27
Ξάπλωνα για χρόνια με τη Μπονόρα, όχι, την Γκλεντόρα που τραγούδησε εκείνος ο κρετίνος ο Πέρυ Κόμο κι άρχισαν όλα. Έφαγα ένα μικρό σαλίγκι με ρίγανη κι αλάτι, μαζί με το χωνάκι έδινε και μια καρφιτσούλα, με το που το γεύτηκα βρέθηκα από τη Μεριά της Πλατείας Μεταξά. Οι τσιρκολάνοι του Πικάσο, πέντε κρίκοι ένα τάληρο, σκοποβολή, ο Φακίρης και η Βαγγελίτσα που χόρευε οριεντάλ για ενηλίκους και την έκοβε ο φακίρης στα δυο και μου έφευγε το αίμα, μετά κοιτούσα τα κόκκινα βαμμένα χέρια του. Κι ο Πρόδρομος στο Γύρο του Θανάτου, με την ωραία φόρμα με τα κρόσια, μπροστά το ποτάμι Αρχαίας Ήλιδος, μια με το ποδήλατο, μια με το καρρέτο από το κουτί με τις ρέγγες. Ο ιατρός κος Οικονομόπουλος, τα φορτηγά, κάποτε ένα από αυτά θα με έφερνε Αθήνα, να του μιλάς να μην κοιμηθεί στο δρόμο, είπε. Ακόμη η Γιωργία στο περίπτερο, ήταν σερνικοθηλα, είπε, κι Μαρανής με το ζωνάρι, τον έτρεφε η καημένη η Διονυσία. Έστηναν κάθονταν ένα μήνα ξέστηναν και τράβαγαν γι αλλού. Ξαναγράψε την αντιγραφή: Χήνα πάπια Ριρή, ελάτε πίνετε νερό έλεγε ή Άννα.
Από τη Μεριά της Πλατείας Ελευθερίας, στην υπερυψωμένη είσοδο του εμπορικού. Να ο Ευαγγελισμός, να ο Άη Γιώργης, να ο Άγιος Τρύφωνας, έφτασε και το Γεροκομιό. Ο Άη Θανάσης θάρθει τελευταίος με τη φιλαρμονική, είναι η Μητρόπολη. Φοράει ένα κοστούμι μόλις παρμένο από τον Τραγουστή, παπούτσια καστόρι στο χρώμα του μελιού, τον σφίγγουν πρωτοφόρετα. Οι μάγκες πετάνε σκάστρες, ο πόντος, ο πόντος, μου έκαψε την κάλτσα και μου ‘φυγε ο πόντος. Παραπάμ παμ παπάμ, το τύμπανο, ένα κρατημένο πράγμα στα πνευστά σαν κατάθεση στον Άγνωστο Στρατιώτη, και σηκώναν τους Επιταφίους ψηλά, ψηλά, ψηλά ως εδώ που γράφω, σαράντα χρόνια μετά. Ο δικός μας, ο δικός μας, ο δικός τους ήταν ο καλύτερος, κι έσπαγε το πλήθος πίσω από κάθε ενορία με κεράκια στο χέρι, κι έμενες αλάνι, με το μεγαλύτερο μεροκάματο του χρόνου στο χέρι, για ένα κομμάτι κέικ, για μια μαγδαλένα πίσω από αόρατη συναλλαγή με την καλόγρια στη Σεβίλλη, Μαντλέν, Μαριγούλα Μανταλένα.
Να σκεφτεί κανείς, λέει ο Σουάν, πως θέλησα να πεθάνω για μια γυναίκα που δεν ήταν ο τύπος μου.
Νέστορος, Λούππου, Καπετωλίνας και Ερωτηΐδας, Κυριάκου Πατριάρχου, Πρόκλας, Μαβριανού και Βαλεντίνου, Νέστορος Χρονογράφου, Διήγησις για τους Ίβηρες.
