Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αφίξεις

Αφίξεις

Αφίξεις

Χαρά Πρεβεδώρου, «Αλμύρα», εκδ. Γαβριηλίδης 2014

`

Ερωτικό 2

Ξένοι έως απόκοσμοι.
Βγήκαν στην άκρη του γιαλού
με αφρούς στα μαλλιά
και ένθετες σταγόνες στα ματοτσίνορα.
Κάπως έτσι ξυπνούν ναυαγισμένα αγάλματα.
Αυτή είχε δυο βούλες κόκκινες στα στήθη της
σαν να είχε μόλις θηλάσει θαλάσσια πλάσματα
κι αυτός είχε έναν έρωτα αφηρημένο
σαν απʼ τον ύπνο του βυθού.
Της έδωσε ένα φιλί στον ώμο
κι ο ώμος της ανασηκώθηκε και το παρέτεινε.
Μου ʼρθε να κλάψω όπως κλαίει ο Μίμνερμος
για την κατάρα των καλών πραγμάτων
να περνάνε.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Βασίλης Λαλιώτης, «Θαλάσσια μπάνια», εκδ. Bibliotheque, 2014

`

2

Πόσα παγάκια καλοκαίρι…

Το εμπριμέ ανήκει στη σημειολογία του δροσερού
είναι ένα είδος ιδρωμένου ποτηριού αλλά σε ύφασμα.

Το ερείπιο ήταν σπίτια σχεδιασμένα για βλέμματα
κατά μέτωπον στην ακτή. Τώρα στίχος του Ελύτη:
τα σκατά των παιδιών με την πράσινη μύγα…

Το διπλανό παίζει το παιχνίδι του πεύκου και
της σκιάς. Το παραδίπλα μια γέφυρα πλοίου
από μπετόν, κουπαστές, έτοιμο για σαλπάρισμα.

Στη σκιά του η νωχέλεια δυο σαιζ-λόνγκ, η κυρία
κατεβαίνει αργά με τζόκεϊ ιστιοπλοϊκού και χανγκόβερ.
Δεν βγάζει τα σκούρα γυαλιά ούτε όταν βουτάει.

Εν τω μεταξύ μια γυναίκα σε ασπρόμαυρο με ομπρέλα
μαύρη και ρόμπα ψιλοκοπάκι μαύρο με γκρίζα ανθάκια
κάνει για μια στιγμή το πράγμα ασπρόμαυρη ταινία.

Η παναγία με το γιο της, διανοητικά ανάπηρος. Λέει
με υπαινιγμούς ότι τον αυνανίζει πριν έρθουν
για να μην ενοχλεί τις λουόμενες.

Οι πορτοκαλάδες πάνω στο τραπεζάκι μου θυμίζουν
ότι διψάω… και οι μεσόκοπες κυρίες μου θυμίζουν
τις λέξεις μπιρίμπα, κουμ καν, σταυρόλεξα

Μήπως έχετε σταυρόλεξα λέει μια κυρία στο περίπτερο…

Ο Χορκχάϊμερ έχει γίνει καθηγητής, κι έχει παντρευτεί
επιτέλους την αγαπημένη του.

Ανάσκελα, κλείνεις τα μάτια επιπλέοντας. Όταν τα ανοίγεις
όλα βρίσκονται κάτω από φρέσκο φως.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Γιώργος Ιωάννου, «Ποιήματα 1954-1985», εκδ. Σφεντάμι 2014

`

ΤΑ ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ ΤΩΝ ΕΒΡΑΙΩΝ

Κάθε φορὰ ποὺ τρίζει ἡ σκάλα μας,
«λὲς νά ‘ναι αὐτοὶ ἐπιτέλους;» σκέφτομαι,
κι ὕστερα φεύγω καὶ μὲ τὶς ὧρες
κατακίτρινα ζωγραφίζω ἡλιοτρόπια.

Ὅμως αὔριο ὥσπου νὰ ξεχαστῶ,
στὴν αἴθουσα ἀναμονῆς τὸ τρένο
ἀπ’ τὴν Κρακόβια θὰ περιμένω.

Κι ἀργὰ τὴ νύχτα, ὅταν ἴσως κατεβοῦν
ὠχροί, σφίγγοντας τὰ δόντια·
«ἀργήσατε τόσο νὰ μοῦ γράψετε»
θὰ κάνω δῆθεν ἀδιάφορα.

‘

*

ΙΣΩΣ ΤΗΝ ΑΠΟΠΛΥΝΕΙ

Μὴ φοβᾶσαι πιὰ
τὴν καλοκαιριάτικη βροχὴ
τὶς νύχτες ποὺ ξυπνᾶς
ἀπʼ τὸν βαθὺ τῶν φύλλων ψίθυρο.

Κλεῖσε τὰ μάτια μόνο καλύτερα,
κι ἄνοιξε κείνη τὴν καρδιά σου.

Ἴσως τὴν ἀποπλύνει ἡ καταιγίδα.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Γιώργος Φράγκος, «Παλαιοπωλείο ασμάτων», εκδ. Φαρφουλάς 2013

`

Παλαιοπωλείο

Πέρασα βερνίκι όλες μου τις μνήμες
κόλλησα με γόμα όλες τις ρωγμές
πήρα τα σκαρπέλα, πήρα και τις λίμες
κι έχω αφήσʼ απʼ έξω όλες τις πομπές.

Παλαιοπωλείο είνʼ οι μνήμες μας
καλογυαλισμένες μέσα στη ψυχή
έχουν μέσα φόδρα απʼ τις λύπες μας
μα και για σφραγίδα άλλην εποχή.

Έχω συντηρήσει τόσες αναμνήσεις
έχω βάλει λάδια κι άλλα υλικά
έχω αποβάλει τόσες αντιρρήσεις
έβγαλα τη σκόνη κι άλλα περιττά.

Έβαψα μʼ ασβέστη θύμησες ποικίλες
έβγαλα τα χόρτα τα πειρατικά
άνοιξα με φόρα της καρδιάς τις πύλες
κι άφησα να φέγγουν τα θαυμαστικά.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις, Η Κρίση της Ποίησης

Νίκος Λάζαρης, «Η αιχμή του δόρατος- Κριτικά Κείμενα 1987-2011»», εκδ. Futura 2014 [+ Πρόσκληση παρουσίασης βιβλίου]

`

1. Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΗΣ ΚΙΚΗΣ ΔΗΜΟΥΛΑ

Κική Δημουλᾶ, Χλόη θερμοκηπίου, Ἴκαρος,
Ἀθήνα 2005, σ. 77

`

Ὑπάρχει σήμερα ἤ, καλύτερα, ἔχει δημιουργη­θεῖ ἕνα φαινόμενο Κική Δημουλᾶ. Φαινόμενο κυρίως ἐξωλογοτεχνικό, ὅπως εὔκολα διαπιστώ­νει κανείς, ἄν ξεφυλλίσει τά περιοδικά ποικίλης ὕλης καί life style. Δέν θά ἐπιχειρήσουμε φυσικά ἐδῶ νά ἀνα­λύσουμε ὅλες τίς πτυχές αὐτοῦ τοῦ φαινομένου. (Ἄλλωστε αὐτό εἶναι ἔργο τῆς κοινωνιολογίας). Θά σταθοῦμε ὅμως σέ μία παράμετρό του τήν ὁποία θεωροῦμε βασική. Μποροῦμε σήμερα νά προσεγγίσουμε κριτικά τό ἔργο τοῦ Νίκου Ἀλέ­ξη Ἀσλάνογλου, τοῦ Ντίνου Χριστιανόπουλου ἤ τοῦ Βύρωνος Λεοντάρη (γιά νά ἀναφερθοῦμε σέ τρεῖς μόνο ποιητές πού ἀνήκουν στήν ἴδια ποιη­τική γενιά μέ τή Δημουλᾶ), χωρίς νά χρειαστεῖ νά ἀνατρέξουμε στά δοκίμια, τίς συνεντεύξεις τους, τήν ἐν γένει δημόσια παρουσία τους. Μέ τή Δημουλᾶ αὐτό δέν μπορεῖ νά συμβεῖ. Γιατί ἡ Δημουλᾶ, ἐκτός ἀπό ποιήτρια, εἶναι καί ἕνα θεσμικό πρόσωπο. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ θεσμική παρουσία της ἐπισκιάζει τό ἔργο της σέ μεγάλο βαθμό καί καθιστᾶ τούς ὅρους συγκρίσεως μέ ἄλλους ποιητές ἄνισους.
Κρίνοντας μέ τή μεγαλύτερη δυνατή νηφα­λιότητα τή Δημουλᾶ ὡς δημόσιο πρόσωπο, πρέ­πει νά ποῦμε ὅτι ἀπέτυχε. Ἡ ἀμετροέπεια τῶν δεκάδων συνεντεύξεων πού ἔχει δώσει μέχρι σήμερα, τό συγχαρητήριο τηλεγράφημά της στόν Πρωθυπουργό, τό γεγονός ὅτι ἀποδέχτηκε τήν πρόσκληση νά τιμηθεῖ ὡς γυναίκα τῆς χρονιᾶς ἀπό ἕνα ἄθλιο σκουπιδοπεριοδικό κ.λπ. προκα­λοῦν βαθύτατη θλίψη. Ἀποδεικνύουν ὅμως καί κάτι πολύ σημαντικό. Ὅτι ἡ Δημουλᾶ δέν ἦταν ἕτοιμη –γιά τήν ἀκρίβεια δέν εἶχε τήν ἀπαραίτητη πνευματική συγκρότηση– νά ἀνταπο­κριθεῖ στίς ἀπαιτήσεις τοῦ νέου ρόλου της. Ἔτσι, ἔπεσε πολύ εὔκολα στήν παγίδα πού τῆς ἔστη­σαν τά Μέσα Μαζικῆς Ἐνημέρωσης (καί ἀπό αὐτήν τήν ἄποψη ἡ Δημουλᾶ ἦταν ἄτυχη πού ἔγινε ἰδιαίτερα δημοφιλής σέ μιά περίοδο παντο­δυναμίας τῶν ΜΜΕ), μέ ἀποτέλεσμα νά ἀμαυ­ρώσει τήν πολύ καλή ἐντύπωση πού εἴχαμε σχηματίσει γιʼ αὐτήν ἀπό παλιά, ἀπό τήν ἐποχή πού εἶχε ἐκδώσει ἰδίοις ἀναλώμασιν τήν ποιητι­κή συλλογή Τό λίγο τοῦ κόσμου.
`

Ἄν ὅμως ἡ δημόσια συμπεριφορά τῆς Δη­μουλᾶ προκαλεῖ θλίψη, ἀκόμη πιό θλιβερό εἶναι τό φαινόμενο τῆς ποιητικῆς παρακμῆς της. Πράγματι, μετά τό Χαῖρε ποτέ (πού εἶναι μαζί μέ Τό λίγο τοῦ κόσμου τά καλύτερα βιβλία της) ἡ Δημουλᾶ, ἤ μᾶλλον ἡ ποίησή της, βρίσκεται σέ ἐλεύθερη πτώση. Ὄχι πώς στό χρονικό αὐτό διάστημα δέν ἔγραψε καί μερικά ἀξιόλογα ποιή­ματα ἤ στίχους. Ὅμως ἡ συντριπτική πλειονό­τητα τῶν ποιημάτων της εἶναι ποιοτικά πολύ κάτω ἀπό ἕνα ἀνεκτό αἰσθητικό ἐπίπεδο.
Δέν εἶναι εὔκολο στήν κριτική νά ἐξηγήσει τά αἴτια αὐτῆς τῆς ποιοτικῆς μεταστροφῆς. Πάντως δέν πρόκειται ἀσφαλῶς γιά κόπωση, ὅπως παλαιότερα εἴχαμε ἐπισημάνει ἀπό αὐτήν ἐδῶ τή στήλη γιά τήν περίπτωση τοῦ Μάρκου Μέσκου, ἀλλά γιά μετάλλαξη. Ναί, ἡ Δημουλᾶ εἶναι ἀγνώριστη σέ σχέση μέ τό παρελθόν. Εἶ­ναι μιά ἄλλη ποιήτρια. Κατʼ αρχάς, ἔχει χάσει τήν αἴσθηση τοῦ μέτρου. Καί ὅταν ἕνας ποιη­τής ἤ πεζογράφος χάνει τήν αἴσθηση τοῦ μέ­τρου, ἐμπλέκεται σέ μιά μεγάλη περιπέτεια καί δέν ξέρει κανείς ποῦ θά καταλήξει.
Ἔπειτα, ἡ Δημουλᾶ ἐδῶ καί ἀρκετά χρόνια δέν ἔχει, κατά τή γνώμη μας, τίποτε σημαντι­κό, τίποτε νέο, τίποτε ἔστω παλαιό μέ νέο τρό­πο, νά πεῖ. Γνωρίζοντας λοιπόν αὐτή τήν πολύ σοβαρή ἀδυναμία της, προσπαθεῖ νά τήν ἀνα­πληρώσει μέ διάφορα γλωσσικά τερτίπια, ἐξεζητημένες φράσεις ἤ πομπώδεις κοινοτοπίες καί βέβαια ἐπαναλαμβάνοντας μέχρι κορεσμοῦ τίς εὐκολίες μιᾶς τεχνικῆς πού ἔχει κατακτήσει μέσα ἀπό ἕναν, ὁμολογουμένως, ἐντελῶς προ­σωπικό τρόπο γραφῆς. Εἶναι ἡ περίφημη μανιέ­ρα τῆς Δημουλᾶ, τήν ὁποία δυστυχῶς σπεύδουν νά μιμηθοῦν καί ἄλλες ποιήτριες.
Ἀκόμη ὅμως καί ὁ πιό ὑπομονετικός καί πράος ἀναγνώστης, δύσκολα μπορεῖ νά διαβάσει, χωρίς νά νιώσει τό νευρικό του σύστημα νά τεντώνεται, στίχους ἐξόφθαλμα κατασκευασμέ­νους, ὅπως οἱ παρακάτω: «ἡ διακοσμήτρια τέρ­ψη», «ἡ δέ ὑπακοή πού ραβόταν στήν ἴδια μοδίστρα μέ τήν ἀπατηλότητα», «Μάζευα πε­ταμένη ἀνθρωπότητα ἀπό τό σκουπιδιάρικο ἑνός ντοκυμαντέρ», «τρύπησε ὁ κουβάς τῆς ματαιοπονίας», «Μαλάκιο ἀηδές ἡ ματαιότης», «ἁλ­μυρή λύσσα ἡ ὡριμότης», «ἀσθενοφόρο πεζο­δρόμιο», «ἡ γηραιά ἡδυπαθής συνήθεια», «πῶς μελαγχόλησε μετά ἡ οἰκειότης», «ἀπό τό στρές πού προκαλεῖ ἡ γενναιότης», «τό ἐγκρατές σκεπτικό ἐάν», «Ἄς σπρώξει λίγο καί τό Με­γάλο Σάββατο γεροδεμένο εἶναι», «Βραχνό συ­νταξιοῦχο ψέμα» κ.ἄ.

Διαβάστε περισσότερα