H νέα ποιητική δουλειά του Δημήτρη Κοσμόπουλου δίνει την αίσθηση πως θεματικά σημεία της τουλάχιστον προέκυψαν εκτός σχεδίου, ίσως κατά τρόπο παρόμοιο με έργα κάποιων μουσικών μέσα στο 2020 (χαρακτηριστικά διαβάζουμε ‘recorded in rockdown’ στο εξώφυλλο του πρόσφατου άλμπουμ του Paul Mc Cartney).

Στο Pixels (ο τίτλος σε κοντρά στο με χαρακτικό του 1962 του Τάκη Σινόπουλου στο εξώφυλλο και με γραμματοσειρές που επίσης θυμίζουν εκείνη τη δεκαετία), μια αίσθηση απρογραμμάτιστης συνθήκης τρυπά επανειλημμένα το οργανωμένο σύνολο. Αντιμετωπίζουμ επολλαπλές μεταλλάξεις της σύγχρονης εμπειρίας σε ένα διαρκώς πιο αποσπασματικό κόσμο, με εισβολή εικόνων/λέξεων όπως ‘laptop’, ‘Skype’,‘επιφάνεια εργασίας’, ή φράσεις που σημαδεύουν την εποχή, όπως ‘υψηλού κινδύνου’. Οι λατινικοί χαρακτήρες και δάνεια από το πλησίασμα ενός αγγλόφωνου τεχνολογικού θηρίου υπήρχαν και στις προηγούμενες δυο συλλογές–εδώ όμως σαφώς πολλαπλασιάζονται και επιταχύνονται από το πανδημικό γεγονός. Και οι διακειμενικές αναφορές το ακολουθούν επίσης:

         

IX. Yersinia pestis τὸ βακτήριο τῆς πανώλης

 

μιλιούνια οἱ νεκροί, τούς κήδευε ὁ Δάντης,

SARS-CoV-2 εἴπανε οἱ ἱεροφάντες

ἐργαστηρίων τὸν -ἐξώλης καὶ προώλης-

 

ἰὸ μὲ τὴν κορώνα. Ἡ ὠχρά σου σπειροχαίτη

εἶναι ἄκακο ζωΰφιο, ποιητή, μπροστά του.

Ἄλογα νὰ καλπάσουν μὲ φλεγόμενη τὴν χαίτη,

τῆς Ἀποκάλυψης, καλοῦν οἱ ἐμπόροι τοῦ θανάτου.

 

Ἐσύ ’σαι κρεμασμένος, ἀκόμη μιὰ φορὰ

στοῦ πουθενὰ τοὺς ἄγριους οὐρανοξύστες.

Φτύσε στὸ πρόσωπο τοῦ πανικοῦ τοὺς μύστες

 

κι ἀπ’ τὸ ὑπόγειο πατάρι τὸ κρυφὸ

ζήτα τὴν χάρη νά ’χεις ἀδερφό,

κάθε ψυχὴ ποὺ κατακαίει ἡ συμφορά.

(σ. 15)

 

 

Έτσι τα Pixels εξελίσσουν εσωτερικά τους κυρίαρχους όρους της ποιητικής του Κοσμόπουλου: έμμετρες μορφές, συχνά σε πειραματική διάταξη που έρχονται να συναντήσουν την συνείδηση του 21ου αιώνα· βαθιά γνώση της ποιητικής μας παράδοσης και αποτύπωση μιας ενσυναίσθησης με το έργο και βιογραφίες ομοτέχνων· άντληση υλικού από μια γλώσσα εκκλησιολογική· τόνος συχνά προσευχητικός. Είναι στοιχεία που συνδυάζονται εξαιρετικά σε ένα ποίημα όπως το παραπάνω.

