Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αφίξεις

Αφίξεις

Αφίξεις

Χρίστος Χατζήπαπας, «Τα πηγάδια της Ιστορίας», εκδ. Γαβριηλίδη 2012 (επιμέλεια: Γιώργος Μύαρης)

 

[ Της γλυκείας χώρας Κύπρου
που μισή και σερνάμενη την καταντήσαμε]

 
Τα πηγάδια της Ιστορίας

Είχαμε πηγάδια
λίγα, κάποτε
που δρόσιζαν τα χείλη μας
σε χρόνους άβροχους
σε χρόνους δίψας
ακρίδας και όφεων.
Γέμισαν πτώματα.

Μωραίνει, λένε, Κύριος
όν βούλεται απολέσαι –
αλλά γιατί εμάς;

Αντλούσαμε με τ’ αλακάτι
μαύρο νερό της συμφοράς
ανίδεοι τάχα
μην ξέροντας χρόνους πολλούς
πως μέσα εκεί
δρακιάζει η σήψη.

Τα πηγάδια μας
πολλών χιλιάδων χρόνων
τα μπαζώσαμε
με πτώματα εχθρών
ανεπάρκειες και βλακεία.

Τώρα
αφυδατωμένοι
ρακένδυτοι
χωρίς δυνάμεις
προχωράμε ασθμαίνοντας
αυτάρεσκα
στο μέλλον…

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Κατερίνα Καραγιάννη, «ζουμ», εκδ. Ποιήματα των Φίλων, 2012

 

 

 

 

τυφλό

να επιμένεις
μη το αφήσεις, να το κρατάς
να με σφίγγεις
απέναντι σ΄ αυτή τη ζωή, δίχως ζωή
με το μηδέν του ήχου, να σ΄ έχω
να σε νιώθω, σπασμό
ανάμεσα στα πέτρινα και τρυφερά μου σπλάχνα
και μόνον έτσι
και όπως δεν γίνεται, όλη αυτή τη επιφάνεια
να αντέχει ακύμαντη
και μ΄ όλα αυτά που θέλουν να εξηγούν τα ανεξήγητα
που βάφονται μ΄ ένα σκασμό από το λάθος χρώμα
το αταίριαχτο
στον αφανισμό, στο δάγκωμα σου
του κορμιού μου σάλεμα
τυφλό
τυφλό χτύπημα
σαν το υγρό σου στόμα

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Κώστας Ρεούσης: «Καρίνα» [ποιήματα 1993-1997], Φαρφουλάς 2012

 

 

 

Χαμαιλέων

ΔΡΟΜΕΑΣ

Της αποκριάς η προσωπίδα
φώναξε μεστωμένη στο σάλιο
του προηγούμενου φιλιού
τα μάτια ανοιχτά το νερό
τρέχει τον κατήφορο
πρωταθλήτρια των στίβων
η ασώματη φορεσιά.

 

 

 

*

ΑΝΑΠΑΥΛΑ

Έναν ύπνο χρωστώ να κοιμηθώ
για να ʼναι η αύριο καλή
μέρα όμως τʼ άνοιγμα του
ματιού διαρκεί περισσότερο
όπως το βλέφαρο
ξεκολλάει την τσίμπλα ο νεκρός
φιλιέται με την ξεκούρασή μου.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Τόνια Κοβαλένκο, «μαύρο προς μπλε», εκδ. τυπωθήτω 2012

 

 

 

Ενεστώτας

Δεν χρειάζεται να παγώσω το τώρα
για να μην έρθει το αύριο απειλητικό –
το «τώρα» το γράφω, το πίνω και το ζω
με το στυλό μου, την ανάσα, το ποτό
δες τα τέσσερα παγάκια
μες στο καστανό νερό
είναι τέσσερα άσπρα βουναλάκια
που ακέραια επιπλέουν στο κενό
και κάτω από το σταθερό μου βλέμμα
μοιάζουν άτηκτα –
έτσι και το τώρα

 

