Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

«Πόλοι και σύμβολα στην ποίηση του Δημήτρη Κοσμόπουλου- Pixels, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 2020» (γράφει ο Αλέκος Ε. Φλωράκης)

 

 

Ἡ νέα ποιητική συλλογή τοῦ Δημήτρη Κοσμόπουλου εἰσβάλλει μέ τίτλο ἀπροσδόκητο, παράδοξο γιά τήν τρέχουσα ποιητική ἀντίληψη, τίτλο πού φαίνεται νά προσιδιάζει στήν τάξη τῶν θετικῶν ἐπιστημῶν: Pixels. Ὅρος ξενόγλωσσος σέ ἀκοή καί γραφή, ‒εἰκονοστοιχεῖα στήν ἑλληνική ἐκδοχή του‒ τά pixels δηλώνουν τά στοιχειώδη τμήματα μιᾶς ψηφιακῆς εἰκόνας, τά ἐλάχιστα κομμάτια στά ὁποῖα αὐτή μπορεῖ νά ἀναλυθεῖ.

Εἶναι ἡ ἐπιλογή ἑνός τέτοιου τίτλου ἀντιποιητική; Ὄχι, ὅταν στοχεύει νά διεκτραγωδήσει τό ψευδεπίγραφο εἰκονικό περιβάλλον μέσα στό ὁποῖο ἔχει παραδοθεῖ ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος. Ἐγκλωβισμένος στή μόνωση, ὑποταγμένος στήν παντοδυναμία τῆς ὀθόνης, χωρίς φαντασία, χωρίς θέληση, καταργεῖ τό πρόσωπό του, ὑποκείμενος σέ «πιξελοποίηση» (pixelization), ὅπως ὀνομάζεται ἡ ἀπόκρυψη μιᾶς εἰκόνας μέσω ὁμαδοποίησης τῶν εἰκονοστοιχείων της.

Ὅμοιος μέ εἰκόνα χαμηλῆς ἀνάλυσης, μέ ἐξαφανισμένα τά ἐπιμέρους στοιχεῖα τῆς ἰδιοσυστασίας του πίσω ἀπό ἕναν θολό ἑσμό πίξελς, εἶναι ὁ κόσμος πού ἀνατέμνει μέ τήν ποίησή του ὁ Δημήτρης Κοσμόπουλος. Τό θέμα τό εἶχε ἤδη θίξει σέ προηγούμενη συλλογή του, τό Θέριστρον (2018), στό ποίημα «Tele-scertso», ὅπου οἱ ἄνθρωποι ἐμπρός στήν τηλεοπτική ὀθόνη παύουν νά μιλοῦν (ἤτοι νά ἐπι-κοινωνοῦν), γιά νά μήν τή θυμώσουν, καθώς ἐκείνη «βρέχει θάνατο», καθώς «ἀφέντης, Ἄναξ / εἶναι οἱ εἰδήσεις κι οἱ ρεκλάμες. Πάρε Xanax».

Στή νέα συλλογή του ὁ ποιητής ἐπανέρχεται ἐκτενέστατα, καταγγέλλοντας τήν ἀλλοτρίωση τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου· τή μοναξιά πού ἐξυφαίνεται μέσ’ ἀπό τήν ὁμαδοποίηση τῆς χαμηλῆς ἀνάλυσης· τῶν χαμηλῶν ὁριζόντων:

 

Κι ὅμως αἰχμάλωτοι μές στό καθρέφτισμά μας

σέ γυάλινη ἁλυκή, κόκκοι, εἰκονοστοιχεῖα

ἕκαστος στήν ὀθόνη του κι ὅλοι μιά συστοιχία

στοῦ τίποτα τό κάτοπτρο, θεατές στό ξέφτισμά μας,

γυρεύουμε ἕνα ἄγγιγμα, μά τό γυαλί ἐμποδίζει.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

«Η λειτουργία της βιωμένης και επίκτητης μνήμης στην ποίηση του Γιώργου Θεοχάρη» (γράφει ο Χρήστος Μαυρής)

 

 

«Κάναν’ τη γλώσσα ρούχο-τους,

τη μνήμη-τους πατρίδα»

 

 

 

Η πάνοπλη και ανίερη μνήμη φαίνεται πως πολιορκει και σφυροκοπα τον  Γιώργο Θεοχάρη απο τα πρώτα βήματα της ποιητικης πορείας-του με αποτέλεσμα να τον εξουθενώνει, ψυχικα και σωματικα, και τον ποιητη να κραυγάζει απεγνωσμένα πως «η μνήμη ματώνει», δίνοντας κάποιες φορες στον αναγνώστη την αίσθηση πως τα πράγματα οδηγούνται σε επικίνδυνο σημείο, πως έχει χάσει πια τις δυνάμεις και τις αντιστάσεις-του και πως βρίσκεται λίγο πριν την τελικη πτώση, δηλαδη λίγο πριν τινάξει τα κώλα.

