1.ΣΑΝ ΦΑΛΑΙΝΑ
Είμαι μέσα στο στομάχι της φάλαινας. Θα το λέμε κήτος για να ταιριάζει με τις γραφές. Έχω μαζέψει λογιών πράγματα και έχω προετοιμαστεί για την παλίρροια και άμπωτη. Το πουλάκι για τον καθαρισμό δοντιών το έχω βάλει μέσα σε κλουβί. Όταν είμαστε στα ανοιχτά και ακούω το κήτος να παραπονιέται. Ελευθερώνω το πουλί και όταν σταματάει το ταρακούνημα επιστρέφει ξανά στο κλουβί. Είμαι μέσα στην κοιλιά του κήτους και περνώ καλά. Διαθέτω κρεβάτι. Βιβλιοθήκη με βρεγμένα βιβλία. Ένα τραπέζι για να γράφω και να σβήνω όσα σκέφτηκα και το σημαντικότερο έχω πολυθρόνα και δορυφορικό ίντερνετ. Συνδέομαι σαν Ιωνάς. Αυτό από μόνο μου αρκεί.

2.ΓΚΟΥΛΑΓΚ ΚΑΙ ΝΤΑΛΣΤΡΟΙ
Σάββατο 8/5/2021
Είχαν αποφασίσει τον περιορισμό του στη φυλακή για κάτι μικρό, όπως οι αντιρρήσεις ιδεολογίας. Το επόμενο πρωί γκρέμισαν την πόρτα του σπιτιού. Τον σήκωσαν με τα σώβρακα και τη φανέλα. Έξω, είχε χιόνι μέχρι το γόνα κι εκείνος ανυπόδητος. Με κάποιον περίεργο τρόπο παρά τα βάσανα του, κατάφερε να επιβιώσει στα σιβηρικά στρατόπεδα, που διαχειριζόταν η Γκουλάγκ, τα προϊόντα εργασίας της οποίας εκμεταλλευόταν η Νταλστρόϊ. Μετέφερε βράχους ενός όρους προς τα δυτικά του στρατοπέδου. Όταν τελείωνε, τον ανάγκαζαν να μεταφέρει ξανά τους βράχους ανατολικά στην αρχική θέση του βουνού και το μαρτύριο του Άτλαντα ήταν διασκεδαστική ασχολία για τους αργόσχολους αξιωματούχους του Κόμματος. Έτσι, τον είχαν ονομάσει: Άτλαντα, που κουβάλαγε τους ουρανούς και τα ταβάνια του σοβιετικού συστήματος. Αν ο Άτλαντας έπεφτε, θα κατέρρεε και η ίδια η ΕΣΣΔ. Το γεγονός ότι ο αντιρρησίας συνείδησης τα κατάφερνε, ενώ όλοι οι προκάτοχοί του σωριάζονταν νεκροί ικετεύοντας λίγα ακόμα δευτερόλεπτα ζωής, δεν ήταν σημάδι μεταμέλειας, αλλά σπίθα ελπίδας. Θα τον τσάκιζαν στ’ αλήθεια.
Στην αρχή του πέταξαν κάτω από τη σιδερένια πόρτα του απομονωτηρίου ένα εγχειρίδιο με το θεωρητικό πλαίσιο του συστήματος. Με ένα πρόχειρο ξεφύλλισμα ανακάλυψε μία φωτογραφία του παιδιού του. Τότε μόνο, ο θάνατος άρχισε να ξεπροβάλλει σαν κρανίο στα ζυγωματικά του. Γέρασε μια ώρα αρχύτερα και η καμπούρα του, βουνό, που υψώθηκε νεκρός τιτάνας σε αιώνια θλίψη. Μα, πάλι, αν κοίταζες τα μάτια του είχαν μια μελένια ζέση και ψυχή σαν την καλοσύνη του Ηρακλή και τη δικαιοσύνη του Θησέα. Αυτό εξόργισε τους αξιωματούχους του συστήματος. Σύντομα, ο γέρος άρχισε να παραλαμβάνει φρικτά δέματα. Ανοίγοντας τα κουτιά ανακάλυπτε φωλιές από τυλιγμένα κομμάτια ρούχων. Μέσα στο αίμα ξεπρόβαλλαν μέλη του σώματος. Στην αρχή, τα μαλλιά της θυγατέρας με την κορδέλα των μαθημάτων πιάνου. Λίγες μέρες μετά, ακολούθησαν τα κουτιά με τις τρομερές οσμές. Τα δάκτυλα του σολφέζ, τα αυτιά της μουσικής, τα χείλια του τραγουδιού, τα παΐδια της αναπνοής. Ο γέρος -άψυχος- ένωνε τα κομμάτια του παιδιού του με στοργή πάνω στο λερό πάτωμα με τους αρουραίους και τα ζωύφια του Κόμματος. Προσπαθούσε -σαν να ήταν κάποιο λαϊκό παραμύθι η ζωή του- με γόους και δάκρυα στα μάγουλα να το επαναφέρει στη ζωή.
Κι όταν εν τέλει ασπάστηκε με τη βία την ιδεολογία του αίματος. Είδε για πρώτη φορά το παιδί ντυμένο με αυστηρή καπότα και δερμάτινα άρβυλα. Τίναζε από τους βραχίονες τη σκόνη του παρελθόντος. Στεκόταν μπροστά του τούμπανο και κλαρίνο, υποβάλλοντας αυτοματοποιημένο χαιρετισμό στη μαμά-κράτος.
Το μάτι ψυχρό, που ήταν το μόνο που δεν του είχαν στείλει με κουτί, δεν έβλεπε καν μπροστά του το ερείπιο του τρελού πατέρα…