Παρόλο που οι αναφορές σε άλλους ποιητές είναι λιγότερο συχνές εδώ, καλά χωνεμένες –πλέον– επιδράσεις διατρέχουν τα Pixels. Ποιήματα όπως το‘II. Κλεισμένοι στῶν πολυκατοικιῶν τὶς τρύπες’ (σελ. 8) και,για παράδειγμα, στίχοι όπως αυτοί που συναντάμε εντός του ‘ΧΧVI. Πανδημία ποιηματογράφου’ (σελ. 35) –‘Θὰ ἀναφερθῶ πλαγίως στοὺς μεγάλους / στὸν Δάντη, ἐνδεχομένως στὸν Καμὺ / μὲ τρόπο σίγουρο ἀφήνω πίσω μου τοὺς ἄλλους / νὰ λένε γιὰ Σουρῆ, γιὰ Ραγκαβῆ // στοχαστικὰ καθὼς κοιτῶ ἀπ’ τὰ γυαλιά μου.’, στ. 5-9)– επικοινωνούν ειρωνεία που θυμίζει εκείνη την σημαντικότατη προ εικοσαετίας συλλογή του Νάσου Βαγένα, τις Σκοτεινές  Μπαλάντες και άλλα ποιήματα). Ένα ‘Με τον τρόπο του Παλαμά’ που βρίσκουμε στην σελίδα 32, υποδηλώνει τονισμούς που βεβαίως εκτείνονται σε αρκετά άλλα από τα ποιήματα.

Παραμένει αδιατάρακτη η ικανότητα του Κοσμόπουλου να συνθέτει εικόνα και γλωσσικούς τύπους με τρόπους που το ένα ακαριαία να πείθει για το άλλο, σε στροφές σαν τις παρακάτω από το ‘VI. Μέλι, κερί, τριαντάφυλλο σε βρίσκω’ (σελ. 12):

 

Πετρώματα τοῦ μίσους καὶ πολεμοφόδια

βράζουνε καὶ στοιβάζονται στὸ ψέμμα

μὲ τοῦ κακοῦ συνδεδεμένα τὰ καλώδια

σύνεργα τοῦ θανάτου. Ἄραγε, ποιό αἷμα

 

μπορεῖ τὸ αἷμα τοῦ σκότους νὰ ξεβάψει;

Γιατὶ μονάχα μ’ αἷμα ξεπλένεται τὸ αἷμα.

Ἐκεῖ, στὰ ἔγκατα, στοῦ ταραγμοῦ τὴν ἅψη

μικρὸ δεντράκι ἔχει τὰ φύλλα του ἀνάψει.

(στ. 8-15)

 

Είναι δύσκολο να αρνηθεί κανείς την ομορφιά και δεξιοτεχνία σε τέτοια σχήματα, ή αλλού, σε κάποιες καίρια τοποθετημένες επαναλήψεις: ‘Καυτὰ χαλίκια, κόκκους θυμιάματος. Κι ἡ χάρη / χρυσοῦς καπνὸς θά σέ τυλίξει, χρυσὸ ἀγέρι’ (στο ‘Ι. Πιάνεις το νήμα από τα τέλη Νοεμβρίου’, σελ. 7) ακόμα και αν ο αναγνώστης δεν ασχοληθεί περισσότερο με την σειρά και σχέδιο που υποδηλώνεται από την απόφαση του ποιητή να προτάξει αρίθμηση πριν από τίτλους, ώστε να κυριαρχεί περαιτέρω ο γενικός τίτλος-ιδέα Pixels κατά την ανάγνωση.

Η επιλογή στην μορφή είναι συχνότερα κοντά στο σονέτο, πριν κλείσει η συλλογή με το πεζόμορφο ‘ΧΧΧV. Commonitorium’(σελ. 53).Αυτό όμως που περισσότερο ενοποιεί την έκφραση εδώ, κυρίως είναι η ένταση των αναφορών σε κόσμο ολοένα πιο αποκαλυπτικό στην καθημερινότητά του. Κυριαρχεί ένα αίσθημα απειλής, και αυτό πριν φτάσουμε σε πιο εμφανή σχολιασμό περί του ιού, ή σε επαφές με ιατρικό προσωπικό και γενικά σε μεταφορές που κυκλώνουν την ασθένεια ως έννοια και εμπειρία. Ιδίως σε μια ενότητα έξι ποιημάτων που απαρτίζουν το ‘ΧΧΧΙΙΙ’,προτάσσονται και ημερομηνίες πρόδηλα σημαντικές, με το ιδιωτικό και το δημόσιο να πλέκονται περισσότερο. Όπως στο ‘Ανίοντες 4Β. Το ξόδι’ (σελ. 49),

 

Ἀπὸ τὴν καραντίνα ἡμέρες δέκα καὶ ἑφτὰ

μὲ τὰ βουνὰ νὰ τρέμουνε στὸ φῶς λυωμένα.

