Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Γιώργος Φ. Πιερίδης (1904-1999), «Αλλοφροσύνη»

 

Το διήγημα προέρχεται από τη συλλογή «Ο καιρός της δοκιμασίας» (1978). 

 

Πηγαίνοντας εχτές πρωί στη δουλειά μου πέρασα, όπως κάθε πρωί, από το περίπτερο του Θωμά, να πάρω την εφημερίδα μου και να του κάνω τη συνηθισμένη μου ερώτηση:

«Τι νέα, κυρ Θωμά;»

Ο Θωμάς είχε έναν δικό του τρόπο να βλέπει τα νέα της ημέρας. Γνήσιος λαϊκός τύπος, καλοκάγαθος και σύγκαιρα παμπόνηρος, είδε πολλά στα εξήντα χρόνια της ζωής του, τα είκοσι τελευταία αραγμένος μέσα σε τούτο ‘δώ το συνοικιακό περίπτερο, στο έμπα της Λευκωσίας από τον δρόμο της Αμμόχωστος. Εμείς οι γειτόνοι και τακτικοί πελάτες του τόνε λέγαμε σταθμάρχη, γιατί μπροστά στο περίπτερό του στάθμευαν κατά κανόνα τα λεωφορεία και τα ταξί, που κάνανε τη γραμμή της Αμμόχωστος, για να πάρουν, αν είχε, τους τελευταίους επιβάτες.

Είχε κι έναν δικό του τρόπο να σχολιάζει τα νέα. Με ρεαλισμό και θυμοσοφία, ο σχεδόν αγράμματος αυτός άνθρωπος, σημάδευε το ουσιαστικό που βρίσκονταν πίσω από τους κραυγαλέους και αντιφατικούς τίτλους των εφημερίδων και το σχολίαζε μ’ ένα χιούμορ, που δεν άφηνε τίποτα όρθιο.

Όμως τον τελευταίο καιρό το πηγαίο χιούμορ του Θωμά γίνηκε γελόκλαμα. Είναι ο μόνος τρόπος που του ’μεινε για να σχολιάσει, δίχως να ψευτίσει τον εαυτό του, τα νέα που έρχονταν απανωτά σα λαίλαπας και μας έπνιγαν, μαζί με τους βομβαρδισμούς, τα νέα που μας πνίγουνε και τώρα, μέσα στο βάραθρο πόνου κι αβεβαιότητας όπου βρισκόμαστε, με τον Τούρκο εισβολέα να παραμονεύει σε μικρή απόσταση από τη γειτονιά μας, πίσω από τις γραμμές του, που μοιράζουνε το νησί μας στα δυο.

Χτες πρωί, λοιπόν, όταν πήρα την εφημερίδα και του ’κανα τη συνηθισμένη ερώτηση, ο Θωμάς με κοίταξε μ’ έναν τρόπο θλιμμένο κι ύστερα μου ’δειξε με το βλέμμα του μια γυναίκα που στεκόταν μπροστά στο περίπτερο, στο σημείο που περίμεναν άλλοτε οι επιβάτες για την Αμμόχωστο.

«Τήνε βλέπεις;», μου λέει. «Πάνε δυο ώρες που περιμένει εκεί δα».

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Κασσάνδρα Αλογοσκούφι, Μικρά πεζά

1.ΣΑΝ ΦΑΛΑΙΝΑ
Είμαι μέσα στο στομάχι της φάλαινας. Θα το λέμε κήτος για να ταιριάζει με τις γραφές. Έχω μαζέψει λογιών πράγματα και έχω προετοιμαστεί για την παλίρροια και άμπωτη. Το πουλάκι για τον καθαρισμό δοντιών το έχω βάλει μέσα σε κλουβί. Όταν είμαστε στα ανοιχτά και ακούω το κήτος να παραπονιέται. Ελευθερώνω το πουλί και όταν σταματάει το ταρακούνημα επιστρέφει ξανά στο κλουβί. Είμαι μέσα στην κοιλιά του κήτους και περνώ καλά. Διαθέτω κρεβάτι. Βιβλιοθήκη με βρεγμένα βιβλία. Ένα τραπέζι για να γράφω και να σβήνω όσα σκέφτηκα και το σημαντικότερο έχω πολυθρόνα και δορυφορικό ίντερνετ. Συνδέομαι σαν Ιωνάς. Αυτό από μόνο μου αρκεί.

