Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Θωμάς Κ. Βαδικόλιας, Διήγημα

 

 

Είχε μια δουλειά και έπρεπε να κατέβει στη μεγαλούπολη. Προτού καν ξημερώσει, πήγε να προλάβει το λεωφορείο. Έξω νύχτα ακόμη, 10, το πολύ 15 άτομα, αυτοί που περίμεναν για να επιβιβαστούν. Κατά την επιβίβαση ο οδηγός όσο ήλεγχε τα εισιτήρια έλεγε και ξαναέλεγε “Ο καθένας να καθίσει στη θέση που αναγράφεται στο εισιτήριό του… Οι θέσεις γράφουν αριθμούς… ό,τι λέει το εισιτήριο… αλλιώς δεν πάμε πουθενά.”

Αυτό δεν φαινόταν να βγάζει και πολύ νόημα, ιδίως αν λάβουμε υπόψιν ότι οι επιβάτες προφανώς δεν έφταναν για να καλύψουν όλες τις θέσεις του λεωφορείου. Καθώς δεν υπήρχε κανένας ουσιαστικός λόγος να τηρηθεί αυτό το τυπικό, οι περισσότεροι λοιπόν κάθισαν όπου τους βόλευε, δίπλα στα παράθυρα, αφήνοντας αναμεταξύ τους αδειανές θέσεις…

Η ώρα ήταν 05.59. Έξω είχε σκοτάδι και χειμωνιάτικο κρύο. Ο οδηγός ξαναφώναξε: “Καθώς όλοι έχετε καθίσει στην θέση σας και καθώς ισχύει η αιτιακή αυτή συνθήκη, τώρα μπορούμε να ξεκινήσουμε.”

Το ρολόϊ έγραψε 06.00. Ο οδηγός πάτησε το φωτεινό κουμπί εκκίνησης, οι μηχανές πήραν μπρος, το λεωφορείο ξεκίνησε, όχι βέβαια επειδή είχε τηρηθεί η αυτή η τυπική, “λογικιστική” εντολή. Μάλλον προτεραιότητα είχαν πιο ρεαλιστικοί λόγοι.

 

Καθώς ταίριαζε το σακίδιό του στο διπλανό κάθισμα, πρόσεξε ότι, όπως κι αυτός, έτσι και οι περισσότεροι επιβάτες, προσπαθούσαν να βολευτούν και να νιώσουν άνετα.

Οι λάμπες στον εσωτερικό χώρο του λεωφορείου έσβησαν, και έτσι όσοι από τους επιβάτες ήθελαν, μπορούσαν να παρατηρήσουν έξω από τα παράθυρα, που χάραζε η καινούργια μέρα. Τα φυσικά απαλά, χρώματα, τόσο ευεργετικά για τον άνθρωπο, φέρνουν ηρεμία, ισορροπία και αρμονία.

Παρατήρησε σε κάποιους νέους συνεπιβάτες που κάθονταν παραδίπλα, χαμόγελο ηβικό, χνούδι, μαλλιά ξανθά σαν αύρα. Στιγμές ξενοιασιάς, αθωότητας και χαλάρωσης.

Κάποιοι έξω στο δρόμο καβγάδιζαν, για ποιό λόγο, ας πούμε πως δεν έχει σημασία… Ποίος θα έβρισκε το δίκιο του? Ο ισχυρός? Ο διεκδικητικός? Ο τίμιος?

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Νίκος Γύφτουλας, «Αποθήκη Υαλικών» [προδημοσίευση από τη συλλογή διηγημάτων «Αύριο είναι μονάχα Κυριακή»]

 

 

Ο Δημητρός, κομμουνιστής παλιάς κοπής, έζησε  τη ζωή του μαθημένος να κρύβεται. Μαθημένος στις εξορίες,  στα ξερονήσια, στις υποχρεωτικές παρουσίες στα αστυνομικά τμήματα, στις επισκέψεις στην  ασφάλεια, στις αθέατες και διακριτικές παρακολουθήσεις, πλησίαζε τα εβδομήντα  πια -αν δεν τα ‘χε ήδη πατήσει. Απ’ όλα αυτά, του ‘χε μείνει το χούι να κρύβεται. Να κρύβεται, ακόμα κι αν ήταν παρών. Παρών ανάμεσα στους άλλους.