Θέλω να επισημάνω πως είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου η μνήμη έχει καταδυναστεύσει και περισφίξει με τέτοιο σκληρο τρόπο, και κυρίως σε τέτοια έκταση, τον λογισμο νεοέλληνα ποιητη, όσο του Γ. Θεοχάρη, συγκρινόμενος ειδικα με τους ποιητες της γενιας του ’70, στην οποία γενεαλογικα  (και θεματολογικά ) ανήκει, αλλα και σπάνια η τετραπέρατη μνήμη απελευθέρωσε και αναζωογόνησε σε τέτοιο εντυπωσιακο βαθμο την έμπνευσή-του και συνάμα τροφοδότησε και πλούτισε τόσο γενναιόδωρα της γραφη-του!

Με άλλα λόγια, η μνήμη, τόσο η βιωμένη όσο και η επίκτητη, εννοω εκείνη που η λειτουργία-της επιτυγχάνεται (εκ των υστέρων) με μηχανικα ή τεχνικα μέσα, αποτέλεσε τον καλύτερο τροφοδότη της ποίησής-του, με την έννοια ότι μεγάλο μέρος-της είναι κυριολεκτικα γαντζωμένο, εδραιωμένο και ανεπτυγμένο πάνω σε αυτη την ανθρώπινη διανοητικη διεργασία, που την έχει κιόλας σημαδέψει, αμαυρώνοντας το πρόσωπό-της με την κρύα, τη θανατερη δαχτυλια-της. Αυτος ο πρόδηλος εναγκαλισμος της μνήμης με τον ποιητη είναι επόμενο να δημιουργει μεταξυ-τους και μία ιδιόμορφησχέση, που άλλοτε γίνεται τρυφερη και γλυκια και άλλοτε σκληρη και φαρμακερη. Προσωπικα, έτσι όπως  εκδηλώνεται και συμπεριφέρεται η μνήμημέσα απο την ποίηση του Γ. Θεοχάρη, την αισθάνομαι σαν μία στρουμπουλή, ναζιάρα και προκλητικη ερωμένη που μπορει να τον απωθει αισθητικα αλλα συγχρόνως και παραδόξως τον ελκύει σεξουαλικα.

Θέλω να επισημάνω πωςμεταξυ του ποιητη και της μνήμης παίζεται ένα σχιζοειδες παιγνίδι, σίγουρα αντιφατικο, όμως και αρκετα ενδιαφέρον απο πολλες απόψεις, γιατι είναι στηριγμένο στα στοιχεία της έλξης και της απώθησης, της στοργης και του μίσους, της αδράνειας και της πνευματικης ευφορίας. Δεν είναι τυχαίο, λοιπον, που ο ποιητης νιώθει την μνήμη άλλοτε σαν αρραβώνα στο χέρι-του, ουρανο πάνω απο το κεφάλι-του, τράπεζα που καταθέτει το πνεύμα-του, πατρίδα που ζεσταίνει το σώμα-του και άλλοτε σαν θάλασσα μαύρη ή κρύο κενοτάφιο κ.ά.

Αυτο, πιστεύω, είναιτο γενικο συμπέρασμα που μπορει να εξαχθει μέσα απο την ανάγνωση του συγκεντρωτικου τόμου που περιέχει τις πρώτες τέσσερις ποιητικες συλλογες-του, καθως και μία σειρα απο πρωτόλεια ποιήματα, με συναισθηματικη και ιστορικη αξία, που βλέπουν για πρώτη φορα το φως της δημοσιότητας μέσα απο αυτο τον τόμο.

