Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αφίξεις

Αφίξεις

Αφίξεις

Ιωάννης Π.Α. Ιωαννίδης, “Παραλλαγές Πάνω στην Τέχνη της Φυγής και ένα Απονενοημένο Ριτσερκάρ”, Κέδρος, 2014

Παραλλαγή 32

Νίκων

Έπρεπε να φύγει. Πάνω που είχε αρχίσει να κατακτά, επιτέλους, σπιθαμή προς σπιθαμή το σπίτι όπου έμενε τόσα χρόνια – όχι ολόκληρο, αλλά τα περισσότερα δωμάτια τουλάχιστον. Υπήρχαν ακόμα εστίες σθεναρής αντίστασης, ιδίως τη νύχτα κάποιοι χώροι αρνούνταν να υποταχθούν, οι εξεγέρσεις τους τον είχαν κουράσει, αμφισβητούσε κι εκείνος πολλές φορές αν ήταν δικοί του κι έλεγε πως κάποια στιγμή θα τραβήξει αλλού το σύνορο της κατοικίας του και θα αφήσει πίσω τις αμφιλεγόμενες περιοχές μαζί με όλη τους την επαναστατημένη επίπλωση. Η χάραξη των συνόρων όμως δεν ήταν εύκολη, γιατί πάλι θα μένανε θύλακοι που ήταν δύσκολο να απομονωθούν, για παράδειγμα μια ρομβοειδής περιοχή στη μέση της τραπεζαρίας, ή ένας μακρουλός κώνος στη βορειοδυτική γωνιά του καθιστικού, ή ειδικά το πίσω αριστερό πόδι του καθρέφτη στο μπάνιο, κάποιοι θύλακοι περνούσαν επίσης μέσα από το σώμα του κατά καιρούς. Κάτω από αυτές τις σχεδόν εμπόλεμες συνθήκες η φυγή ήταν ευκολότερη απόφαση. Άφησε πίσω το μικρό δωμάτιο που το ένα παράθυρο έβλεπε στον δέκατο πέμπτο αιώνα και το άλλο έβλεπε στον δωδέκατο, σαν δύο μάτια με διαφορετικού χρώματος φακούς επαφής. Στο οπτικό πεδίο του δεύτερου παραθύρου κυκλοφορούσαν ακόμα ορισμένοι άνθρωποι κάτω από μεγάλες ομπρέλες και φανταχτερές σημαίες από ιπποδρομίες, τους τριγυρίζανε διακοσμητικοί κάκτοι, φίκοι κι αροκάριες σε κατάλευκες γλάστρες, αλλά άλλες ανησυχίες δεν είχαν. Πριν φύγει, πέταξε τα κλειδιά από το πρώτο παράθυρο, σε ένα τυφλό σημείο όπου δεν ήταν κανείς, βεβαιώθηκε γιʼ αυτό. Προχώρησε έπειτα μέσα στους δρόμους σε αντίθετη κατεύθυνση από τις πρωτοποριακές εκθέσεις ζωγραφικής που είχαν ξεκινήσει απροειδοποίητες πορείες σύμφωνα με τη φορά των δεικτών του ρολογιού. «Μη σταματάτε, αδελφοί, παίρνετε φωτογραφίες, μη σταματάτε, κι εδώ, παίρνετε, κι εδώ, παίρνετε, παίρνετε φωτογραφίες, αδελφοί, μη σταματάτε, σας λέω». Δεν νομίζω ότι τον άκουσε κανείς, μάλλον το εννοούσε, μπορεί όμως και να μπλόφαρε. Ήταν απαρηγόρητος που έχανε την πόλη του, στο τέλος έφτασε στα Giardini Papadopoli δίνοντας πάντα το ίδιο παράγγελμα, ελπίζοντας πως κάτι θα σωθεί από όσα δεν είδε. Σύντομα εξ ευωνύμων φάνηκε ο σιδηροδρομικός σταθμός του De Chirico και ο εκτενής χώρος στάθμευσης, δυσανάλογα διογκωμένα, είχαν αποκτήσει μια ακατάληπτη γεωγραφική υπεραξία, πολύ μεγαλύτερα απʼ την πολιτεία την ίδια και το φιδίσιο ποτάμι που την όριζε και την αναιρούσε ταυτόχρονα, ενώ εκείνος διάβαζε στη μοναδική αποτροπαϊκή πινακίδα που είχαν τοποθετήσει πρόσφατα χωρίς να το αντιληφθεί, χωρίς να προλάβει να αντιδράσει, χωρίς να τον ρωτήσουν, το άδικο, φρικιαστικό ορόσημο Γ560.