Τελευταία του δοκιμασία, ήταν αυτή της Χούντας. Όμως είχε μάθει πια. Με τα χρόνια, έβαλε και κάτι λεφτουδάκια στην άκρη.  Αγόρασε ένα οικόπεδο. Έφτιαξε κι ένα σπίτι. Όχι από αντιπαροχή. Γωνιακό.  Δίπατο. Ήταν η εποχή της ανέγερσης.

Τον Δημητρό τον περιστοίχιζαν πρόσφυγες και επαρχιώτες. Οι επαρχιώτες, προέρχονταν από το ίδιο το σκληρό καλούπι της ιστορίας, από το οποίο όμως, οι περισσότεροι, ανήκαν στην «άλλη» πλευρά. Κατοχή, Εμφύλιος, Εσωτερική Μετανάστευση.  Ένας από αυτούς, ήταν ο Μιχάλης Καραβάς. Βαθιά αντικομουνιστής, ο Μιχάλης, ένιωθε πως ανήκε στους νικητές. Εν πάση περιπτώσει, πίστευε ακράδαντα πως ήταν ένα με τους «σωστούς», τους καθώς πρέπει νοικοκυραίους που ζουν χωρίς να δημιουργούν προβλήματα. Με αυτούς που σε κάθε περίσταση κοιτάζουν την αυλή τους.  «Τι τους πείραζε» η χούντα έλεγε και ξανάλεγε, κάθε φορά που του δινόταν η ευκαιρία: «Άμα δεν του πείραζες δεν σε πείραζαν… Άσε που έκαναν και έργα. Τη φρόντισαν τη χώρα».

Από την άλλη πάλι, η προσφυγιά. Τους «Αούτηδες», δύσκολα τους πλησίαζες. Πάντα ευγενικοί και ετοιμόλογοι στα προσχήματα, επιφυλακτικοί κι απόμακροι κατά βάθος. «Αουταραίους», τους αποκαλούσαν υποτιμητικά οι Ελλαδίτες. «Τι να περιμένεις από δαύτους….  Όλο, είχαμαν και είχαμαν».

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Μάρκος Αυρήλιος, «Τα εις εαυτόν» [Αποσπάσματα]

ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

1. Να λες στον εαυτό σου το πρωινό κάθε ημέρας: θα συναντηθώ με ανθρώπους πολυάσχολους, αχάριστους, αλαζόνες, δόλιους, φθονερούς, ακοινώνητους, όλα αυτά τους συμβαίνουν επειδή αγνοούν το καλό και το κακό. Εγώ όμως, που έχω εννοήσει την φύση του καλού, ότι είναι ωραίο, και τη φύση του κακού, ότι είναι άσχημο, όπως και τη φύση εκείνου ο οποίος έσφαλε, ότι είναι συγγενής μου όχι από το ίδιο αίμα ή σπέρμα αλλά από τον ίδιο νου και επειδή μετέχει του θεϊκού μέρους, δεν μπορώ να βλαφτώ από κανένα τους, διότι κανείς δεν μπορεί να με εμπλέξει στο άσχημο ούτε επίσης μπορώ να οργίζομαι με τον συγγενή μου ή να τον μισώ, διότι δημιουργηθήκαμε για να συνεργαζόμαστε, όπως τα πόδια, όπως τα χέρια, όπως τα βλέφαρα, όπως η πάνω και η κάτω οδοντοστοιχία, το να αντιμαχόμαστε λοιπόν ο ένας τον άλλον είναι παρά φύση και αντιμαχόμαστε όταν αγανακτούμε και νιώθουμε αποστροφή.

[…] 17. Της ανθρώπινης ζωής η διάρκεια είναι όσο μια στιγμή, η ουσία της ρευστή, η αίσθησή της θολή, το σώμα -από τη σύστασή τουέτοιμο να σαπίσει, και η ψυχή ένας στρόβιλος, η τύχη άδηλη, η δόξα αβέβαιη. Με δυο λόγια, όλα στο σώμα σαν ένα ποτάμι, όλα της ψυχής σαν όνειρο και σαν άχνη, η ζωή ένας πόλεμος κι ένας ξενιτεμός, η υστεροφημία λησμονιά. Ποιο είναι αυτό που μπορεί να μας δείξει τον δρόμο; Ένα και μόνο: η φιλοσοφία! Κι αυτό σημαίνει να φυλάμε τον θεό μέσα μας καθαρό κι αλώβητο, νικητή πάνω στις ηδονές και τους πόνους, να μην κάνουμε τίποτε στα τυφλά, τίποτε ψεύτικα και προσποιητά, να μην εξαρτιόμαστε από το τι θα πράξει ή τι δεν θα πράξει ο άλλος. Κι ακόμη, να αποδεχόμαστε όσα συμβαίνουν σαν κάτι που έρχεται κάπου από κει απ᾽ όπου έχουμε έλθει και εμείς· και πάνω απ᾽ όλα, να περιμένουμε τον θάνατο με γαλήνια διάθεση, θεωρώντας πως δεν είναι τίποτε άλλο παρά η διάλυση των συστατικών στοιχείων από τα οποία είναι συγκροτημένο κάθε ζωντανό πλάσμα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Μαργαρίτα Θεοδωράκη, «Αναμνήσεις ενός Κοριτσιού»,εκδ. Ιανός, 2021 (γράφει ο Διονύσης Καρατζάς)