Στον Ίσκιο των Πεθαμένων Κοριτσιών, κατάκρυα τα νερά στη Γεωργιούπολη, φτάσαμε πρωί, κοιτούσαμε τις βάρκες, η συνοχή του τοπίου ήταν τόση που είδαμε τα κορίτσια ν’ ανεβαίνουν με γέλια στις βάρκες που τις έγιναν αιτία να πνιγούν, γλάρο το λέγανε κάνε μια καντιλίτσα, Ο Μπρετόν Πληκτρώ, διαβαίνει μια παραλία με την αγαπημένη του, και ξαφνικά η ευδία που τους κρατάει τις ψυχές σκυθρωπιάζει. Περνούν έξω από ένα σπίτι που παλιότερα είχε γίνει φόνος, θυμάται και το αποδίδει σαν αιτία ο Υδροχόος Αντρέ Μπρετόν. Ένιωσα τα κορίτσια να παγώνουν τα νερά, ένα σύγκρυο, φύγαμε γρήγορα μ’ ένα στέφανι αγκάθια κορίτσια στο μέτωπο από σκέψη.
Άρατα και Πέρατα, έλεγαν κι ήταν αλήθεια, πως εκείνος στο υπόγειο με τα ηλεκτρικά, το απόγευμα το καλοκαίρι, και πριν ανοίξουνε τα μαγαζιά, όταν τα υπαλληλάκια, που δεν ήταν καλοί μαθητές στο σχολείο, και τα έβαζαν από τώρα στη δουλειά, και μαζεύονταν πιο νωρίς να φάνε κανένα παγωτό και ν’ αλητέψουν στη άδεια αγορά, έλεγαν πως εκείνος στο υπόγειο με τα ηλεκτρικά, κάποιοι πήγαιναν και τους έκανε πράγματα… Κι όχι μονάχα τον Κωστάκη τον Μπαρακαδιά που έβγαινε στο δρόμο και τον πειράζαν τα παιδιά και κάποτε μεγάλοι, έτσι αεράτος, μα σαν τολμούσανε να πλησιάσουν πιο κοντά τους έριχνε χαστούκια. Σε έστελνα να μη γυρίζεις, του έλεγε η μάνα του, κι εξπέρ στην τέχνη του να πληγώνει ώρες ο ένας τον άλλον: Υποκρίτρια, για το πεντάλεφτο του Σινεάκ με έστελνες και εκεί ήταν η φωλιά του Λύκου. Αφού δεν με θέλατε, τι με κάνατε;
Ο Ξανακερδισμένος Χρόνος στη γραφή είναι να γράψεις εναντίον της φιλοδοξίας που σε έκανε να ξεκινήσεις να γράφεις και να την κάνεις μια προσευχή: Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν άγιον κύριον Ιησούν τον μόνον αναμάρτητον… Θέλησα να σας εντυπωσιάσω, εσάς κι εμένα. Ότι γράφω είναι μια αναβολή με λέξεις αυτής της ομολογίας. Ομολογώ κι αρχίζω να θεραπεύομαι, οικειοποιούμαι αντισώματα ευρωπαϊκής λογοτεχνίας για άμυνα στον δηλητηριασμένο από μηδενισμό ματαιοδιξίας χωρίς άμυνες, ομόγλωσσό μου συρφετό.