3.ΤΟ ΕΜΦΡΑΓΜΑ ΤΟΥ ΘΕΙΟΥ ΚΩΣΤΑ
Πέμπτη 29/4/2021
Μια μέρα με τρικυμία, είχα πάει με τον Θείο Κώστα για ψάρεμα. Κι όπως είχαμε κάτσει με τις σαγιονάρες μας στην προκυμαία, μία ριπή ανέμου έκλεψε τις κίτρινες πλαστικές δικές μου με τους διάφανους φιόγκους. Βάλθηκε ο Θείος μου με πενταπλή πετονιά να κλέψει του ανέμου τα κλοπιμαία και να τα επιστρέψει στα χέρια μου, του κάκου όμως, η κακοκαιρία δυνάμωνε. Στο τέλος της πέμπτης μέρας της καταιγίδας, εμείς εκεί πείσμα στην καταρρακτώδη βροχή φορώντας μουσαμάδες παραμέναμε στο πόστο μας. Μπορεί αφάγωτοι και διψασμένοι να μην είχαμε πιάσει παρά ένα βρωμερό αφρόψαρο, ωστόσο ο θείος μου από την πρώτη κιόλας μέρα ανέσυρε απ’τον βυθό όλα τα ξεχασμένα παπούτσια αλλοτινών εποχών. Αυτοί που είχαν πνιγεί από τη θάλασσα, είχαν στα παπούτσια τους ένα σημαδάκι κάτω από την σκληρή σόλα, ότι κάποτε δηλαδή περπάτησαν στον Άδη. Αυτό το σημαδάκι το αναγνώρισα πάνω στο χέρι του θείου μου σα δερματοστιξία της φύσης, σαν προμήνυμα του Θεού, την ώρα που εκείνος αμέριμνος τράβαγε την πετονιά για να ανασύρει τα παιδιά του Ποσειδώνα, τα κήτη δηλαδή και τις φάλαινες σε μικρογραφία. Είχε ήδη ηχήσει η έκτη ώρα η απογευματινή και το σκουπιδιάρικο φόρτωνε τους κάδους από το απέναντι ταβερνείο. Ο Θείος ανέσυρε έναν τρικυμισμένο πλαστικό χαρταετό μ’ένα σιδερένιο κλειδί να κρέμεται από την καλούμπα και την ουρά του αετού. Δίστασα, αλλά δεν προειδοποίησα ποτέ τον Θείο για τον ακυρωτικό κεραυνό ενός αιφνίδιου θανάτου…

[Έκτοτε η Θεία μου τρελαμένη με τους αιφνίδιους και αδικαιολόγητους θανάτους τα βάζει με τον Θεό και την ίδια την φύση. Αδειάζει κάθε μέρα τα σημαδεμένα παπούτσια του Κώστα και το ίδιο βράδυ μετανοιωμένη βάζει τους Αιγύπτιους ψαράδες να της τα ψαρέψουν με δίχτυ. Μαζί με του Κώστα τα καλά υποδήματα ρίχνει και τα παπούτσια των πνιγμένων, εκεί που αξιωματικά ανήκουν: στον πυθμένα. Ευφραίνουν οι ψυχές και η θάλασσα την πληρώνει με μαρέα και παλίρροιες κυκλοθυμικές. Της στέλνει άμπωτη και πλημμυρίδα, ανάλογα αν θέλει να την καλέσει μέσα στα βράχια του βυθού ή να την γυρίσει στο σπίτι για να κάνει καυτές βεντούζες στην πλάτη…]