Διαβάστε περισσότερα

Αφίξεις

Ελένη Γαλάνη, «Terrarium, Το πείραμα του Ward», εκδ. Μελάνι, 2014

1) Χειλανθή (Labiatea) ή Λαμιίδες, τάξη: Λαμιώδη, (Lamiales) /Δενδρολίβανο, Μέντα, Βασιλικός

ΑΧΑΡΑΒΗ

Ανήκω στα χειλανθή η μητέρα

μυρίζει χώμα στο στόμα της

ανθίζει δενδρολίβανο κλωνάρια μέντας

την εμποδίζουν να μιλάει γι΄αυτό

μένει σιωπηλή

τα καλοκαίρια της πιάνω τα μαλλιά τα τραβάω

είναι πλατύφυλλα

μοσχομυρίζουν τα δάχτυλα ευωδιά

από βασιλικό έχει

μια θλίψη ανεξήγητη χρόνια

πίστευα πως είναι ίδιον αριστοκρατικό

ευγενών

βασιλιάδων

να εκβιάζουν αγγίγματα να μυρίσουν

έμαθα αργότερα πως η θλίψη

δεν είναι βασιλικό

προνόμιο δεν

έχει πρωτόκολλα δεν

τηρεί τα προσχήματα δεν

κάνει διακρίσεις δεν

είναι κληρονομικό

δικαίωμα είναι

φυτό οικιακό

γονιμοποιεί ανάσες φωτοσυνθέτει

συντριβές ριζώνει στρογγυλοκάθεται όπου ενδημούν

φλέβες φιλιά πληγές ανοιχτές ρωγμές αδιόρατες φθορές φθαρτών

ζωές ζώντων με το έτσι θέλω

κρατά το άρωμά της καιρό

αφού έχει μαραθεί δε

μιλάει σχεδόν ποτέ

σε κανέναν σπάνια

μόνο

γελάει δυνατά

με ένα γέλιο σαρδόνιο

εγγαστρίμηχο

τρομακτικό

μέσα από σφραγισμένα στόματα

μέσα από σώματα τάφους

Διαβάστε περισσότερα

Αφίξεις

Μαρία Χρονιάρη, «Η σκιά μου κι εγώ», εκδ. Απόπειρα, 2014

Μια φλεγόμενη χώρα

Έχω μια χώρα μέσα μου
Τη λένε φωτιά
Το φως της μέρας εκπνέει
σαν ξεχασμένη αλήθεια
σαν ρίσκο
που πρέπει να πάρω

Χρειάζομαι καταιγίδες ηλιαχτίδων
να μη φοβάμαι
κάθε που το φεγγάρι
ξοδεύει το χρώμα του

`

*

Αύριο

Μετά
από τόσους γκρεμούς
έμαθα φαίνεται
να μετράω καλύτερα
το τώρα

Το πρόβλημα
με τα λάθη μου
είναι
πως ήταν όλα
σωστά

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Μαρία Μαρκαντωνάτου, «Φύλλα ριζικά», εκδ. Κουκούτσι, 2014

ΤΖΙΤΖΙΚΙΑ

3.Ἡ πτήση

Μὲ  χούφτα  ἑτοιμοπόλεμη

ἔπιανα  τζιτζίκια

ἄγρια, κατακτητικὰ

τά πιανα  καὶ  σὲ  λίγο  τάφηνα

μʼ ἔκσταση  παρακολουθώντας

ἀπὸ  ψηλὰ  τὴν  πτήση  τους.

Ἔτσι  καὶ  μὲ  τὶς  λέξεις.

Τὶς  κυνηγᾶς  ἀλλόφρων

κι  ἅμα  τὶς  πιάσεις

τὶς  ἀφήνεις  νὰ  πετᾶν

στὸ  ποίημα.

`

*

4.Πολυόμματες

Ὡστόσο,  μεταξύ  μας,

Κάποιου  κατακαημένου  τζίτζικα

ἔβγαλα  τὰ  φτερά- ὑαλογραφίας

θαύματα-

καὶ  σʼἄλλον  ἔμπηξα  κλαράκι  γιὰ  οὐρὰ

Μνῆμες  ἀποφράδες

Λέξεις  ποὺ  καταβασάνισα

κι  ἄπνοες  μὲ  κοιτάζουν

πολυόμματες.

Διαβάστε περισσότερα

Αφίξεις

Ευτυχία Παναγιώτου, «Χορευτές», εκδ. Κέδρος, 2014

`

Οι υφάντρες

Παγιδεύτηκαν σʼ ένα κακόφημο ποίημα.
Τα μαλλιά τους αλωνίζουν κυνηγοί κεφαλών.
Και στο στόμα λεπίδι, η ποινή στον αγρότη,
πνιγαλίων κι ο φόβος, χρηματίζει σαν φίλος.

Την ηχώ τους φιμώνει ο Φωνομέτρης χαφιές.
Ήχοι είναι, θα πούνε· δεν ακούγονται όλοι.
Τα παράθυρα κλείνουν και οι πόρτες κλειδώνουν
και ο τάφος πλευρίζει τον τυχαίο διαβάτη.

Μόνο η τραγωδός η σοπράνο
τον κουρέα αγγέλλει εφιάλτη.
Το χέρι υφάντρας θα υψώνει,
που το νέο της σώμα διασχίζει
ο ροζ σατράπης σταυρός.

Στου Μεχίκο τʼ αφιόνι, ερημιά και αλάνες.
Είναι βρόχι ο σπόρος, το λαρύγγι τους σφίγγει.
Λαναρίζονται νύφες και στο μάτι μπαμπάκι.
Στη φωνή σου η άμετρη θλίψη. Κι ο Μπαχ.

Διαβάστε περισσότερα