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Βασίλης Λαλιώτης, Σωρείτες Ακηδείας, Ενδυμίων, 2012

27

Ξάπλωνα για χρόνια με τη Μπονόρα, όχι, την Γκλεντόρα που τραγούδησε εκείνος ο κρετίνος ο Πέρυ Κόμο κι άρχισαν όλα. Έφαγα ένα μικρό σαλίγκι με ρίγανη κι αλάτι, μαζί με το χωνάκι έδινε και μια καρφιτσούλα, με το που το γεύτηκα βρέθηκα από τη Μεριά της Πλατείας Μεταξά. Οι τσιρκολάνοι του Πικάσο, πέντε κρίκοι ένα τάληρο, σκοποβολή, ο Φακίρης και η Βαγγελίτσα που χόρευε οριεντάλ για ενηλίκους και την έκοβε ο φακίρης στα δυο και μου έφευγε το αίμα, μετά κοιτούσα τα κόκκινα βαμμένα χέρια του. Κι ο Πρόδρομος στο Γύρο του Θανάτου, με την ωραία φόρμα με τα κρόσια, μπροστά το ποτάμι Αρχαίας Ήλιδος, μια με το ποδήλατο, μια με το καρρέτο από το κουτί με τις ρέγγες. Ο ιατρός κος Οικονομόπουλος, τα φορτηγά, κάποτε ένα από αυτά θα με έφερνε Αθήνα, να του μιλάς να μην κοιμηθεί στο δρόμο, είπε. Ακόμη η Γιωργία στο περίπτερο, ήταν σερνικοθηλα, είπε, κι Μαρανής με το ζωνάρι, τον έτρεφε η καημένη η Διονυσία. Έστηναν κάθονταν ένα μήνα ξέστηναν και τράβαγαν γι αλλού. Ξαναγράψε την αντιγραφή: Χήνα πάπια Ριρή, ελάτε πίνετε νερό έλεγε ή Άννα.

Από τη Μεριά της Πλατείας Ελευθερίας, στην υπερυψωμένη είσοδο του εμπορικού. Να ο Ευαγγελισμός, να ο Άη Γιώργης, να ο Άγιος Τρύφωνας, έφτασε και το Γεροκομιό. Ο Άη Θανάσης θάρθει τελευταίος με τη φιλαρμονική, είναι η Μητρόπολη. Φοράει ένα κοστούμι μόλις παρμένο από τον Τραγουστή, παπούτσια καστόρι στο χρώμα του μελιού, τον σφίγγουν πρωτοφόρετα. Οι μάγκες πετάνε σκάστρες, ο πόντος, ο πόντος, μου έκαψε την κάλτσα και μου ‘φυγε ο πόντος. Παραπάμ παμ παπάμ, το τύμπανο, ένα κρατημένο πράγμα στα πνευστά σαν κατάθεση στον Άγνωστο Στρατιώτη, και σηκώναν τους Επιταφίους ψηλά, ψηλά, ψηλά ως εδώ που γράφω, σαράντα χρόνια μετά. Ο δικός μας, ο δικός μας, ο δικός τους ήταν ο καλύτερος, κι έσπαγε το πλήθος πίσω από κάθε ενορία με κεράκια στο χέρι, κι έμενες αλάνι, με το μεγαλύτερο μεροκάματο του χρόνου στο χέρι, για ένα κομμάτι κέικ, για μια μαγδαλένα πίσω από αόρατη συναλλαγή με την καλόγρια στη Σεβίλλη, Μαντλέν, Μαριγούλα Μανταλένα.

Να σκεφτεί κανείς, λέει ο Σουάν, πως θέλησα να πεθάνω για μια γυναίκα που δεν ήταν ο τύπος μου.
Νέστορος, Λούππου, Καπετωλίνας και Ερωτηΐδας, Κυριάκου Πατριάρχου, Πρόκλας, Μαβριανού και Βαλεντίνου, Νέστορος Χρονογράφου, Διήγησις για τους Ίβηρες.

Διαβάστε περισσότερα