2.ΓΚΟΥΛΑΓΚ ΚΑΙ ΝΤΑΛΣΤΡΟΙ
Σάββατο 8/5/2021
Είχαν αποφασίσει τον περιορισμό του στη φυλακή για κάτι μικρό, όπως οι αντιρρήσεις ιδεολογίας. Το επόμενο πρωί γκρέμισαν την πόρτα του σπιτιού. Τον σήκωσαν με τα σώβρακα και τη φανέλα. Έξω, είχε χιόνι μέχρι το γόνα κι εκείνος ανυπόδητος. Με κάποιον περίεργο τρόπο παρά τα βάσανα του, κατάφερε να επιβιώσει στα σιβηρικά στρατόπεδα, που διαχειριζόταν η Γκουλάγκ, τα προϊόντα εργασίας της οποίας εκμεταλλευόταν η Νταλστρόϊ. Μετέφερε βράχους ενός όρους προς τα δυτικά του στρατοπέδου. Όταν τελείωνε, τον ανάγκαζαν να μεταφέρει ξανά τους βράχους ανατολικά στην αρχική θέση του βουνού και το μαρτύριο του Άτλαντα ήταν διασκεδαστική ασχολία για τους αργόσχολους αξιωματούχους του Κόμματος. Έτσι, τον είχαν ονομάσει: Άτλαντα, που κουβάλαγε τους ουρανούς και τα ταβάνια του σοβιετικού συστήματος. Αν ο Άτλαντας έπεφτε, θα κατέρρεε και η ίδια η ΕΣΣΔ. Το γεγονός ότι ο αντιρρησίας συνείδησης τα κατάφερνε, ενώ όλοι οι προκάτοχοί του σωριάζονταν νεκροί ικετεύοντας λίγα ακόμα δευτερόλεπτα ζωής, δεν ήταν σημάδι μεταμέλειας, αλλά σπίθα ελπίδας. Θα τον τσάκιζαν στ’ αλήθεια.
Στην αρχή του πέταξαν κάτω από τη σιδερένια πόρτα του απομονωτηρίου ένα εγχειρίδιο με το θεωρητικό πλαίσιο του συστήματος. Με ένα πρόχειρο ξεφύλλισμα ανακάλυψε μία φωτογραφία του παιδιού του. Τότε μόνο, ο θάνατος άρχισε να ξεπροβάλλει σαν κρανίο στα ζυγωματικά του. Γέρασε μια ώρα αρχύτερα και η καμπούρα του, βουνό, που υψώθηκε νεκρός τιτάνας σε αιώνια θλίψη. Μα, πάλι, αν κοίταζες τα μάτια του είχαν μια μελένια ζέση και ψυχή σαν την καλοσύνη του Ηρακλή και τη δικαιοσύνη του Θησέα. Αυτό εξόργισε τους αξιωματούχους του συστήματος. Σύντομα, ο γέρος άρχισε να παραλαμβάνει φρικτά δέματα. Ανοίγοντας τα κουτιά ανακάλυπτε φωλιές από τυλιγμένα κομμάτια ρούχων. Μέσα στο αίμα ξεπρόβαλλαν μέλη του σώματος. Στην αρχή, τα μαλλιά της θυγατέρας με την κορδέλα των μαθημάτων πιάνου. Λίγες μέρες μετά, ακολούθησαν τα κουτιά με τις τρομερές οσμές. Τα δάκτυλα του σολφέζ, τα αυτιά της μουσικής, τα χείλια του τραγουδιού, τα παΐδια της αναπνοής. Ο γέρος -άψυχος- ένωνε τα κομμάτια του παιδιού του με στοργή πάνω στο λερό πάτωμα με τους αρουραίους και τα ζωύφια του Κόμματος. Προσπαθούσε -σαν να ήταν κάποιο λαϊκό παραμύθι η ζωή του- με γόους και δάκρυα στα μάγουλα να το επαναφέρει στη ζωή.
Κι όταν εν τέλει ασπάστηκε με τη βία την ιδεολογία του αίματος. Είδε για πρώτη φορά το παιδί ντυμένο με αυστηρή καπότα και δερμάτινα άρβυλα. Τίναζε από τους βραχίονες τη σκόνη του παρελθόντος. Στεκόταν μπροστά του τούμπανο και κλαρίνο, υποβάλλοντας αυτοματοποιημένο χαιρετισμό στη μαμά-κράτος.
Το μάτι ψυχρό, που ήταν το μόνο που δεν του είχαν στείλει με κουτί, δεν έβλεπε καν μπροστά του το ερείπιο του τρελού πατέρα…

