Ιωάννης Π.Α. Ιωαννίδης, “Παραλλαγές Πάνω στην Τέχνη της Φυγής και ένα Απονενοημένο Ριτσερκάρ”, Κέδρος, 2014
26Ιαν
Παραλλαγή 32
Νίκων
Έπρεπε να φύγει. Πάνω που είχε αρχίσει να κατακτά, επιτέλους, σπιθαμή προς σπιθαμή το σπίτι όπου έμενε τόσα χρόνια – όχι ολόκληρο, αλλά τα περισσότερα δωμάτια τουλάχιστον. Υπήρχαν ακόμα εστίες σθεναρής αντίστασης, ιδίως τη νύχτα κάποιοι χώροι αρνούνταν να υποταχθούν, οι εξεγέρσεις τους τον είχαν κουράσει, αμφισβητούσε κι εκείνος πολλές φορές αν ήταν δικοί του κι έλεγε πως κάποια στιγμή θα τραβήξει αλλού το σύνορο της κατοικίας του και θα αφήσει πίσω τις αμφιλεγόμενες περιοχές μαζί με όλη τους την επαναστατημένη επίπλωση. Η χάραξη των συνόρων όμως δεν ήταν εύκολη, γιατί πάλι θα μένανε θύλακοι που ήταν δύσκολο να απομονωθούν, για παράδειγμα μια ρομβοειδής περιοχή στη μέση της τραπεζαρίας, ή ένας μακρουλός κώνος στη βορειοδυτική γωνιά του καθιστικού, ή ειδικά το πίσω αριστερό πόδι του καθρέφτη στο μπάνιο, κάποιοι θύλακοι περνούσαν επίσης μέσα από το σώμα του κατά καιρούς. Κάτω από αυτές τις σχεδόν εμπόλεμες συνθήκες η φυγή ήταν ευκολότερη απόφαση. Άφησε πίσω το μικρό δωμάτιο που το ένα παράθυρο έβλεπε στον δέκατο πέμπτο αιώνα και το άλλο έβλεπε στον δωδέκατο, σαν δύο μάτια με διαφορετικού χρώματος φακούς επαφής. Στο οπτικό πεδίο του δεύτερου παραθύρου κυκλοφορούσαν ακόμα ορισμένοι άνθρωποι κάτω από μεγάλες ομπρέλες και φανταχτερές σημαίες από ιπποδρομίες, τους τριγυρίζανε διακοσμητικοί κάκτοι, φίκοι κι αροκάριες σε κατάλευκες γλάστρες, αλλά άλλες ανησυχίες δεν είχαν. Πριν φύγει, πέταξε τα κλειδιά από το πρώτο παράθυρο, σε ένα τυφλό σημείο όπου δεν ήταν κανείς, βεβαιώθηκε γιʼ αυτό. Προχώρησε έπειτα μέσα στους δρόμους σε αντίθετη κατεύθυνση από τις πρωτοποριακές εκθέσεις ζωγραφικής που είχαν ξεκινήσει απροειδοποίητες πορείες σύμφωνα με τη φορά των δεικτών του ρολογιού. «Μη σταματάτε, αδελφοί, παίρνετε φωτογραφίες, μη σταματάτε, κι εδώ, παίρνετε, κι εδώ, παίρνετε, παίρνετε φωτογραφίες, αδελφοί, μη σταματάτε, σας λέω». Δεν νομίζω ότι τον άκουσε κανείς, μάλλον το εννοούσε, μπορεί όμως και να μπλόφαρε. Ήταν απαρηγόρητος που έχανε την πόλη του, στο τέλος έφτασε στα Giardini Papadopoli δίνοντας πάντα το ίδιο παράγγελμα, ελπίζοντας πως κάτι θα σωθεί από όσα δεν είδε. Σύντομα εξ ευωνύμων φάνηκε ο σιδηροδρομικός σταθμός του De Chirico και ο εκτενής χώρος στάθμευσης, δυσανάλογα διογκωμένα, είχαν αποκτήσει μια ακατάληπτη γεωγραφική υπεραξία, πολύ μεγαλύτερα απʼ την πολιτεία την ίδια και το φιδίσιο ποτάμι που την όριζε και την αναιρούσε ταυτόχρονα, ενώ εκείνος διάβαζε στη μοναδική αποτροπαϊκή πινακίδα που είχαν τοποθετήσει πρόσφατα χωρίς να το αντιληφθεί, χωρίς να προλάβει να αντιδράσει, χωρίς να τον ρωτήσουν, το άδικο, φρικιαστικό ορόσημο Γ560.













