`

Ερωτικό 2

Ξένοι έως απόκοσμοι.
Βγήκαν στην άκρη του γιαλού
με αφρούς στα μαλλιά
και ένθετες σταγόνες στα ματοτσίνορα.
Κάπως έτσι ξυπνούν ναυαγισμένα αγάλματα.
Αυτή είχε δυο βούλες κόκκινες στα στήθη της
σαν να είχε μόλις θηλάσει θαλάσσια πλάσματα
κι αυτός είχε έναν έρωτα αφηρημένο
σαν απʼ τον ύπνο του βυθού.
Της έδωσε ένα φιλί στον ώμο
κι ο ώμος της ανασηκώθηκε και το παρέτεινε.
Μου ʼρθε να κλάψω όπως κλαίει ο Μίμνερμος
για την κατάρα των καλών πραγμάτων
να περνάνε.

`

*

Μια παλιά φωτογραφία
αιχμαλώτων

Ωραίος που ήταν!
Ξανθογάλανος.
Ξεχωρίζει απʼ τους άλλους στημένους
με τα άσπρα του μάτια•
τότε το φως δεν είχε χρώμα.
Είχε τσακίσει το χαμόγελό του
απʼ το πολύ μπες-βγες
ανάμεσα στον εαυτό του και τα πράγματα,
τα φριχτά πράγματα
που κάνουν άνθρωποι σʼ ανθρώπους.
΄Ένα σκοινί του έδενε το παντελόνι.
Στη θέση της γραβάτας
ένα σκοινί φορούσε στον λαιμό,
εύχρηστο για το σύρσιμο σε ματωμένα χνάρια.
Η μοίρα του περίσσεψε απʼ τη ζωή του,
εισχώρησε και στις ζωές των απογόνων του:
και τον πατέρα μου τον έσυρε η Ανάγκη
ανάμεσα σε χάσματα,
άνοιξε μέχρι κι η στέρεη γη.
Εγώ επιμετρώ λόγια και λόγια
σαν κομποσκοίνι προσευχών
για όσους σύρθηκαν
και σύρονται
και θα συρθούνε.

`

*

Στο καφεκοπτείο

Πρότεινε δυο-τρία κέρματα,
χάλκινα όλα.
«Τόσο, όσο αυτά, δε βλέπω και καλά, παιδί μου»,
μικρή ντροπή του στράβωνε το στόμα.
«Τα βλέπεις;» πήρε να κλίνει η πωλήτρια το ρήμα
κλείνοντάς μου το καφέ της μάτι.
Ο διπλανός μου κάνει πως δε βλέπει,
μπορεί και να μη βλέπει κιόλας.
Φορούσε ο γέροντας παπούτσια αταίριαστα.
Ανάθεμα, είπα, στον δρόμο πάλι ο παππούς μου
με τα σανδάλια του λιωμένα;
Δε φτάνει που περπάτησε ως το τέρμα
τριών χιλιάδων χρόνων;
Δε φτάνει που ο γιος του τον κουβάλησε
μʼ αρβύλες ματωμένες απʼ τα σύνορα;
Δε φτάνει που μαζί τους ο εγγονός
προσμέτρησε άγονα νησιά
με πέλματα μες στα κουρέλια;
Ποτέ δε θα τελειώσει
ο δρόμος των σκισμένων παπουτσιών;
Και τι συναίσθημα ταιριάζει εδώ;
Η λύπη είναι μαλθακή κι ηττοπαθής,
εδώ θέλει συναίσθημα αιχμηρό,
σαν τις ρομφαίες που κρατούν οι γυναικείες μορφές
στα πατριωτικά ποιήματα,
όμως δε γράφονται καθόλου τέτοια
στην εποχή μας.

`

*

Η δική μας Φοινικιά

Δεν ήταν σύμβολο του Παλαμά.
Δεν είχε εξωτερική ψυχή,
όπως οι Γίγαντες στα παραμύθια,
για να την κρύψουμε,
Ένα συνηθισμένο δέντρο ήταν,
δίπλα σε μια ξερολιθιά.
Εμείς τη θεωρούσαμε αθάνατη,
γιατί οι ζωές μας είχαν άλλο μέγεθος,
όπως φανέρωνε
το κορδωμένο της φολιδωτό κορμί.
Μα τίποτα δεν είναι να υπολογίζεις
ακόμη και στων δέντρων τις ζωές.
Έφαγε την καρδιά της
ένα μικρό κοκκινωπό σκαθάρι,
με ρύγχος, η ισχύς του.
Κι ο αέρας, φίλος παλιός, μαζί βουίζανε,
της φέρθηκε προδοτικά•
ευνόησε το τιποτένιο πλάσμα
λόγω φτερών.
Τον ίδιο χρόνο κι ο έρωτάς μας•
εμείς τον θεωρούσαμε αθάνατο•
του ʼφαγε την καρδιά
μια τιποτένια κόκκινη στιγμή.