Συγκεκριμένα, στον εν λόγω τόμο που τιτλοφορείται Πιστοποιητικα Θνητότητας-Ποιήματα 1970-2010 και εκδόθηκε τον Μάρτιο του 2014 απο το βιβλιοπωλείο Σύγχρονη Έκφραση, περιλαμβάνονται, κατα σειρα  χρονολογίας έκδοσής-τους, οι εξης συλλογες:

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

«Το αμφι-λεγόμενον της έσω Μονο- βασιάς του Γιάννη Ρίτσου. Από τη “Συμφωνία του έαρος” στο ελεγειακό τραγούδι των τελευταίων “Δευτερολέπτων”. Μια αντιστικτική ανάγνωση» (Γράφει η Παναγιώτα Λάσκαρη)

 

Κάθετος βράχος- όλη μέρα να πίνει το λιοπύρι,

Να το κρατάει στα σπλάχνα του κατάντικρυ στο πέλαγο,

Κι εσύ με την πλάτη ακουμπισμένη στο βράχο, με το στήθος

Ολάνοιχτο στη θάλασσα,-μισός φωτιά, μισός δροσιά,

Κομμένος εγκάρσια, διπλός, σ΄ έναν αγώνα μόνο

Να σμίξεις το νερό με την πέτρα.(1)

 

Η μοναδική στην ιδιαιτερότητά της συνάφεια ποίησης και ζωής και η ποιητική ιδιοπροσωπία του Γιάννη Ρίτσου συνεπαίρνει με την πολυπρισματικότητά της, αλλά και αινιγματικά προκαλεί με τον αμφι-λεγόμενο χαρακτήρα της, που διέπει ως δυναμική απροσδιοριστία το ποιητικό του σύμπαν.

Από τα έργα της νεότητας, όπως η Εαρινή συμφωνία, ως τα Δευτερόλεπτα του τέλους, ο αναγνώστης, και δη ο μελετητής της ποίησής του, μπορεί να παρακολουθήσει την εξέλιξη ενός πολυφωνικού έργου όπου ο ποιητής μισός φωτιά, μισός δροσιά, κομμένος εγκάρσια, διπλός, αγωνίζεται να σμίξει ανεξάρτητες, αλλά και αρμονικά σχετιζόμενες μεταξύ τους, μελωδικές γραμμές στο ενιαίο σώμα μιας αράγιστης ολοκληρίας, επιτυγχάνοντας μια υψηλής ποιότητας σύνθεση.

Λόγοι τόσο εξωτερικοί όσο και εσωτερικοί μας παρώθησαν, απ΄το corpus του πολύμορφου και πολυτροπικού έργου του Ρίτσου, να επιχειρήσουμε μια ενδεικτική αντιστικτική ανάγνωση των συγκεκριμένων αυτών συλλογών, με πλήρη επίγνωση ότι ένα τέτοιο εγχείρημα θα μπορούσε να αφορά και σε άλλα του κείμενα, μιας και η αντίστιξη, ως η τεχνική της σύνθεσης δύο ή περισσοτέρων μελωδικών γραμμών που ξεχωρίζουν μεταξύ τους μέσα στην ενοείδεια ενός πολυφωνικού έργου, είναι κύριο χαρακτηριστικό της ποίησής του που από φυσικού της ρέπει προς τη μουσική απροσδιοριστία.(2) Μια απροσδιοριστία όπου το αμφι-λεγόμενον, ως αυτό που αναφέρεται σε αμφότερα τα μέρη, ως αυτό που λέγεται κατ΄άμφω και ως αυτό που κατανοείται και ερμηνεύεται εκατέρωθεν, δεν περιγράφει απλώς τη ζωή, αλλά εκφράζει την ένταση του διαλόγου των στοιχείων που την πραγματώνουν(3).

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης, Μεταφραστικό Εργαστήρι

«Ο Τάκης Βαρβιτσιώτης μεταφράζει αριστοτεχνικά ποιήσεις του Stefan Mallarme» (γράφει ο Αντώνης Χρ. Περδικούλης)

Από την εν πλω συλλογή δοκιμίων «Τετράδια με μπλέ πανάρια»

Μια νέα δημιουργία ενός ασύλληπτου ποιητικού φωτός Η εντέλεια της μετάφρασης δεν έγκειται απλά στη μορφολογική μεταφορά της αντίστοιχης επιλεγμένης λέξης ούτε αρκείται σε μια αυστηρή απόδοση των εκφραστικών μέσων και εννοιών του πρωτοτύπου. Aυτή ενδημεί μέσα στο αισθητήριο των συναισθημάτων του μεταφραστή – όταν μάλιστα πρόκειται για ποιητικό κείμενο ως ένστικτο που τον κατευθύνει για να ανακαλύψει αρχικά τη μουσική του ποιήματος και  ύστερα να διαφυλάξει την αισθητική του υφή μεταμορφώνοντας όλες τις απεριόριστες λεκτικές εκφάνσεις σε μια πειθαρχημένη γλωσσοπλασία .

