Παραλλαγή 32
Νίκων
Έπρεπε να φύγει. Πάνω που είχε αρχίσει να κατακτά, επιτέλους, σπιθαμή προς σπιθαμή το σπίτι όπου έμενε τόσα χρόνια – όχι ολόκληρο, αλλά τα περισσότερα δωμάτια τουλάχιστον. Υπήρχαν ακόμα εστίες σθεναρής αντίστασης, ιδίως τη νύχτα κάποιοι χώροι αρνούνταν να υποταχθούν, οι εξεγέρσεις τους τον είχαν κουράσει, αμφισβητούσε κι εκείνος πολλές φορές αν ήταν δικοί του κι έλεγε πως κάποια στιγμή θα τραβήξει αλλού το σύνορο της κατοικίας του και θα αφήσει πίσω τις αμφιλεγόμενες περιοχές μαζί με όλη τους την επαναστατημένη επίπλωση. Η χάραξη των συνόρων όμως δεν ήταν εύκολη, γιατί πάλι θα μένανε θύλακοι που ήταν δύσκολο να απομονωθούν, για παράδειγμα μια ρομβοειδής περιοχή στη μέση της τραπεζαρίας, ή ένας μακρουλός κώνος στη βορειοδυτική γωνιά του καθιστικού, ή ειδικά το πίσω αριστερό πόδι του καθρέφτη στο μπάνιο, κάποιοι θύλακοι περνούσαν επίσης μέσα από το σώμα του κατά καιρούς. Κάτω από αυτές τις σχεδόν εμπόλεμες συνθήκες η φυγή ήταν ευκολότερη απόφαση. Άφησε πίσω το μικρό δωμάτιο που το ένα παράθυρο έβλεπε στον δέκατο πέμπτο αιώνα και το άλλο έβλεπε στον δωδέκατο, σαν δύο μάτια με διαφορετικού χρώματος φακούς επαφής. Στο οπτικό πεδίο του δεύτερου παραθύρου κυκλοφορούσαν ακόμα ορισμένοι άνθρωποι κάτω από μεγάλες ομπρέλες και φανταχτερές σημαίες από ιπποδρομίες, τους τριγυρίζανε διακοσμητικοί κάκτοι, φίκοι κι αροκάριες σε κατάλευκες γλάστρες, αλλά άλλες ανησυχίες δεν είχαν. Πριν φύγει, πέταξε τα κλειδιά από το πρώτο παράθυρο, σε ένα τυφλό σημείο όπου δεν ήταν κανείς, βεβαιώθηκε γιʼ αυτό. Προχώρησε έπειτα μέσα στους δρόμους σε αντίθετη κατεύθυνση από τις πρωτοποριακές εκθέσεις ζωγραφικής που είχαν ξεκινήσει απροειδοποίητες πορείες σύμφωνα με τη φορά των δεικτών του ρολογιού. «Μη σταματάτε, αδελφοί, παίρνετε φωτογραφίες, μη σταματάτε, κι εδώ, παίρνετε, κι εδώ, παίρνετε, παίρνετε φωτογραφίες, αδελφοί, μη σταματάτε, σας λέω». Δεν νομίζω ότι τον άκουσε κανείς, μάλλον το εννοούσε, μπορεί όμως και να μπλόφαρε. Ήταν απαρηγόρητος που έχανε την πόλη του, στο τέλος έφτασε στα Giardini Papadopoli δίνοντας πάντα το ίδιο παράγγελμα, ελπίζοντας πως κάτι θα σωθεί από όσα δεν είδε. Σύντομα εξ ευωνύμων φάνηκε ο σιδηροδρομικός σταθμός του De Chirico και ο εκτενής χώρος στάθμευσης, δυσανάλογα διογκωμένα, είχαν αποκτήσει μια ακατάληπτη γεωγραφική υπεραξία, πολύ μεγαλύτερα απʼ την πολιτεία την ίδια και το φιδίσιο ποτάμι που την όριζε και την αναιρούσε ταυτόχρονα, ενώ εκείνος διάβαζε στη μοναδική αποτροπαϊκή πινακίδα που είχαν τοποθετήσει πρόσφατα χωρίς να το αντιληφθεί, χωρίς να προλάβει να αντιδράσει, χωρίς να τον ρωτήσουν, το άδικο, φρικιαστικό ορόσημο Γ560.
Παραλλαγή 54
1300
Ξυπνάς μέσα στο φως μια πανέμορφη ανοιξιάτικη μέρα κι όμως φοβάσαι πως θα ξυπνήσεις σήμερα, κάποτε, αναπόφευκτα μέσα στον απροκάλυπτο, φοβερό αριθμό 1300, μέσα στην καταργημένη ημερομηνία του υψηλής εντάσεως σεσουάρ μαλλιών, σε ένα δωμάτιο στο American Inn της Bethesda ή σε ένα μισογκρεμισμένο βάραθρο στα Θεοδοσιανά τείχη της Κωνσταντίνου Πόλεως, όπως και να ʼχει πάντως μέσα στον τρομακτικά πάγιο αριθμό 1300, αυτό το νούμερο που δε δέχεται αντεπιχειρήματα ή παρατάσεις, όσοι καλλίσωμοι δρομείς κι αν προπονούνται έξω απʼ την εκκλησία των μορμόνων, όσες ξανθές ημιανορεκτικές καλλονές κι αν περιφέρουν τα καρότσια των ευφυών διδύμων στη Stanford Avenue, όσα αλατισμένα φιστίκια κι αν έχουν απομείνει πάνω στο γρανίτη της κουζίνας κι άλλα συρτάρια μέσα στο εγκαταλειμμένο σπίτι με υπναγωγά σκευάσματα, αχρείαστες τανάλιες, το ένα σφυρί που χρησιμοποίησε κατʼ εξοχήν με ταλέντο ο αυτόχειρας κι ό,τι άλλο σηματοδοτεί τον τελικό ασύλληπτο υπολογισμό 1300, κινητά τηλέφωνα προηγμένης τεχνολογίας χωρίς τροφοδότη, η Σέριφος χτυπημένη κι αφημένη αβοήθητη μετά το ατύχημα στο απόγευμα μιας περασμένης χρονιάς, η ίδια μέρα που τελειώνει με χρυσές ανταύγειες τα υπέροχα αχτένιστα μαλλιά σου και τα εξίσου επιφυλακτικά αφυδατωμένα σαλιγκάρια που προσέχεις να μην τα πατήσεις καθώς διαβάζεις στον τοίχο τον οριστικό επιβεβλημένο αριθμό 1300
Παραλλαγή 68
Ταξίδι
Ταξίδι είναι το ελάχιστο οπάλινο μενταγιόν
που διαφαίνεται σε μια ατάραχη ύποπτη λευκότητα
το ελάχιστο ίχνος μιας υφασμάτινης ελευθερίας
στη διαγώνια αντικρινή θέση
η τέταρτη συμφωνία του Σούμαν που έρχεται αιφνίδια από πουθενά
ώρα αιχμής στην υπερταχεία αμαξοστοιχία του Mannheim
ένα νεανικό βλέμμα που αποβιβάστηκε στην προηγούμενη στάση
ταξίδι είναι η επίχρυση λεπτομέρεια που δένει τις ελάχιστες
μαύρες κλωστές πίσω απʼ τον άσπιλο λαιμό
η κόμη που παιχνιδίζει πίσω απ’ τους ιωνικούς κίονες του έρημου κολυμβητηρίου
η εικόνα απʼ τα φιλάδελφα χέρια σου
είναι ένα κτίσμα επιβλητικό
που κτίστηκε στο δάσος των κέδρων του Banff
και συνεχίζει να μεγαλώνει
σαν τη χαμένη Σελεύκεια μετά τους Μακκαβαίους
ή την Πόλη του Μεξικού πριν τον Κορτές
ταξίδι είναι τα δάκτυλα του δεξιού ποδιού
που διστακτικά προσεγγίζουν το θερμαινόμενο δάπεδο
με μια ελάχιστη ιχνογραφία στα μετατάρσια
το σημάδι της Λιογέννητης
σαν Σύντομη Ιστορία από Κτίσεως Κόσμου
ή ό,τι άλλο θα ξέρω για σένα
επιστρέφοντας από την τρίκλινη ερημιά του Ευφράτη
ζητώντας άδικα να με αναγνωρίσεις
ταξίδι είναι τα μάτια σου όταν είναι κλειστά
η αγνή εφίδρωση του μακρινού σώματος ακριβώς δίπλα μου
οι ελάχιστοι υδατοσυρμοί που χάνονται διακριτικά
στους μικρούς βραδινούς δρόμους του Freiburg
κελαρύζοντας βροχές
που δεν υπήρχαν.
Παραλλαγή 73
Μεταφορά με μαύρη λιμουζίνα με φιμέ τζάμια από το αεροδρόμιο
Ζήτησα να με πάνε στον προορισμό μου
Οιόανδα Banff και Φρανκφούρτη, παρακαλώ, ταυτόχρονα
πανεύκολο, είπε ο σωφέρ
και με απομόνωσε στον επιβατηγό κλωβό.
Σκέφτηκα: η ποίηση είναι δηλητήριο κατάλληλο για αυτοκτονία άραγε
όταν οι εχθροί σε έχουν συλλάβει και σε εξαναγκάζουν να ομολογήσεις;
Κι έπειτα Κύπρος San Diego και Palenque ταυτόχρονα, του ζήτησα επίσης
πανεύκολο, είπε πάλι εκείνος
ενώ κανείς άνθρωπος ποτέ δεν άντεξε να ζήσει πάνω από μια μέρα.
Τότε Την είδα που καθόταν απέναντι –
απʼ την υποχρεωτική, εγκλωβισμένη συνομιλία μας
τα παιδικά χρόνια της Αναγκαστικής Συνεπιβάτιδος έχουν αφήσει ακόμα στο νου μου
κάποια αόριστη μυρωδιά βενζίνης
σε παρηκμασμένο τουριστικό θέρετρο
συμφωνήσαμε πάντως στην ομορφιά της Προβηγκίας
κάναμε μια στάση στο Vauvenargues την άνοιξη
και κολυμπήσαμε μαζί στην Promenade des Anglais στη Nice
και στην Plage de Passable απέναντι από τη Villefranche χωρίς καν να ανοίξουμε τις πόρτες
και χωρίς καν να κατεβάσουμε τα φιμέ τζάμια
στο τέλος διαφωνήσαμε μόνο αν έπρεπε να σταματήσουμε και στο Èze–sur–mer
δεν ξαναμίλησε
εγώ επέμενα ότι ο ύπνος δεν είναι ατράνωτος φόβος, όχι, όχι, δεν είναι
μέσα στη σιωπή Της διαπίστωσα ξεκάθαρα
πως η φωνή σου υπερτερεί της ηχομόνωσης
η φωνή σου είναι ένα φρικτό πλοκάμι που με γαληνεύει.
Παραλλαγή 78
Χαμένα έργα του Johann Pachelbel
Όλοι αυτοί που χρησιμοποιήσανε τον κανόνα του Ιωάννη Πάχελμπελ για γαμήλιο εμβατήριο – απλοί πληβείοι κι επίμονοι παραθεριστές του σύγχρονου lifestyle, ανέμελοι επιχειρηματίες επενδυτές και βασιλικά ζεύγη – δε σκέφτηκαν ποτέ την πανούκλα ως basso ostinato του σύγχρονου πολιτισμού, δεν ήταν προσκεκλημένοι στην Ερφούρτη το 1683, δεν έκαναν απεγνωσμένα και συστηματικά έρωτα με τη νεκρή νεαρή γυναίκα για τρεις μήνες μετά τη σαπωνοποίησή της, δεν είδαν το λευκό της σώμα μέσα στη σιωπή της νύχτας πιο όμορφο και πιο θελκτικό απʼ τον πρόσθιο έσω υποθάλαμο και την αμυγδαλή των αμνησιακών γάτων, δεν έθαψαν το παιδί τους με τα ίδια τους τα ακροδάκτυλα, με τις ίδιες τους τις βλεφαρίδες, με τα γερά φατνία των άριστα λευκασμένων δοντιών τους, αποδεκατίζοντας τα πιστοποιητικά γεννήσεως και βαπτίσεως μετά τους βομβαρδισμούς της RAF, δεν έκαψαν ποτέ στο τζάκι για προσάναμμα τις σημαντικότερες αδιανόητες παρτιτούρες που έγραψε ποτέ η χαρίεσσα λήθη, δεν ένιωσαν ποτέ πως είχαν πεθάνει οριστικά πριν τέσσερις αιώνες και κατά συνέπεια έπρεπε να επιζήσουν άλλα είκοσι τρία χρόνια και κάτι μέρες με μεγάλη διακριτικότητα, δεν πέρασαν στην ιστορία καταξιωμένοι για αυτό που δεν τους ενδιέφερε και για αυτό που σε καμιά περίπτωση δεν ήταν
Ο Ιωάννης Π. Α. Ιωαννίδης κατέχει την έδρα C. F. Rehnborg στην πρόληψη νοσημάτων στο πανεπιστήμιο Stanford όπου είναι τακτικός καθηγητής στην ιατρική σχολή και τιμητικά καθηγητής στην σχολή ανθρωπιστικών και θετικών επιστημών. Έχει διατελέσει επίσης καθηγητής στα πανεπιστήμια Ιωαννίνων, Harvard, Tufts και Imperial College.
Γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη το 1965 και έχει ζήσει σε πολύ διαφορετικά μέρη. Το περιοδικό The Atlantic τον χαρακτήρισε το 2010 ως τον πλέον τολμηρό διανοητή-επιστήμονα. Το προηγούμενο βιβλίο του, η Τοκάτα για την κόρη με το καμένο πρόσωπο, συμπεριλήφθηκε στη βραχεία λίστα των ετήσιων βραβείων του Αναγνώστη.
Οι Παραλλαγές πάνω στην τέχνη της φυγής και ένα απονενοημένο ριτσερκάρ γράφτηκαν από το 2010 έως το 2013.