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, «Το χιόνι των Αγράφων», εκδ. Κίχλη, 2021 (γράφει η Ελένη Σ. Αράπη)

«…Χιόνι στο χιόνι
…Ο χρόνος –
Κι ο θάνατος το στρώνει»
Γιάννης Βαρβέρης

Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης στο βιβλίο του «Το χιόνι των Αγράφων» ασχολείται με ένα ιστορικό γεγονός, την πορεία της Ταξιαρχίας των Αόπλων στη Ρούμελη το 1948. Το βιβλίο αποτελεί ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα με έξι αυτοτελείς ιστορίες, οι οποίες έχουν ως κοινό παρανομαστή τις αντιξοότητες που υπέμειναν οι νέοι, για να φτάσουν στη Μακεδονία και να ενσωματωθούν στα τμήματα του Δημοκρατικού Στρατού.
Οι πρωταγωνιστές του Χατζημωυσιάδη εκτός από τον Γούσια (διοικητή της άοπλης ταξιαρχίας), είναι απλοί, καθημερινοί άνθρωποι, άσημοι στα τεφτέρια της ιστορίας, των οποίων τη ζωή παρακολουθούμε από τη στιγμή που κατατάσσονται, οικειοθελώς ή μη, στις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού και ξεκινάνε την πορεία τους για το δίκιο του αγώνα.
Ο συγγραφέας, ως τριτοπρόσωπος αφηγητής, πλέκει τις ιστορίες μέσω αναδρομών, προσωποποιήσεων και συμβόλων. Ο κάθε ήρωας έχει και ένα βαθύ τραύμα. Ο Σιάτρας Κυριάκος 16 χρονών, μαζί με τον σκύλο του Άρη, κατατάχθηκε οικειοθελώς στον Δημοκρατικό στρατό για εκδικηθεί για το θάνατο του πατέρα του. Τραύμα του η Αμαλίτσα, το σουβλισμένο του αρνί. Ο Χαράλαμπος Σουρούτσης με το κουτσό ποδάρι, αντάρτης που «μετανόησε», κουβαλάει το στίγμα του δηλωσία και αναζητά το χαμένο σταυρουδάκι της αγαπημένης του που πνίγηκε. Ο Αποστόλης Ουλιόπουλος 16 χρονών, πληγή του η Θεανούλα. Ο Σωτήρης και η Σωτηρία, δίδυμα σφαχτά κρεμασμένα στο τσιγκέλι της πατρικής βίας. Ο Αβραάμ Πολυχρονίδης με την ενοχή του μόνο επιζήσαντα απ’ το ολοκαύτωμα του Μεσοβούνου. Και τέλος ο Γεώργιος Γεωργιάδης, ο ταξίαρχος του Δημοκρατικού στρατού, το μέγιστο θύμα της παράνοιας του πολέμου, με την εικόνα της μάνας και το μισοφαγωμένο πρόσωπο της κοπέλας.
Κάθε κεφάλαιο και μια απώλεια. Επώνυμη πλέον απώλεια. Ο συγγραφέας παίρνει, όπως είπαμε, τους ανώνυμους ήρωες, τους κόκκους του βότσαλου της ταξιαρχίας και τους δίνει υπόσταση. Οι 1.500 λαμβάνουν σάρκα και οστά, είναι τα αγαπημένα μας πρόσωπα και αυτό μας πονά. Εδώ το λογοτεχνικό κείμενο αρχίζει να συνομιλεί με την ιστορία και τα δυο με τον αναγνώστη.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Στρατὴς Μυριβήλης, «Πόλεμος», 1928

ΜΕΡΟΣ 1ο.

