Νικόλας Προδρόμου, «Τα Γάλατα»
13Φεβ
Το σπίτι μας -φαινομενικά- ήταν σαν όλα τα άλλα. Μονάχα λίγο (έως πολύ) μεγαλύτερο από τα γειτονικά, με έναν κήπο γεμάτο καρπούς και φρούτα του περασμένου αιώνα. Στο χολ, υπήρχε ένα πορτραίτο ενός άγνωστου άντρα που διψασμένα κατάπινε λίτρα ολόκληρα με γάλα. Αχόρταγος, όπως ήταν, τα μουστάκια του άντρα αυτού βάφονταν άσπρα, σαν τα κόκαλα ενός Αιθίοπα που λιμοκτονεί για μια μόνο σταγόνα. Τα βράδια ξάπλωνα και ονειρευόμουν τα γάλατα να στάζουν απ΄ το στόμα μου και να λερώνουν τα σεντόνια. Κι έτσι ψιθύριζα στον ύπνο μου για όνειρα λαίμαργα, όνειρα.
Σε ηλικία εννιά ετών, οι φίλοι με φώναζαν «γατί», εξαιτίας της αγάπης που έτρεφα για τα γάλατα παντός ειδών. Γάλα καρύδας, γάλα καμήλας, γάλα εβαπορέ και η λαιμαργία δεν είχε τελειωμό. Η μάνα μου, μια γυναίκα σαράντα ετών τότε, κληρονόμησε την περιουσία του πατέρα μου όταν εκείνος πέθανε σχετικά νωρίς από καρδία. Δεν την θυμάμαι να έκλαψε ποτέ μπροστά μας, παρά μόνο να μοιρολογεί μπροστά σε αδέρφια και γονείς του μακαρίτη. «Τι θα κάνω εγώ χωρίς το άλλο μου μισό; Πώς θα χαμογελάσω ξανά;», έλεγε και φώναζε, κι όμως μέσα από τιτάνιους αγώνες (και μέσα στις πανάκριβες, χειμερινές γούνες που αγόραζε) κατάφερε να λάμψει και πάλι το χειλάκι της. Έτσι, έχοντας στη διάθεση της μια περιουσία που πλέον αποκαλούσε δικιά της και μια άνεση καθώς δεν ανησυχούσε για μεροκάματα, μου αγόραζε και μου σέρβιρε με μια ευλάβεια, τα γάλατα που ζητούσα. Ένα ποτήρι γάλα μαζί με το πρωινό και ένα προτού πάω για ύπνο, λες και συναγωνιζόμουνα τον άντρα που τα έτσουζε στο χολ. Η μάνα μου έναν γιο είχε, για αυτό και φρόντιζε να προσέχει τον κανακάρη της μη τυχόν και του λείψει τίποτα. Όχι μόνο δεν στερήθηκα κάτι, αλλά είχα τα πάντα σε πλεονασμό, καταλήγοντας με αυτόν τον τρόπο να φτάσω τα 70 κιλά, σε ηλικία 12 ετών. Φράσεις όπως «μην πετάς το φαΐ σου, γιατί υπάρχουν παιδιά που πεινούν», τις άκουγα μονάχα απ’ τους γονείς των άλλων παιδιών και εγώ αναρωτιόμουν που είναι αυτά τα παιδιά που πεινούν, έχοντας την ανάγκη να ρουφήξω επιδεικτικά μπροστά τους μια ντουζίνα ποτήρια απ’ το ακριβότερο γάλα που είχαμε στο ψυγείο.
Διαβάστε περισσότερα








