Μήδεια
Χα χα στο σκοτάδι σου, γρατζουνώ στίχους
Στα χείλια σου, ζεσταίνω αίμα –
και σε φιλώ στο ικρίωμα.
χιονιάδες,
Σε κάθε σου λέξη.
Αγαπημένε, λέξη έκλαμψη
έκπαγλη για μένα συζήτηση χτες, που όλοι σε γνώριζαν μέσα από τη φήμη του ποιητή και τα συναπαντήματα κάποιας μαντάμ ορτάνς
Αγαπημένε, λέξη η ίδια έκπαγλη ως ωροβολίδα, πατά στιγμές στο σκοτάδι και τις σβήνει, μετά τίποτα, καθαρός ουρανός μʼ αστραπές που κοιμούνται
«κοιμούνται», πόσο αστραφτερά μαχαίρια κόβει τούτο το ρήμα
Πλένει το σώμα
σʼ αγκαλιάζω ρήμα-φρίκη,
ʽ-ο δράκος, τότεʼ, στο παραθύρι των παιδικών χρόνων
Μακέλεψε ένα ένα τα παιδιά του,
Μήδεια κι εγώ,
Σου προσέφερα στίχους,
Ικέτεψα τα στερνά μου να σου μιλήσουν
Τα κύματα να κατευνάσουν την καθάρια αγάπη σου,
Τα στιλέτα-τακούνια μου να σε χτυπήσουν ακαριαία στην πιο φριχτή σου ουτοπία
συνάντησα ανοιχτά τα φυλάκια της οδού, μπήκα μέσα, έβαλα παντόφλες, έστρωσα ταβάνια με προβιές, πήρα το σκοινί,
Κρεμάστηκα σʼ έναν αμνό, πέρασα, βγήκα έξω,
Στάθηκα απέναντι
Έσκουψα,
Σκίστηκα σα χαρτί με παλιές στιγμές
Γρύλισα τα λεπτά που μου χάρισες
Πείνασα, έκραψα, νεκρώσιμα βάρεσα τούμπανα
Γύρισα,
Κοίταξα,
Κανείς.
Τότες φοβήθηκα θάνατε το πού σου το κράτος.
Μακέλεψα
Τα στήθια μου τότες. Μη ματαμετανιώσω και βυζάξω ελπίδες.
Και τα παιδιά μου τα πέταξα ψηλά στον αγέρα.
Μου έκλεισε το μάτι ο άνεμος,
Με μια σκόνη.
30-01-2008
Διαβάστε περισσότερα