4.Ο Keith και ο Εργασιακός Τουρισμός
Σάββατο 8/5/2021
Είχε έρθει στην Ελλάδα για διακοπές. Τον έλεγαν Keith και ήταν πάντα μόνος. Ξεμπέρδεψε γρήγορα με τα μουσεία της Ακρόπολης και των Αθηνών. Κι τότε πήγε στην πιάτσα με τα τουριστικά μαγαζιά. Εκεί, παρατηρούσε τα εμπορεύματα, μα περισσότερο εντύπωση του έκαναν αυτοί που τα πωλούσαν. Έτσι, του καρφώθηκε στο μυαλό να βασανίσει τους υπαλλήλους καθήμενος μέσα στα μαγαζιά και σωριάζοντας όλη την πραμάτεια στο πάτωμα και στους πάγκους πώλησης, ζητώντας επιτακτικά λεπτομέρειες χρήσης, ιστορίας και εφαρμογής των αντικειμένων που σημείωνε σε ένα σημειωματάριο με καλοξυσμένο μολύβι σα να ήταν κάποιος ιδιότροπος επιθεωρητής της εμπορικής πολιτικής. Καθόταν εν ολίγοις μία με δύο ώρες και ξαφνικά χωρίς καμία προειδοποίηση έφευγε σα να είχε ραντεβού κάπου αλλού. Στις δύο βδομάδες που πέρασε στην Πλάκα κατάφερε να επισκεφτεί γύρω στα πενήντα μαγαζιά. Δίχως ποτέ να αγοράζει κάτι, κοροϊδεύοντας όμως πάντα την υπομονή και την ευγένεια των άλλων. Κι τότε σα να είχε φτάσει ο κόμπος στο χτένι, οι πωλητές δώσαν ο ένας στον άλλο σινιάλο για να διώξουν αυτό τον χλεχλέ, τον κοροϊδιάρη, που δεν ήξερε πως να ξεγελάσει τον χρόνο του. Τον πετούσαν έξω από τα μαγαζιά την τρίτη βδομάδα-με βρισιές πολλές φορές, διότι ο Keith επέστρεφε με αντανακλαστικά ελατηρίου, με τις ίδιες ερωτήσεις και απορίες σχετικά με την προέλευση του ελληνικού λιανικού εμπορίου. Αυτός λοιπόν ο βρετανός είχε απολαύσει πλήρως τον εργασιακό τουρισμό. Οι εμποροϋπάλληλοι και ειδικά οι κατασκευαστές καφέ και αφεψημάτων ήταν οι αγαπημένοι του. Ήταν για αυτόν αληθινά μουσεία εργασίας. Εκείνος, σωστός αποικιοκράτης χωρίς ανάγκη εργασίας, σπαταλούσε τα αποθέματα χρυσού και τα καταπιστεύματα της οικογενείας του, με το να ταξιδεύει από χώρα σε χώρα στον Φτωχό Νότο της ανέχειας. Φωτογράφιζε ξεδιάντροπα τους εργάτες, όπως κανείς απομνημονεύει τις πόζες θλιμμένων αγαλμάτων στις ξεχασμένες πλατείες της μεγαλούπολης, σαν αξιοθέατα. Ήταν οι προτομές των καφετζήδων πίσω από τον πάγκο εργασίας πολύτιμες γι’ αυτόν ίδια κεφαλές του Ερμή σε μαρμάρινες βάσεις. Του άρεσε να βλέπει τους πωλητές με τις πιασμένες γάμπες να τρέμουν από την ορθοστασία. Σκάλιζε με τις ώρες μαρμάρινα γλυπτά μέσα στη μνήμη του με πρώτη ύλη την κατάπτωση ανθρώπων του μεροκάματου. Ήθελε να βλέπει τους εργάτες να βαστάνε κουρασμένη την πλάτη τους στον τοίχο, όπως ο Ηρακλής του Λύσιππου που συγκρατούσε το κουρασμένο του γιγάντιο κορμί πάνω σ’ ένα κορμό ελιάς που είχε κρεμάσει τη λεοντοκεφαλή του…

5.ΓΡΑΙΔΙΟ ΡΑΝΙΑ
Σάββατο 8/5/2021
Όλη μέρα καθισμένη σε μια πολυθρόνα διάβαζα. Το βράδυ απ’ όλη τη γειτονιά μόνο το δικό μου καντήλι έκαιγε με επιμονή παράγοντας σοφίας τεχνάσματα και φλύαρες λογοδιάρροιες. Έβγαινε με αγωνία την επομένη η Ράνια το γραΐδιο και φώναζε της μάνας μου που δεν έζησε ποτέ εδώ. Τι έγινε έγραψε ποιήματα; Τα δημοσίευσε πουθενά; Ή…; Και κούναγε το κεφάλι της, γιατί ήξερε ήδη ότι η απάντηση περιεχόταν στον τελευταίο διαζευκτικό όρο. Κουνούσε ακόμα πιο πολύ το κεφάλι, όταν έβλεπε το σουλούπι μου από το παράθυρο. Βυθισμένο μέσα στην ίδια πολυθρόνα να διαβάζει και να γράφει. Ξαναερχόταν την επομένη και έβριζε το τρελό γραΐδιο: «Αυτή άντρα και παιδί δεν έχει; Τι τους ταΐζει; Ποιος τους μαγειρεύει και τους πλένει;» Μα ήξερα εγώ να την ξεγελώ. Είχα φτιάξει με τον νου μου καρικατούρα του εαυτού μου ίδια χάρτινη σαν του καραγκιόζη και την είχα κολλήσει πάνω στο τζάμι με τρόπο να φαίνεται ότι κάθεται πάντα στο ίδιο σημείο -ίδια προτομή ασάλευτη του Παλαμά στην οδό Ακαδημίας. Ο γήινος και χωμάτινος εαυτός μου, έτρεχε, έπεφτε και έκοβε λαχανικά. Το μυαλό μου, όμως, πάντα ήταν εκεί στη βιβλιοθήκη και στις αδειανές σελίδες, που καρτερικά γύρευε λέξεις για να τις γεμίσει με νοήματα. Από τη Ράνια έγινε γνωστό ότι στη γειτονιά υπάρχει συγγραφέας, που όλο γράφει και διαβάζει, μα ούτε ένας δεν έχει διαβάσει και ακούσει ένα δείγμα δουλειάς μου. Μήτε τους διάβαζα, μήτε απάγγελνα, μήτε δημοσίευα στις τοπικές εφημερίδες του νησιού. Κι αφού ούτε δικό μου βιβλίο έκαμα, κέρδισα ωστόσο αυστηρή αναγνώστρια τη Ράνια που με διάβαζε με το κοφτερό της μάτι σαν ανοιχτό βιβλίο. Ύστερα, σαν αρχαία ραψωδός πάνω στη βακτηρία της με διαλαλούσε κεφάλαιο-κεφάλαιο και ραψωδία-ραψωδία, με επωδό τις βρισιές προς το άτομό μου που απάγγελνε με στόμφο και τραγουδιστή φωνή σε κάθε σπίτι και γωνιά σε κάθε σοκάκι με γιαγιά. Κι έγινα έτσι ένας γυμνός μύθος της Κούλουρης, της γεροντοκρατίας, του κουτσομπολιού και της αιώνιας ανυπαρξίας.

