείνον τον υπέρλαμπρο ήλιο
Με το χρυσομέταξο φωτοστέφανο
………………………………………………………….
Τώρα θαμπό φεγγάρι πορεύεται
Ξεθωριασμένη αναλαμπή αλλοτινής λαμπρής
Γέρνει προς τη μεριά της νύχτας
Σέρνοντας το δεξί πόδι
Κι εγώ σκουριασμένο πλωτό
μ΄ ένα ιστιοφόρο στο πέτο (σελ.34)

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΚΗ ΦΩΤΟΓΡΑΓΑΦΙΑ

Παλιά δεν ήταν εύκολο
Να βλέπουμε εικόνα μας
Να λάμπει στο χαρτί
Γινόταν σπάνια αυτό
Όταν το επέβαλλαν λόγοι ειδικοί
Να, όπως η φωτογραφία αυτή
Για τις ανάγκες έκδοσης βιβλιαρίου πολυτέκνων
………………………………………………………………………..
…βρέφος στα γόνατα
Της συνεσταλμένης μάνας εγώ
Κι όμως νομίζω ότι ακόμη νοιώθω
Της φωτογράφισης εκείνη τη θαλπωρή
Παρότι άνθρωπος άγνωστος
Χειρονομώντας μάλλον αυτός
μʼ έβαλε στη θέση αυτή την ποθητή
Τʼ άκουσα; τʼ ονειρεύτηκα;
Ήταν κάποια άλλη μεταγενέστερη φορά
Σε κάποια ανάλογη φωτογράφιση
Δεν γνωρίζω…
Πάντως έχω την αίσθηση
Την πεποίθηση σχεδόν
Ότι θυμάμαι της φωτογράφισης εκείνης τη στιγμή (σελ. 30)

Εν κατακλείδι, το ποιητικό παλίμψηστο της Δέσποινας Καϊτατζή βρίθει εικόνων και αμφίσημων, έως και πολύσημων, αναφορών και υπαινιγμών μέσω των οποίων το ποιητικό υποκείμενο επιχειρεί να διαχειριστεί το χρόνο και τη μνήμη μέσα από μια κατακερματισμένη σχέση πραγμάτων, λέξεων, συμβάντων, συμβόλων και ψηγμάτων μνήμης. Αναπότρεπτα ασαφής ως προς το νόημα του εξωτερικού κόσμου, οιποιητικές τούτες διαδρομές σηματοδοτούν και ανακαλούν αντιφάσεις και αντιθέσεις, συμπυκνώνουν πολλαπλά νοήματα, περιέχουν διπλές εικόνες, σημαίνουν το εφιαλτικά εσχατολογικό ταυτόχρονα με το ειδυλλιακό, το ανοίκειο και το ασυνήθιστο μέσα στο συνηθισμένο.Στο υπαρξιακά φορτισμένο ποιητικό σύμπαν της Δέσποινας το ποιητικό υποκείμενο, αναπολεί, πενθεί, αναστοχάζεται και αναβιώνει μέσω του ποιητικού λόγου τις αναμνήσεις του, οργανώνοντας έτσι µία εσωτερική, νοσταλγική σχέση µε την απώλεια των απολεσθέντων προσώπων και αντικειμένων σε χρόνο άχρονο και εντελώς ρευστό. Ο θάνατος, ως η έσχατη απειλή που αιωρείται και επικρέμεται πάνω από την ατομική και συλλογική υποκειμενικότητα, είναι μη αναπαραστάσιμος ως μη-βιωμένη εμπειρία, εφόσον ως τέτοια αναπότρεπτα συμπίπτει με το τέλος του αναπαραστατικού/συμβολικού/διαμεσολαβητικού κώδικα, που είναι η γλώσσα. Αυτό ωστόσο που μπορεί να καταγραφεί, και καταγράφεται εν τέλει, ή να αναπαρασταθεί μέσω του γλωσσικού/συμβολικού συστήματος είναι η παραδοχή της αλλοτρίωσης, της ματαίωσης και της μελαγχολίας που αναδύονται μέσα από το αναπόφευκτο γεγονός της επίγνωσής του, πράγμα που επιτυγχάνεται στις Διαδρομές μέσα από την αναδίπλωση της μνήμης και τα παράλληλα επίπεδα εξέλιξηςτων ποιητικών συμβάντων. Το ποιητικό υποκείμενο επιχειρεί να αποστασιοποιηθεί από το κάδρο του ποιήματος και από το εκάστοτε νοηματικό πλαίσιο, ενώ κατατρύχεται, από μια διαρκή αίσθηση απώλειας και απειλής. Συνδιαλέγεται, λοιπόν, τόσο με τον επικείμενο αφανισμό του, όσο και με το παρελθόν, συνδέει το πένθος με την απουσία της νιότης και συνομιλεί με τον εαυτό του ως έχει, αλλά και ως παρελθοντικό Άλλο. Τόσο, πού σύμφωνα με τον Ινδό γκουρού ποιητή Σρι Τσίνμόι:

Τίποτα δεν μένει
Ό,τι φαίνεται να μας αφήνει
Ποτέ δεν φεύγει αληθινά.
Κι ό,τι μαζί μας φαίνεται πως μένει
Δεν μένει τελικά
Τίποτε δεν απομένει
Κι όλα ένα μυστήριο
Ενός αέναου κέρδους
Και μιας διαρκούς απώλειας είναι.
(SriChinmoyGhose, σε μτφ. της γράφουσας)

Άννα Κουστινούδη, εκπαιδευτικός & Λέκτορας επί συμβάσει, είναι διδάκτωρ Λογοτεχνίας του τμήματος Αγγλικής γλώσσας & Φιλολογίας του ΑΠΘ. Έχει εκδώσει:
-Τη μονογραφία της The Split Subject of Narration in Elizabeth Gaskellʼs First-Person Fiction (To Διχασμένο Αφηγηματικό Υποκείμενο στα Πρωτοπρόσωπα
Έργα της Ελίζαμπεθ Γκάσκελλ), 2011, εκδόσεις Lexington Books.
-Κριτικές αναλύσεις “Καλειδοσκοπικός σελιδοδείκτης”, 2016, εκδόσεις Γαβριηλίδης.
Ακαδημαϊκά άρθρα, πεζά, μεταφράσεις και βιβλιοκρισίες της έχουν επίσης δημοσιευτεί σε ελληνικά αλλά και αγγλόφωνα έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά.