`

ΤΑ ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ ΤΩΝ ΕΒΡΑΙΩΝ

Κάθε φορὰ ποὺ τρίζει ἡ σκάλα μας,
«λὲς νά ‘ναι αὐτοὶ ἐπιτέλους;» σκέφτομαι,
κι ὕστερα φεύγω καὶ μὲ τὶς ὧρες
κατακίτρινα ζωγραφίζω ἡλιοτρόπια.

Ὅμως αὔριο ὥσπου νὰ ξεχαστῶ,
στὴν αἴθουσα ἀναμονῆς τὸ τρένο
ἀπ’ τὴν Κρακόβια θὰ περιμένω.

Κι ἀργὰ τὴ νύχτα, ὅταν ἴσως κατεβοῦν
ὠχροί, σφίγγοντας τὰ δόντια·
«ἀργήσατε τόσο νὰ μοῦ γράψετε»
θὰ κάνω δῆθεν ἀδιάφορα.

‘

*

ΙΣΩΣ ΤΗΝ ΑΠΟΠΛΥΝΕΙ

Μὴ φοβᾶσαι πιὰ
τὴν καλοκαιριάτικη βροχὴ
τὶς νύχτες ποὺ ξυπνᾶς
ἀπʼ τὸν βαθὺ τῶν φύλλων ψίθυρο.

Κλεῖσε τὰ μάτια μόνο καλύτερα,
κι ἄνοιξε κείνη τὴν καρδιά σου.

Ἴσως τὴν ἀποπλύνει ἡ καταιγίδα.

`

*

ΕΝΑ ΠΟΝΤΙΚΙ

Συστρέφονταν, δαγκάνονταν, τσίριζε
ὅλο τὸ κορμί του.
Στὴ ράχη του ἕνα σύννεφο φωτιὰ
ποὺ δὲ βρισκόταν τρόπος νὰ τὸ διώξει.

Γυναῖκες μὲ νερὸ κραυγάζανε ἕνα ποντίκι
κι ἐκεῖνος ἔσβηνε μέσα στὰ χάχανα τῆς γειτονιᾶς.

Τουλάχιστο νὰ κάψει ἕνα σπίτι,
τὸ πιὸ ὡραῖο σπίτι, προπαντὸς ψηλό.
Ἐκεῖ ἀπέξω ὅμως ἔπεσε ἡ σάρκα του.

Γιʼ αὐτὲς τὶς πληγὲς οἱ δροσεροὶ μενεξέδες.

`

*

ΛΙΓΗ ΑΠΑΤΗ

Θά ᾽θελαν νὰ σοῦ βγάζουν τὸ καπέλο·
εὐτυχισμένοι νὰ σὲ προσκυνοῦν.
Διαμαρτύρονται, δὲν θέλουν ἄλλο ρόλο·
κρίνουνε ξαφνικὴ τὴν ἀλλαγή, χωρὶς αἰτία.

Κι ἐσὺ στὸ μεταξὺ προσφέρεις θέαμα.
Ἀναπαράσταση ἀργότερα στὸν κύκλο τους
μὲ γέλια κυνικά.
Τοὺς ἱκετεύεις γιὰ ψευτιές, λίγη ἀπάτη.

Καὶ νὰ τὰ βλέπεις ὅλα·
καὶ κατὰ βάθος νὰ σιχαίνεσαι μέχρι θανάτου.

`

*

ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΣΟΥ

Ὅλα μπορεῖς νὰ τὰ σωπάσεις,
ὅμως ποτὲ τὸν ἔρωτα·
τὴν ὥρα ποὺ ἀνοίγουν τʼ ἄστρα,
ὅταν ἀρχίζει στὴν καρδιὰ ἡ μουσικὴ
καὶ κόβονται γλυκὰ τὰ γόνατα.

Τότε σὲ ὁδηγοῦν τὰ βήματά σου.

`

*

ΤΟ ΜΟΝΟ

Ἀνήκω πλέον σʼ ὅλα τὰ Ταμεῖα·
πληρώνω Φόρο Καθαρᾶς Προσόδου,
Ταμεῖο Ἀρωγῆς, Ταμεῖο τῆς Προνοίας,
Ὑγειονομικὴ Περίθαλψη, Ἔκτακτη Εἰσφορά,
Μετοχικὸ Ταμεῖο, γιὰ δυὸ λόγους,
Ταμεῖο τῆς Συντάξεως, Ταμεῖο Ἀσφαλείας.

Τώρα τὸ μόνο ποὺ μπορῶ εἶναι νὰ ἀρρωστήσω…

`

*

ΑΚΤΙΝΟΣΚΟΠΗΣΗ

Τίποτε ἡ ἀκτινοσκόπηση δὲν ἔδειξε,
οὔτε ἡ ἐξέταση τοῦ αἵματός μου.
Ἐντούτοις κάτι μέσα μου συμβαίνει
καὶ δὲν μὲ πείθουν οἱ σαράντα μέρες
ποὺ ἐξαντλήθηκαν.
Ἀφήνω πιὰ τὶς ἐξαιρέσεις — τόσο λογικές.

Μὲς στὴν ἐγκυκλοπαίδεια δὲν βρίσκω·
στὰ λεξικὰ γιὰ νὰ τὸ βρεῖς πρέπει νὰ ξέρεις.
Νὰ ἔχει ἐπιτέλους ἕνα ὄνομα,
νὰ ἔχει ξαναγίνει.