6.Ο Άνθρωπος του Ύπνου
1/5/2021
Την παλαιά εποχή τα κουνούπια ήταν διαφορετικά. Αν ήθελες να τα βρεις να τα συνθλίψεις, εκείνα καρτερικά υπέμεναν τον Γολγοθά τους, θεωρώντας μάλιστα τον μαρτυρικό τους θάνατο, τελολογικό σημείο και δώρο θεού.
Σήμερα, τα κουνούπια έχουν μια καλλιεργημένη πονηρία. Μαθημένα στο αροξόλ εξελίχθηκαν γενεαλογικά. Σε ανθεκτικές μυγοσκοτώστρες με ηλεκτροφόρο ρεύμα εναντιώθηκαν υιοθετώντας ένα καμουφλάζ σε σκούρες επιφάνειες που εξαφανίζει τη μορφή τους. Είναι αδιάφορα στα υπνωτικά που αναδύονται από θερμασμένες πλακέτες στην πρίζα. Συνήθως, είναι καλά κρυμμένα στις μονιές τους και κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου. Μάλιστα, επιδεικτικά κάθονται στο ταβάνι ανάποδα περιγελώντας τους πάντες στον ανάποδό τους κόσμο. Γλεντάνε να βλέπουν τα πρησμένα θύματα να χτυπιούνται και να οδύρονται μαύρα μεσάνυχτα. Νοιώθουν σαν το ασήμαντο τσιμπούρι που κάνει το λιοντάρι τον βασιλιά της Ζούγκλας να βογκάει και να χοροπηδάει στα δύο πισινά του πόδια για ψύλλου πήδημα.
Τα σημερινά κουνούπια ενεργούν υπολογιστικά, ύπουλα και καχύποπτα. Με το που θα δεχτούν το πρώτο ράπισμα, με στρατηγικούς ελιγμούς και παραπλάνηση αποφεύγουν κάθε μοιραία μάχη με ισχυρότερο εχθρό όπως ο ξύπνιος άνθρωπος που ονειρεύεται παχουλές αγελάδες. Αντιθέτως, όταν ο εχθρός κοιμάται από ανάγκη, τότε παύει η παντοδυναμία του. Θα τον χτυπήσουν ορδές κουνουπιών του Αμαζονίου την ώρα που είναι παντελώς απροετοίμαστος, δηλαδή στη μέση του ονείρου. Τότε, οι αγελάδες έχουν αρμεχθεί στο λίπος τους και αφυδατωμένες μασουλάνε στωικά τα αμπελόφυλλα του κοιμισμένου Διόνυσου σα να βρίσκονταν στα χωραφάκια του Νείλου των εξελληνισμένων αγροτών την εποχή των Πτολεμαίων. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή τα κουνούπια επιτίθενται με βομβαρδιστικά και μαχητικά -βελόνας και αγκαθιού- στα ζωτικά σημεία του κοχλία και του τύμπανου του αυτιού. Θα προτιμούν πάντα τα βρέφη από τους γέροντες. Θα χλευάζουν απονήρευτους τους προγόνους τους που θέλησαν να μοιράσουν δίκαια τη φύση -σε έντομα, θηλαστικά, πτηνά και ιχθύες. Ο κόσμος ανήκε μόνο στα έντομα, πανηγυρίζανε λοιπόν, τα σύγχρονα κουνούπια συστηματικά στο πιατάκι της γλάστρας, μην αμελώντας με το βραδινό πότισμα να πολλαπλασιάσουν το μοναδικό τους είδος σε εκκολαπτήρια τέλειας αφαίμαξης.
Και στόχος πάντα ο ίδιος. Οι γυμνές αδυναμίες του δέρματος. Σκοπός να εξαλειφθεί δια παντός ο Άνθρωπος του Ύπνου…

 