Σαν απόψε κάθε χρόνο ένα αμάξι, ανεβαίνει την λεωφόρο, φτάνει στην Κηφισιά, ξυπνάνε τον πρωθυπουργό της χώρας ( θέλω γυναίκες και ηδονές, είμαι και κοντός ), βγαίνει με τη ρομπίτσα του και τα πασουμάκια, διαβάζει το τελεσίγραφο και λέει Γαλλικά: Σελαγκέρ, σελαγκέρ. Ο χερ Γκαίρινγκ έχει πουλήσει τις καινούριες μηχανές στο καλυκοποιείο του Μποδοσάκη. Οι Ισπανοί κάποτε πληρώνουν δυο φορές στους Έλληνες εφοπλιστές που σπάνε τον αποκλεισμό τις σφαίρες που τους σκοτώνουν. Οι αθώοι ναύτες κι αξιωματικοί του Έλλη, έχουν πληρώσει με τη ζωή τους για τους Ιταλούς στρατιώτες που σκοτώνουν οι ελληνικής παραγωγής σφαίρες στο ισπανικό μέτωπο. Είκοσι τέσσερις σταυροί σε ισπανικό νεκροταφείο του Εμφυλίου έχουν ελληνικά ονόματα… Ο Φράνκο ρωτάει δείχνοντας τα πτώματα τριών νεκρών στην Πλάθα Μαγιόρ της Σαλαμάνκας: Τί σας έχουμε κάνει και μας φέρεστε έτσι; Πουτάνα ελληνική άρχουσα τάξη.
Ο Σεφέρης βγάζει φωτογραφία με το Φαβρίκιο με στρατιωτική στολή έξω από την Εθνική Βιβλιοθήκη. Ο υπίλαρχος από τα Γλυκά Νερά, καθώς κάνουμε περίπολο μου μιλάει για τις αποφάσεις του Στρατηγού Κατσιμήτρου. Μπαίνω Πυρσόγιαννη και σκέφτομαι σκιαγμένα πουλιά, δεν μιλάνε τα δέντρα, τηλεφωνώ στον πατέρα, έι, που φτάσατε μωρέ, εκεί ήμουν, εκεί είδαμε τις γυναίκες να γυρίζουν με ξύλα φορτωμένες το ηλιοβασίλεμμα, και μας είπαν: άμα τελειώσει ο πόλεμος να πάρετε γυναίκες αποδώ, να πάψουμε να πηγαίνουμε για ξύλα… Τα κυπαρίσσια μπαίνοντας Κόνιτσα, κι ο βράχος απέναντι, στις καρυδιές, στις μεσημεριανές σκιές του σχολείου στον Τσαμαντά. Ε, ρε Ήπειρο που σου χρωστάω, πατέρα.











Κείμενο σπουδαίο ??
Ας απαντήσουν οι μυημένοι , γιατί απευθύνεται
σ΄αυτός !!
Εγώ πα πω πως κάποτε ερωτεύθηκα μια
μια κάποια Glendora χωρίς να προκάμω να αντιληφθώ πόσο κρετίνος ήταν ο Perry Como
Ακηδεία είναι η μη πραγματοποίηση νεκρώσιμης τελετής?Η ροπή προς την αθανασία ίσως?Α και στη Γεωργιούπολη έχει περίεργη θάλασσα,ένα ρεύμα κρύο κ ένα κανονικό.Περίεργα νερά περισσότερο, όχι αμιγώς κρύα!
http://www.orthodoxfathers.com/On-despondency
http://synaxari-synaxari.blogspot.ie/2010/01/blog-post_856.html
http://en.wikipedia.org/wiki/Acedia
Μη με ρωτήσετε γιατί “ακηδεία” και όχι “ακηδία”. Τέτοιες ερωτήσεις τις έχουμε αναπαντήσει προ πολλού.
Προσοχή: τέτοια κείμενα εύκολα μπορούν να εκθέσουν τους αναγνώστες τους – πόσο δε μάλλον τους σχολιαστές τους.
..έως υδάτων,κύριε Λαλιώτη,έως υδάτων.ανήμερα.
Μια αύρα υπερρεαλισμού να σαρώνει τις μικρές -μας- ιστορίες, απ’ την ‘Ηπειρο και τη γενέθλια γη, τον πνιγμό των κοριτσιών στη Γεωργιούπολη ως το σήμερα, με την υπερ-προσωπική ματιά του Λαλιώτη. Καλοτάξιδες!
Η αφήγηση διασπάται και γίνεται θρύψαλα και μέσα απο τα θρύψαλα οι αντανακλάσεις αναμνήσεων, προσωπικών και συλλογικών.