Η ποιητική μετάφραση δεν είναι μόνο μια δημιουργία είναι ακριβώς μια διπλή δημιουργία του πιο ασύλληπτου φωτός το οποίο ρέει ανεξάντλητο κι ανεξερεύνητο μες στη ψυχή και στη φαντασία του πρωτοδημιουργού του. Αυτό το ασύλληπτο εσώτατο φως καταφέρνει να ανακαλύψει και να συλλέξει ο Τάκης Βαρβιτσιώτης (γεν Θεσσαλονίκη το  1916 όπου και εκοιμήθη το 2011), σιώνοντάς το σε στέρεη έκλαμψη και να μεταφέρει από τη γαλλική στην ελληνική μια σειρά ποιημάτων του Μαλλαρμέ με τον ποιητικότερο τρόπο.

Αφού ξεκλειδώσει «ξεβιδώσει» όπως έλεγε ο Σεφέρης τις καλά αμπαρωμένες πόρτες της ποιητικής ιδιοσυγκρασίας του Stefan Mallarme (1842-1898), «αρχηγού του γαλλικού συμβολισμού και της καθαρής ποίησης απελευθερώνει δέσμες φωτός από άρρητη λεκτική μαγεία που κρύβονταν πίσω από τα σύμβολα έννοιες ή που τις κάλυπτε η σιωπή.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Δημήτρης Κοσμόπουλος, «Pixels», εκδ. Κέδρος, 2020 (γράφει ο Πασχάλης Νικολάου)

H νέα ποιητική δουλειά του Δημήτρη Κοσμόπουλου δίνει την αίσθηση πως θεματικά σημεία της τουλάχιστον προέκυψαν εκτός σχεδίου, ίσως κατά τρόπο παρόμοιο με έργα κάποιων μουσικών μέσα στο 2020 (χαρακτηριστικά διαβάζουμε ‘recorded in rockdown’ στο εξώφυλλο του πρόσφατου άλμπουμ του Paul Mc Cartney).

Στο Pixels (ο τίτλος σε κοντρά στο με χαρακτικό του 1962 του Τάκη Σινόπουλου στο εξώφυλλο και με γραμματοσειρές που επίσης θυμίζουν εκείνη τη δεκαετία), μια αίσθηση απρογραμμάτιστης συνθήκης τρυπά επανειλημμένα το οργανωμένο σύνολο. Αντιμετωπίζουμ επολλαπλές μεταλλάξεις της σύγχρονης εμπειρίας σε ένα διαρκώς πιο αποσπασματικό κόσμο, με εισβολή εικόνων/λέξεων όπως ‘laptop’, ‘Skype’,‘επιφάνεια εργασίας’, ή φράσεις που σημαδεύουν την εποχή, όπως ‘υψηλού κινδύνου’. Οι λατινικοί χαρακτήρες και δάνεια από το πλησίασμα ενός αγγλόφωνου τεχνολογικού θηρίου υπήρχαν και στις προηγούμενες δυο συλλογές–εδώ όμως σαφώς πολλαπλασιάζονται και επιταχύνονται από το πανδημικό γεγονός. Και οι διακειμενικές αναφορές το ακολουθούν επίσης:

         

IX. Yersinia pestis τὸ βακτήριο τῆς πανώλης

 

μιλιούνια οἱ νεκροί, τούς κήδευε ὁ Δάντης,

SARS-CoV-2 εἴπανε οἱ ἱεροφάντες

ἐργαστηρίων τὸν -ἐξώλης καὶ προώλης-

 

ἰὸ μὲ τὴν κορώνα. Ἡ ὠχρά σου σπειροχαίτη

εἶναι ἄκακο ζωΰφιο, ποιητή, μπροστά του.

Ἄλογα νὰ καλπάσουν μὲ φλεγόμενη τὴν χαίτη,

τῆς Ἀποκάλυψης, καλοῦν οἱ ἐμπόροι τοῦ θανάτου.

 

Ἐσύ ’σαι κρεμασμένος, ἀκόμη μιὰ φορὰ

στοῦ πουθενὰ τοὺς ἄγριους οὐρανοξύστες.

Φτύσε στὸ πρόσωπο τοῦ πανικοῦ τοὺς μύστες

 

κι ἀπ’ τὸ ὑπόγειο πατάρι τὸ κρυφὸ

ζήτα τὴν χάρη νά ’χεις ἀδερφό,

κάθε ψυχὴ ποὺ κατακαίει ἡ συμφορά.

(σ. 15)

 

 

Διαβάστε περισσότερα