7.Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ΜΟΥ
2/5/2021
Πριν από τριανταπέντε χρόνια
Ο παππούς μου πριν πεθάνει και για διάστημα τριών μηνών, είχε αναθυμηθεί ιστορίες προ τριανταπενταετίας και αφορούσαν το σπίτι που είχε χτίσει ο ίδιος. Είχε από την άλλη τον γαμπρό του και του ζήταγε να γεννήσει στον αέρα της ταράτσας ένα δεύτερο πανομοιότυπο σπίτι για να του το χαρίσει. Κι όντως ο παππούς μου έχτιζε το πανομοιότυπο σπίτι του γαμπρού του, με τη διαφορά ότι μέσα θα ζούσε ο γαμπρός του και όχι ο ίδιος. Όσο το σπίτι ήταν γιαπί με τούβλα, ο γαμπρός πήγε και βρήκε τον παππού και του ζήτησε ταραγμένος, ότι για να δέσει το σπίτι πρέπει να μπει μέσα στα θεμέλια και να αγκαλιάσει τις σιδερόβεργες και τις κολώνες. Να αφήσει τους εργάτες να τον χτίσουν με τούβλα. Ο γαμπρός επιχειρηματολογούσε χαριτωμένα. Ούτως ή άλλως ο κόπος και το αίμα σου είναι, γιατί να μη ζεις μέσα του; Είναι ήδη στον νου σου, γιατί να μη δέσει με το σπίτι και το σώμα σου; Βρε, άντε, να χαθείς, του έκαμε. Ωστόσο λίγες μέρες μετά το καλοσκέφτηκε και συμφώνησε. Έτσι, ο παππούς ανέπτυξε μέσα του στις σωληνώσεις του εντέρου έναν πολύποδα καρκίνο. Ούτως ή άλλως θα τον σκότωνε ο καρκίνος, όπως και το ζωντανό θάψιμο του γαμπρού του. Ο παππούς όμως, βρήκε λύση και για αυτό. Έκοψε τα άρρωστα έντερα και τα επιμετάλλωσε με χαλκό. Ο γαμπρός χοροπηδούσε σαν κατσίκι που θα αποκτούσε ένα πρώτης τάξης διαμέρισμα με ανθρώπινες σωληνώσεις και αυτόνομο αποχετευτικό σύστημα.
Μετά από τριανταπέντε χρόνια
Αν και τον περίμεναν από μέρα σε μέρα να πεθάνει, ο παππούς μου ζούσε και βασίλευε. Όσο ο υπόλοιπος κόσμος πέθαινε αβέρτα από κοροναϊό, εκείνος είχε την πολυτέλεια να αργοσβήνει από βαθιά γηρατειά στα ενενήντα τέσσερα χρόνια και μέχρι πριν πέντε χρόνια είχε το δικό του ποδήλατο και βόλταρε στο νησί, έξω από το ΙΚΑ. Όσο για τον παππού και τον γαμπρό του, μετά από χρόνια διαφωνιών για το διαμέρισμα του γαμπρού, εν τέλει συμφιλιώθηκαν και έπαιζαν τάβλι μέχρι το τέλος του παππού. Και συχνότερα σκάκι και οι δύο ετοιμοθάνατοι έλεγαν ο ένας απέναντι στον άλλον. Ο οίκος μου εναντίον του δικού σου. Έτσι, πρώτος οίκος έπεσε ο οίκος του παππού από καρκίνο με μετάσταση στο αγύριστο κεφάλι του. Ενώ ο δεύτερος οίκος κατέρρευσε άθελά του -ένα μήνα μετά τον θάνατο του παππού μου- και στο σύντομο διάστημα των δέκα ημερών από πυρετό και βήχα της πανδημίας. Στο διαμέρισμα του γαμπρού, αυτό που ακούγεται σαν απόηχος από άλλες εποχές είναι ο ήχος που κάνει το αλογάκι πάνω στη σκακιέρα και άλλες φορές οι αποφασιστικές ζαριές και τα κοπανήματα της πούλιας, όταν έπαιρνε και τα σώβρακα του γαμπρού με τις τρομερές εξάρες που έφερνε σε πόρτες και πλακωτό το βρωμόχερο του παππού μου.

 

8-9.ΔΙΠΛΗ ΙΣΤΟΡΙΑ*
«Ένα φονικό έχει πάντα 2 θύματα και 2 φονιάδες.
Η κάθε πλευρά σκοτώνει με τον τρόπο της την άλλη»