Ἐκείνη ἡ προέλαση τῆς 5ης Μεραρχίας…

Ἤμουνα τότες εἴκοσι χρονῶ -φοιτητούδι ἐθελοντὴς- καὶ τώρα πιὰ εἶμαι μεστὸς ἄντρας. Ὡς τόσο ἡ θύμηση ἐκείνης τῆς προέλασής μου κάθεται σὰ βραχνᾶς, καὶ καταλαβαίνω πὼς δὲ θὰ μοῦ ξεπλακώσει τὰ στήθια ὥς που νὰ μοῦ βάλουν τὸ κεραμίδι στὰ χείλια. Μία προέλαση. Εἶδες τί ἁπλὴ καὶ πόσο ἥμερη λέξη. Μία προέλαση. Ἔτσι δὰ σὰν τὴ διαβάζει κανένας μέσα στ᾿ ἀνακοινωθέντα τῶν Στρατηγῶν, χωρὶς νά ῾χει βουτήξει μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸ φοβερὸ βοῦρκο ἀπὸ αἷμα ἀπὸ λάσπη κι ἀπὸ ἀντρίκιες βαρβατιές, ποὺ λέγεται «πόλεμος», φαντάζεται τὴν προέλαση σὰν παράτα στρατιωτική. Τὴ φαντάζεται σὰν ἕνα πέρασμα στρατευμάτων γεμάτο ἀπὸ δόξα, ἀπὸ περηφάνια κι ἀπὸ θρίαμβο, γεμάτο ἀπὸ λαμπρότητα, μὲ σημαῖες μεταξωτὲς γαλάζιες ποὺ μπατσίζουν χαρούμενα τὸν ἀγέρα, κουνᾶνε ἀξιόπρεπα πάνου ἀπ᾿ τὶς γυμνὲς λόγχες τῶν στρατιωτῶν τὶς χρυσές τους τὶς φοῦντες, καὶ ὑψώνουν τοὺς ἀσημένιους τῶν σταυροὺς ὅλο ἀχτίνες μέσα στὸν ἥλιο. Οἱ ἀξιωματικοὶ εἶναι ὡραῖοι μέσα στὶς στολές τους, πάνου σὲ περήφανα ἄτια πού ῾ναι στολισμένα μὲ μπρούτζινα φάλαρα καὶ χλιμιντρᾶν ὀργισμένα. Καὶ ὁ λαός, ξεφρενιασμένος πιὰ ἀπ᾿ τὴ χαρά του, ρίχνει λουλούδια στὰ πόδια τῶν νικητῶν, κι οἱ κοπέλες στέλνουν φιλιὰ καὶ χαμόγελα, κάτου ἀπὸ λευκὲς γιορτάσιμες γιρλάντες.

Ὅμως τὰ πράματα γίνουνται κάπως ἀλλιώτικα. Εἶναι κρῖμα πού ῾ναι ἔτσι, μὰ γίνουνται κάπως ἀλλιώτικα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«”Έχω τον έλεγχο των πιο κρυφών κυττάρων σου” – Ο έρωτας, η αγάπη και η εξουσιαστική διαλεκτική των σχέσεων στη στιχουργική του Κώστα Τριπολίτη» (γράφει ο Σπύρος Αραβανής)

 

Η παρουσία του έρωτα, της αγάπης και η εικόνα της γυναίκας αποτελούν τρία πολύ ιδιαίτερα στοιχεία στη στιχουργική του Κώστα Τριπολίτη παρόλο που αυτή έχει ταυτιστεί για το ευρύ κοινό περισσότερο με την κοινωνικοπολιτική της διάσταση. Ο τρόπος, επίσης, με τον οποίο περιγράφει τις συναισθηματικές σχέσεις βασίζεται κυρίως σε μια διαλεκτική οπτική κατά την οποία η κίνηση και η αλλαγή εμπεριέχουν αντιθέσεις και μπορούν να πραγματοποιηθούν μόνο όταν βρίσκονται σε σύγκρουση. Αυτή, λοιπόν, η αμφίδρομη σχέση υποταγής, αυτό το πλέγμα εξουσίας που δένει τις δυο αντιμαχόμενες πλευρές, αποτελεί τον κεντρικό άξονα της θεματικής των στίχων του Τριπολίτη, όταν αυτοί αναφέρονται στις ερωτικές διαπροσωπικές σχέσεις. Η γλώσσα του και σε αυτό το θέμα δεν διαφέρει από την τεχνοτροπία που εν γένει τον χαρακτηρίζει: τα αντικείμενα γίνονται σύμβολα, απουσιάζουν οι αφηρημένες έννοιες και γίνεται χρήση λέξεων που φαινομενικά δεν θα ταίριαζαν σε μια τέτοια θεματική κι όμως βρίσκουν απολύτως τη θέση τους μέσα σε αυτή.