`

*

Δεν είναι πιστευτοί

Δεν είναι πιστευτοί οι όψιμοι έρωτες•
χωρίς στιλπνό δέρμα για το χάδι,
χωρίς υγρό στόμα για το φιλί,
χωρίς ακμαίο σπασμό για την ένωση
δεν είναι πιστευτοί.
Οι όψιμοι έρωτες είναι σκιάχτρο
για τα πουλιά του θανάτου
που δε φοβούνται•
απότροπη χειρονομία για άκαμπτο μέλλον
που δεν αποτρέπεται.
Τα σώματα άχλωροι τόποι με ξερές κοίτες
κι εκεί ο καθένας κείται μόνος.

`

*

Κάποιες ιστορικές επιγραφές

Κάποιες ιστορικές επιγραφές
βλέπουνε χοντρικά τα γεγονότα.
Έγιναν φονικά εδώ, παιδί μου,
σημεία και τέρατα,
διέπραξαν κάποτε κακό κακοί•
ποιοι ακριβώς δεν έχει τόση σημασία.
Γίνονται αλλαγές στον κόσμο,
διπλώνεται και ξεδιπλώνεται ο κόσμος,
εχθροί γίνονται φίλοι
κι ύστερα ξαναγίνονται εχθροί.
Η μνήμη είναι φυγόκεντρη
κι ανάλογα συμπεριφέρεται.
Απʼ όσους πάθανε
θυμόμαστε όσους χωράει το μάρμαρο,
ίσως και κάποια νεφελώδη αίτια,
ποιητικά κι από συντακτικής απόψεως.

`

*

Περιέργεια

Πώς θα ʼθελα να απόμενε η περιέργεια
μετά το θάνατό μας
και να γινόταν ένα φρέσκο αεράκι νοήμον,
να ʼμπαινε μες στις χαραμάδες των καταστάσεων,
μες στις αναπνοές,
μέσα στα σκοτεινά ποιήματα
και να μαθαίναμε επιτέλους γιατί ζήσαμε,
ποια είναι η μυστική αιτία
των άπειρων σκοπών που κυνηγήσαμε
με την επιμονή της διαιώνισης.

Θα το ʼθελα να απόμενε η περιέργεια,
μα βλέπω με το διευρυμένο μάτι μου
ότι πεθαίνει πρώτη.

`

*

Αμφιβολία

Σοφοί μου ποιητές, για πείτε μου
πώς επισκέπτεται η Ποίηση τον εκλεκτό της;
Σαν άγιο πνεύμα
που εκτοξεύει επί της κεφαλής του δέσμη φωτός
ή σαν πορφυρογέννητη
τυλίγοντάς τον με την αλουργίδα;
Μήπως στοιχειό ελεύθερο από διαστάσεις
που τον πηγαινοφέρνει μες στο χρόνο,
όπως ποθεί;
Μήπως θανατηφόρος πόνος
που του γεννάει ζωντανά παιδιά;
Για πείτε μου, καλοί μου ποιητές,
πώς επισκέπτεται η Ποίηση;
Ως πόνος, μύθος, θαύμα;
Γιατί παλιότερα,
μια νύχτα των κοινών θνητών,
εμένα μου συστήθηκε Αμφιβολία.

`

*************************************************

Βιογραφικό σημείωμα

Η Χαρά Πρεβεδώρου γεννήθηκε στο Αργοστόλι Κεφαλονιάς από Μικρασιάτη πατέρα και Κεφαλονίτισσα μητέρα και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και υπηρέτησε ως καθηγήτρια στη Μέση Εκπαίδευση. Η συλλογή «Αλμύρα» είναι η 5η συλλογή που εκδίδει. Οι άλλες συλλογές είναι: Σήματα (2007), Οι περιπατητές (2009), Δορυφορήματα (2011), Χρόνος ο Ακέραιος (2013).