ΟΙ ΔΙΔΥΜΕΣ

Οι δίδυμες. Τόσο ίδιες όσο μια σταγόνα νερό. Η μία ανέπνεε η άλλη εξέπνεε. Η μία λουζόταν η άλλη έπλενε. Όταν έπρεπε να διαλέξουν εποχές, η μία πήρε το χειμερινό και η άλλη το θερινό ηλιοστάσιο. Μαζί πλένανε ρούχα στο πλυσταριό και συναντούσαν τον άντρα στα μαύρα στο γηραλέο δέντρο της μηλιάς που σωπαίνει. Φίλαγε η μία και η άλλη σιωπούσε. Η μία αγκάλιαζε και η άλλη έγδυνε τον άντρα στα μαύρα.
Αυτός ήταν το μεσοδιάστημα τον ηλιοστασίων. Ήταν ο μάγος με το καπέλο. Μια μέρα τους έφερε έναν καθρέπτη και τους παρουσίασε έναν τρόπο να τις χωρίσει. Ήταν δίδυμες και αχώριστες από πάντα. Εκείνος ζήτησε να παντρευτεί όποια παραμείνει δίπλα του. Οι δίδυμες κοιτάχτηκαν και με νόημα έμεινε η μία. Η άλλη πέρασε και μπήκε μέσα στον καθρέπτη. Για μια στιγμή έστριψε και κοίταξε πρόσωπο με πρόσωπο την άλλη δίδυμη. Επιτέλους οι δίδυμες αποχωρίστηκαν και ο μάγος με το καπέλο έκλεισε τον καθρέφτη και τον πέταξε κάτω στο ποτάμι. Το ποτάμι πήρε τον καθρέπτη και τον ταξίδεψε μέσα από τα αναδυόμενα νερά σαν να ήταν πορτρέτο ακίνητο. Ωστόσο μέσα στον καθρέπτη συνέβαιναν περίεργα πράγματα. Άρχισε να μπαίνει αληθινό νερό μέσα στο καθρέπτη και η μία δίδυμη να πνίγεται. Εκείνη την ώρα η άλλη δίδυμη ζευγάρωνε με τον μάγο ακουμπισμένη πάνω στη γηραλέα μηλιά. Ο Μάγος σε κάποια στιγμή χαμογέλασε σκοτεινά και την έπιασε από το λαιμό για να τη στραγγαλίσει. Ο μάγος ήθελε να ξεκάνει τις δυο δίδυμες γι’ αυτό και τις ξεχώρισε σε πρώτη φάση…
Ταυτόχρονα πνίγηκαν οι δύο δίδυμες. Η μία μέσα στον πλημμυρισμένο καθρέπτη και η άλλη από τα διπλά χέρια του μάγου που σχημάτιζαν θηλιά γύρω από τον λαιμό της.
Από τότε για να θυμάται ο κόσμος την ιστορία των δύο νεκρών δίδυμων αφιέρωσαν μία πολύ μεγάλη μέρα για το θερινό ηλιοστάσιο και μία πολύ μεγάλη νύχτα για τη δίδυμη του χειμερινού ηλιοστασίου.

Ο ΜΑΓΟΣ

Ο δε Μάγος κατάφερε φυσικά να ξεφύγει με ένα ταχυδακτυλουργικό από τον μαινόμενο κόσμο που τον κυνήγαγε με αναμμένα δαδιά μέσα στις νύχτες. Περιπλανήθηκε επί πολλού δίχως να μπορεί ανακτήσει την παλιά του ηρεμία. Μια ηλιόλουστη μέρα σκόνταψε και κρεμάστηκε από τη θηλιά του φεγγαριού. Ο Μάγος εξαφανίστηκε για πάντα και το καπέλο του βρίσκεται ακόμα αναποδογυρισμένο στην κουφάλα της μηλιάς που βίαζε τις δίδυμες. Έχει γίνει πέτρινη πηγή τώρα το καπέλο και βγάζει μαύρο νερό με την μυρωδιά των εφηβαίων.
Οι διώκτες του τον κατηγόρησαν για διχασμένη προσωπικότητα για διπλή ζωή. Τα μάτια του τα χαν βγάλει αυτές, οι μέγαιρες ερωτευμένες δίδυμες. Έτσι τη μια μέρα αναγκαζόταν να βλέπει με το ένα μάτι της μίας και την άλλη με το μάτι της άλλης δίδυμης. Όταν ένοιωσε ότι τρελάθηκε αρκετά, αποφάσισε να πνίξει τον πόνο του στο νερό. Έτσι με ένα μαγικό, δηλαδή το μαγικό του καθρέπτη σκότωσε τη μια κόρη του στο ποτάμι -που γελάει- και ταυτόχρονα έπνιξε τις φωνές ενθουσιασμού της άλλης δίδυμης κόρης. « Είστε οι κόρες των ματιών» είπε «Μπορώ να σας βγάζω τα μάτια όποτε θέλω» συνέχισε.

Όταν έβγαλε τις κόρες από τη μέση έπαψε να είναι ενδιαφέρων. Έχασε θαρρείς τα δυο του πρόσωπα και ο κόσμος σα να θύμωσε γι’ αυτό και έκτοτε δεν ξαναγέλασαν με τα αστεία και τα μαγικά του κόλπα. Τον κυνήγησαν τόσο άγρια ώσπου τον κρέμασαν ημίγυμνο από την θηλιά του Ναού της Αγίας Δομηνίκης της Διπλής. Τον θάψανε ζωντανό αφού είχε βρει λύτρωση και όντας φυσιολογικός άνθρωπος. Όταν άφηνε την τελευταία του πνοή διαπίστωσε ότι ο παπάς και ο νεκροθάφτης ήταν οι δίδυμες μεταμφιεσμένες χωρίς κανείς να τις πάρει πρέφα. «Ώστε ζείτε άτιμες» είπε και οι δίδυμες του φάνηκαν ότι ξεκαρδίζονταν ολοκόκκινες.
Τον είχαν σκοτώσει για ένα φονικό και ένα έγκλημα που δεν είχε κάνει. Ο κόσμος φυσικά πίστεψε στην πρώτη ιστορία.
~
Αυτό που θα πρέπει να ξέρετε είναι ότι ο μάγος ήταν ο πατέρας τους, όπως μαγεύει ένας πατέρας τις κόρες του. Έγκλημα πάθους και αιμομιξία είπαν αλλά κανείς δε θα μάθει τι ακριβώς συνέβη…