 

«Ζω, μετά από σένα ζω»

Κατ’  αρχάς η θεματολογία των στίχων του Τριπολίτη μέχρι την έναρξη της συνειδητοποιημένης του περιόδου, δηλαδή στη χρονολογία-ορόσημο, 1981, όταν και κυκλοφορούν πέντε δίσκοι που τον (αυτό)προσδιορίζουν, έχει ένα σχεδόν αποκλειστικά αισθηματολογικό πυρήνα –αν εξαιρέσουμε την παρουσία του στο δίσκο του Χάρυ Κλυνν, «Για δέσιμο» (1979)- ικανοποιώντας τις ανάγκες των τραγουδιών. Ακόμα και αν σχεδόν στο σύνολό τους τα έχει αποκηρύξει, μπορεί κανείς σε αυτά να εντοπίσει αποσπασματικά  και εν σπέρματι την εξέλιξη της στιχουργικής του. Έτσι, σε ένα από τα πρώτα τραγούδια του, το 1977, γράφει: «Μα εγώ έχω στην καρδιά μου σίδερο/ κι ένα βραχνά απόψε ανήμερο./ Ποια είμαι και τι θέλω ξέχασα,/ μονάχα σκέφτομαι που σ’ έχασα» («Ποια είμαι και τι θέλω») εμφανίζεται δηλαδή αυτή η ελαφράδα και αμεσότητα της αποτύπωσης των ερωτικών σχέσεων μολονότι στους δυο πρώτους στίχους είναι πιο «ποιητικός». Την ίδια αίσθηση αποκομίζει κανείς και από το τραγούδι τού 1979, «Δυο νότες από τον Σοπέν», όπου συνδέει εντέχνως την πρόβα μιας μουσικής μπάντας με το ερωτικό του αίσθημα: «Μια μπάντα επαρχιακή έκανε πρόβες σ’ ένα ματς / Έφτανε από μακριά σε μας παράτονη μουσική / Η αποθήκη όλο σκουριά, τα ρούχα μας σ’ ένα καρφί / Λαχτάρα μου ήσουνα κρυφή, η ανάσα σου ήτανε βαριά / Δυο νότες από τον Σοπέν / κι ένα ξεκούρντιστο βιολί/ “Τι κρύο που ’ναι το φιλί” / τα χείλη σου μου λεν». Η αποτύπωση των χωρισμού είναι έντονη σε αυτή τη στιχουργική του περίοδο. Ενδεικτικά: «Θα φύγω όταν κοιμάσαι / Τα δάκρυα μην δεις / αντίο δίχως να μου πεις / Δε θέλω να θυμάσαι και ούτε να σκεφτείς/ Πως έφταιξε απ τους δυο κανείς» (Θα φύγω όταν κοιμάσαι) όπως και η «αναγέννηση» της ηρωίδας -στο πιο γνωστό από τα τραγούδια αυτής της περιόδου το», το «Ζω»: «Ζω, μετά από σένα ζω,/ μπορώ και ξαναζώ,/ μονάχη συνηθίζω/ τον κόσμο ν’ αντικρίζω/ σε σπίτι αδειανό. Από τον ίδιο δίσκο «Εικόνες» (1979) με συνθέτη τον Γιώργο Χατζηνάσιο και ερμηνεύτρια τη Δήμητρα Γαλάνη, είναι και το ακόλουθο: «Είναι πληγή η αγάπη μου/ και με πονάει όλη με/ είναι πληγή η αγάπη μου/ και την ζωή μου μόλυνε» εμφανίζοντας μια «λαϊκή» στιχουργική τεχνική στη βάση της ρίμας της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου: «Να σου δώσω  μια να σπάσεις α ρε κόσμε γυάλινε / και να φτιάξω μια καινούρια κοινωνία άλληνε» ή του Νίκου Γκάτσου: «Φύσα αεράκι, φύσα με / μη χαμηλώνεις ίσαμε», όπως και η επιρροή του Μάνου Ελευθερίου και του Δημήτρη Χριστοδούλου, όταν γράφει: «Ο κόσμος είναι όνειρο / και τ’ όνειρο είναι ψέμα / Η αγάπη μας ξεριζωμός / ορφάνια κι αναστεναγμό,/ λουλούδι μες στο ρέμα».

Διαβάστε περισσότερα