Μέσα απο τις λάμψεις των θρυψάλων αναδύεται ένας δύσκολος, ονειρώδης και σχεδόν ασύντακτος λόγος.
Παρατακτικότητα, παιδικότητα, συνειρμός.
Το Άμορφο και το Χάος μεταμορφώνονται σε μια ονειρώδη Ιστορία, και η Ιστορία διαπλέκεται με το χάος των εικόνων ενός χαμένου, παρελθόντος χρόνου, που, διαρκώς και ανεξαντλήτως, αναζητείται.
Το αίτημα της Αισθητικής χάνεται στο βάθος, δεν ενδιαφέρει. Αυτο που αναδύεται είναι ένα ψυχαναλυτικό ψηφιδωτό που τείνει να γενεαλογήσει το Ερώτημα του Λόγου…
Όταν βλέπεις μια χουρμαδιά στην έρημο, μπαίνεις στην έρημο, δεν θέλεις πια να βγείς. Να σπαταλεύεσαι στο άλλο νόημα, το λυτρωμένο από μελοδραματικές λιγούρες.
Φωταυγές και ζυγιασμένο, μέσα κι όξω ορατό.
Ν’ αρμενίσει δροσερά.
Αν κάτι δείχνει αυτό το κείμενο, νομίζω, είναι πως το τέλος της αφήγησης δίχως δράση έχει έρθει εδώ και δεκαετίες, ήδη πριν από το 2ο παγκόσμιο πόλεμο, και λίγοι το έχουν πάρει χαμπάρι. Λογοτεχνία δίχως πρόσωπα και δράση ήταν μια πειραματική διέξοδος κάποτε που ο πόλεμος ήταν καθημερινό κουλούρι. Πλέον χρειάζονται νέα πειράματα και νέες ιστορίες.
Πιο πριν απ΄τον Πεντζίκη κι ο μπαρμπα-Γιάννης Σκαρίμπας και λίγο αργότερα ο Κύπριος γλύπτης και πεζογράφος Άντης Χατζηαδάμος: παιγνιώδης γραφή, ανατροπές, πρόσωπα-πράγματα-εικόνες και συναισθήματα μέσα από αντανακλάσεις υπερρεαλιστικής οπτικής και αμφισβήτησης [στα αισθητικά, γλωσσικά, κοινωνικά και όχι μόνον!].
Ο Γ. Μίχος γενναίος αντίμαχος βραβείων, κολαστηρίων και του πλαγκτού των ημερών!
Κύριε Μίχο, πάλι με τις εμμονές σας περί ορθογραφίας και ανορθογραφίας; Σεβαστείτε λίγο τον κ. Λαλιώτη…
Κατα τη γνώμη μου, η έξυπνη ανορθογραφία είναι δόκιμη αλλά η αδέξια ανορθογραφία είναι αντιαισθητική βλακεία. Μήπως η αντιαισθητική βλακεία είναι δόκιμη;
Όπως καταλάβατε, το “ελάχιστος νέος λογοτέχνης” μου άρεσε ιδιαίτερα… Αλήθεια, σε ποιον αναφέρεστε;
Και πλήρης ανορθογραφίας, ο κ. Χατζηαδάμος! Επικίνδυνος κι αυτός, για όσους δεν συλλαμβάνουν τη συνειδητή του λογοτέχνη ανορθογραφία ως απελευθερωτικό έναυσμα.
Με πείρα και πείσμα μας πειράζει… και μεις; Ακούμε τώρα τον χείμαρρο που κατεβάζει τις ζωές μας στο χαρτί, τόποι από πέτρες κυλιόμενες και ονόματα αρπαγμένα από την κοίτη … Αξίζει ν΄
ακολουθήσουμε αυτό το δρομολόγιο κυρίως απ΄ την ακίνδυνη όχθη που βρισκόμαστε…
Ευχαριστούμε