ΤΕΛΟΣ

10.ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΠΟΛΙΤΕΙΑ
22.9.21
Κατεβαίνοντας αυτήν τη σκάλα στο βιβλιοπωλείο Πολιτεία νοιώθεις ένα βάρος στο στήθος, την ανάγκη να πιαστείς από το κάγκελο ή τον τοίχο που θα βαστάξει το σώμα. Μία αλλαγή επιπέδου σχετικά βίαιη, αν κρίνεις από την απότομη κλίση της κλίμακας. Αν είσαι νέος αυτό συμβαίνει φυσικά. Μπορείς με ευέλικτα λυγίσματα των γονάτων να επιταχύνεις την κατάβαση και με μικρή δυσκολία στην ανάβαση. Αν δεν είσαι όμως νιος, αυτό γίνεται αργά και με προσοχή. Τότε, δίνεται η προσοχή σ’ όλες τις λεπτομέρειες: τα αποτυπώματα από τις παλάμες άλλων πελατών, σταθερής πελατείας και μη.
Στο υπόγειο της πολιτείας θα έλεγες ότι είναι τρέλα να ρίξεις τόνους βιβλίων, εκεί που ίσως κάποτε να γίνει χείμαρρος ιδεών, αν πλημμυρίσει από τα στάσιμα νερά της βούλησης, της απραγίας, της κατάθλιψης. Αντιθέτως, στο υπόγειο της Πολιτείας βρίσκονται οι ανθοί της ελληνικής και ξένης διανόησης. Βρίσκονται τοποθετημένοι σε τάξη, ανάλογα με τη συνομοταξία και το γένος, ώστε να σωθούν από τον αστικό μύλο της Άνω Πολιτείας, το αστικό τοπίο της πυκνοκατοικημένης Αθήνας.
Η πολιτεία των βιβλίων στην Ασκληπιού και Ακαδημίας είναι το βαλσαμόχορτο και το νερό της λήθης, που απαιτείται για να μπεις στη σκοτεινή Νέκυϊα των νεκρών αφηγήσεων. Διότι όλα τα βιβλία είναι συμβάντα παρελθοντικής μεθόδευσης. Εκεί, βρίσκεις τους φίλους κλαμένους, σκεπτικούς, βωβούς. Άλλοι δίχως να σε γνωρίζουν, σου ζητούν ένα βαλς, άλλοι σε τρομάζουν, έτσι γιατί το μπορούν με τα γκροτέσκα πρόσωπά τους.
Όταν είναι η ώρα της αναχώρησης, της επιστροφής στον Άνω Κόσμο, έχεις το συναίσθημα ότι πήγες στο καλύτερο ουϊσκάδικο. Βέβαια για σένα ποτήρι δεν προσφέρθηκε, κι ούτε περίσσεψε για να πιείς, να δοκιμάσεις της τέχνης τη μέθη, της γνώσης τη μέθεξη. Μόνον ευφράνθηκες των ανθών το άρωμα, των αποδημητικών άκουσες το ταξίδι και του αποστακτηρίου ένοιωσες στο πετσί την τσίκνα.

ΤΕΛΟΣ

 

11.ΤΑ ΕΝΤΟΜΑ
Κράταγα την πεταλούδα, ήταν μέρα θαμπή.
Δεν αργούσε το βράδυ, γινόταν κατσαρίδα.
Αν την σκότωνα βράδυ, θα χανα για πάντα τη μέρα
Κ. Α. 19.7.2021

12.ΓΥΝΑΙΚΟΚΤΟΝΙΕΣ
Κάθε αστός άντρας σκέφτεται διαρκώς να πετάξει μια γυναίκα απ’ τα βράχια. δεν το έπραξε ποτέ -πλην εξαιρέσεων, γιατί ενώ είχε γυναίκες πολλές εν τούτοις δεν έβρισκε τη θάλασσα.
Όταν εν τέλει πήγε στη θάλασσα μόνος, πήρε νερό με τη βοήθεια τσίγκινου κουβά κι το έσκαγε στα βράχια με μίσος. Ίδια όπως συνθλίβεις ένα κεφάλι, μια ζωή, ένα όνειρο.
Αν τον είχες ρωτήσει ξανά πριν καμιά εικοσαριά χρόνια για αυτοκτονία ή για γυναικοκτονία, θα σου έλεγε ότι οι αμφικτιονίες είναι ιερό πράγμα εν μέσω φυλετικού πολέμου μιαν πρέζα ανακωχής.
Όταν τον ξαναρωτούσες τίνος το σώμα ήταν αυτό στη θάλασσα, εκείνος σήκωνε αδιάφορος τους ώμους και έλεγε ότι είναι εκείνη η αρχαία φάλαινα που αφήνει μια γυναικεία σκιά να πνίγεται στο κύμα…