Ἰουνίου πρώτη, τοῦ πρωϊνοῦ χορτάρι καὶ γραφτὰ

πάνω του, δές, τὰ στάχυα. Μ’ ἄγραφτα δεμένα.

Τὴν πέτρα ποὺ μοῦ ἔδωσες στὰ χέρια μου βαστῶ

πενήντα χρόνους θήλασα ἀπ’ τὸν μαστό της μέλι.

(με ένδειξη †1.6.2020, στίχοι 1-6)

 

Tο αυτοβιογραφικό στοιχείο υπερβαίνει μεμονωμένους στίχους, και το υποσύνολο ποιημάτων, όπως είναι τοποθετημένο στις τελευταίες σελίδες, ξεχωρίζει όσο χρειάζεται ώστε να λειτουργήσει ενισχυτικά. Μέσα από οικογενειακή ιστορία, αντιλαμβανόμαστε πως αυτό που συμβαίνει σε όλους μας, έρχεται από παλιά.

 

ΧΧΧΙΙΙ Ανίοντες

            2.

Ὁ ἀδερφός σου. Μάϊο τοῦ ’22. Σμύρνη.

Δίπλα του ἡ νοσοκόμα τρυφερή. Ἡ ἄσπρη κλίνη.

Ὅσοι γυρίσατε μὲ αἱμοπτύσεις.

Κηδεύτηκε τὸ ’35. “Μὴν μέ φιλήσεις”

τῆς εἶπε – εἶχε τρέξει νὰ τόν δεῖ.

Τοῦ πλέξανε καλύβα ἀπὸ ψαθί.

(σελ. 46)

 

Οι πιθανές ενώσεις ποιητικής και θρησκευτικής σκέψης καθώς ερχόμαστε αντιμέτωποι με την φθορά του σώματος, με την δική μας ηλικία μας μέσα στην ηλικία του κόσμου, καθορίζουν τους στίχους του Κοσμόπουλου σχεδόν από το ξεκίνημά του το 2002 με το Λατομείο. Συνεχίζουμε να συναντάμε στο έργο του, το 2020,ένα κόσμο βασάνων· φιγούρες μοναχικές και αποδυναμωμένες από τους καιρούς, την φύση, τον ηλεκτρονικό πλανήτη γύρω τους. Αυτό που ταυτόχρονα  επιδιώκει, και με συχνότητα μεγάλη καταφέρνει στα ποιήματά του ο Κοσμόπουλος είναι η μετάδοση μιας ανάγκη για εγκαρτέρηση. Μέσα στις (α)συγχρονίες της επικρατούσας κουλτούρας, υπάρχει μέσα μας κάτι αρχαίο που πρέπει να αντέξει.

 

Ὢ τῆς ἄνοιξης ἱερή μου ἀνατριχίλα

μίλα, πῶς ἀπολυμαίνονται οἱ ψυχές;

Σφράγισε τὰ ἐργαστήριά τους κι ἔλα, μίλα

γιὰ τὶς ζωές, τὶς ὀρφανὲς καὶ μοναχὲς

 

βγάλ’ τους τὴν πρίζα οἱ κάμερες νὰ σβήσουν

σάρωσε τὰ μπάζα ἀπ’ τὴν σπηλιὰ

καὶ προτοῦ ἀνακοινωθέντα νὰ σαλπίσουν

σπάσε τὸ κλουβί, νὰ φύγουν τὰ πουλιά.

 

(‘XII. Ἰατροῖς κατηνάλωσα τὸν ἅπαντά μου βίον’, στ. 12-19, σελ. 19)

 

Πέρα από την όποια δεξιοσύνη που εδώ και χρόνια αναγνωρίζουμεστο έργο του, στίχοι όπως αυτοί επιβιώνουν πέρα από τα όποια μαθηματικά της ποιητικής τέχνης. Εμβαθύνουν σε μια λειτουργία επίσης συμβουλευτική, παρηγορητική. Και μας επανατοποθετούν σε ένα κόσμο που μπορεί διαρκώς να θρυμματίζεται σε ομοιώματα και εικονοστοιχεία,να ψηφιοποιείται, όμως συνεχίζει –όπως οφείλει– μέσω της ποίησης να καταλήγει σε συνθέσεις, να λυτρώνεται από σύνολα ανθρώπινα.