13.ΔΕΝΤΡΑ ΑΝΕΜΟΓΕΝΝΗΤΡΙΕΣ
11.8.2021
Το αλογάκι πέρασε μέσα από την καυτή ανάσα της φωτιάς. Συνέχισε να περπατάει τρεκλίζοντας. Συνέχισε να κοντανασαίνει με πείσμα. Τώρα σέλα του ήταν ο πόνος και αναβάτης ο Χάρος. Με ένα δρεπάνι θέριζε του Αυγούστου ψυχοπονιάρικα δέντρα. Οι άντρες που αναγνώρισαν το θέαμα λακίσανε στην παραλία της Αγίας Άννας. Κάναν τις φούχτες τους βάρκες για να διασώσουν τα δάκρυα της Εύβοιας. Σειρήνες και ντουντούκες καλούσαν όσους αποξεχάστηκαν να παρακολουθούν την καύση των σπιτιών. Έπρεπε να αποφύγουν τη διαδρομή του αλόγου της φρίκης, να αποφύγουν την έλξη να χτενίσουν την πορφυρή γενειάδα της φωτιάς με το χτένι των δακτύλων. Το αλογάκι μοναχό του κατέβηκε κι αυτό αδύναμο και αποκαμωμένο στην αμμουδερή παραλία. Είπε «θέλω νερό» και η θάλασσα του έδωσε ξύδι. Είπε «πεινώ» και η γη του έδωσε καμένα βούρλα. Είπε «καιρός να αλλάξω ταυτότητα και από άτι των δασών να γίνω ιππόκαμπος των υδρόβιων ονείρων». Βυθίστηκε μέσα στη λησμονιά του Αυγούστου ως παράλογος φορέας ασχημοσύνης. Οι άνθρωποι κοιμήθηκαν για άλλη φορά στη μέση του δρόμου βάζοντας για ξυπνητήρι έναν ασύρματο με τον πρώτο λόγο του αρχιπύραρχου των λαγών. Κορόνα-γράμματα θα παιζόταν η φωτιά. Αν φύσαγε προς τη μεριά των καμένων, ευχής έργο. Αν έβρεχε θα το ονόμαζαν όνειρο ζωής και αναπάντεχη ευλογία. Η πραγματικότητα ήρθε σαν σάκος αντιπλημμυρικών έργων δεμένος πάνω στο μεταγωγικό γαϊδουράκι της κυβέρνησης. Δε φύσηξε εν τέλει προς τη μεριά των καμένων και η βροχή η τόσο ευλογημένη έπεσε σα μπόρα σε τόπους μακρινούς που η βροχή ήταν αχρείαστη ανάγκη. Η καμένη ελευθερία της ψυχής είπαν θα γινόταν αναδάσωση στα οικόπεδα με δέντρα-ανεμογεννήτριες.

14.MACINTOSH TOY 1984
Πριν πεθάνω είπα στο εγγόνι να με ποτίζει με κυνόροδο ανακατεμένο με ζαχαροκάλαμο. Οι Πέρσες θεωρούσαν ότι κάνει καλό στις πέτρες στα νεφρά και ότι ξεπετρώνει ακόμα και πτώμα. Και τι έκπληξη «ξύπνησα» μέσα σ’ αυτό το κείμενο. Και πως μοιάζει με κουτί το περίβλημα και πως γράφει με τα πλήκτρα που έχει μπροστά του σαν κλαβιέρα. Φέρνω ίδια ποντικός με καλώδιο και πρίζα. Η οικογένεια με φωνάζει ξανά «παππού» και όλο κολλάω και δεν καταλαβαίνω τι μου λένε. Το εγγόνι μου τραβάει την ουρά, η νύφη μου με ξεσκονίζει με πούπουλο και ο γιος μου τρομάρα του όλο reboot και reboot φωνάζει. Στο τέλος το εγγόνι μου δίνει να καταλάβω.
-Παππού θα σε θάψουμε απόψε στο γκαράζ…

 

15.ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΟΥ ΓΚΡΙ
Όταν γεννιόντουσαν οι φυλές του ανθρώπου Η άσπρη, η κίτρινη, η μαύρη, η κόκκινη, δεν καταγράφηκε ποτέ η γκρι φυλή η εξαφανισμένη. Ήταν άνθρωποι σπλαχνικοί, κλαίγαν να βλέπουν τους αδερφούς τους να αλληλοσπαράσσονται και τα δάκρυα τους τους οδήγησαν κοντά στην άγρια θάλασσα τη μοιρολογίστρα. Πέσαν μέσα στα κύματα να αφανιστούν, μα ο δημιουργός του σύμπαντος δεν τους άφησε. Τους μεταμόρφωσε σε δελφίνια. Έκτοτε οι γκρι άνθρωποι έχασαν τους ώμους, τα πόδια και τα χέρια. Απέκτησαν ένα τεράστιο στήθος και μυαλό. Απέκτησαν κι μια ουρά Νηρηίδας. Κολυμπούν συχνά κοντά στις έγχρωμες φυλές. Γυρεύουν τη συντροφιά, το παιχνίδι, τη φιλία.
Κι έτσι το γένος των γκρι ανθρώπων διασώθηκε κι δε ματαφάνηκε, ότι ήταν η γκρίζα φυλή και εκείνοι οι πρώτοι άνθρωποι των δακρύων….