Την Παρασκευή 1η Απριλίου πραγματοποιήθηκε στο Βραχάτι Κορινθίας, τον εμβληματικό τόπο κατοικίας του Μίκη, εκεί που συνέθεσε μεγάλα έργα όπως -μεταξύ άλλων- «Η Κατάσταση Πολιορκίας» και φιλοξενήθηκαν αρχηγοί κρατών και σπουδαίοι καλλιτέχνες, η παρουσίαση του βιβλίου της  που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΙΑΝΟΣ.

Στην αίθουσα «Μίκης Θοδωράκης» του ξενοδοχείου Αλκυών, σε μια λαμπρή εκδήλωση, οι ομιλητές Διονύσης Καρατζάς (ποιητής) , ο Βασίλης Κουμής (ποιητής), Αναστασία Βούλγαρη (θεατρική συγγραφέας – ποιήτρια), Γιώργος Μονεμβασίτης (Πολιτικός Μηχανικός, Κριτικός και Ιστορικός Μουσικής), μίλησαν για τον «Μίκη όλων των Έλληνων», ενώ αποσπάσματα του βιβλίου διάβασε ο Παναγιώτης Πετράκης.

Ακολουθεί αυτούσια η εισήγηση του Δονύση Καρατζά,  «Το κέντημα μιας ζωής» 

 

Αγαπητοί φίλοι, κυρίες και κύριοι

Με περιέργεια αγάπης διάβασα το βιβλίο της Μαργαρίτας-Ασπασίας Θεοδωράκη «Αναμνήσεις ενός κοριτσιού», από τις εκδόσεις ΙΑΝΟΣ.

Πέρασαν κιόλας 35 χρόνια από τον Αύγουστο του 1986, όταν γνώρισα τη Μαργαρίτα στο Βραχάτι. (Ήταν τότε που ξεκίνησε η συνεργασία μου με τον Μίκη Θεοδωράκη, που αποτυπώθηκε σε τέσσερις κύκλους τραγουδιών με ποίησή μου).

Η εικόνα που σχημάτισα γι’αυτή και με συνοδεύει μέχρι σήμερα, είναι ενός ανήσυχου και ευαίσθητου κοριτσιού. Αυτά τα στοιχεία του χαρακτήρα της καθορίζουν το περιεχόμενο και τη γραφή της Μαργαρίτας στο βιβλίο της, που παρουσιάζουμε απόψε εδώ στην πόλη σας, στο Βραχάτι. Το Βραχάτι, άλλωστε, από το 1964 έγινε η «αφετηρία μιας ολόκληρης ζωής με χαρές και λύπες και με τους καλύτερούς μου φίλους» (σελ. 75) γράφει η Μαργαρίτα και συμπληρώνει «Η γενιά μας συνεχίζει και κρατεί γερά στον τόπο αυτό» (σελ. 75).

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Κωνσταντίνος Λίχνος, «Ο φράχτης»

 

 

Μου συνέβη ένα περιστατικό τόσο αλλόκοτο πριν από μερικές μέρες, που αμφιβάλλω αν θα ‘χετε ματακούσει στη ζωή σας κάτι παρόμοιο. Το ξεκαθαρίζω εξαρχής όμως, δεν πρόκειται να το διηγηθώ όπως έγινε, είναι μεγάλη κουβέντα αυτή. Όπως το έζησα θα το μεταφέρω και όπως χαράχτηκε έπειτα στο μνημονικό το δικό μου. Η όλη ιστορία ξεκίνησε την περασμένη Τετάρτη, θα ‘ταν δεν θα ‘ταν οκτώ το πρωί, και ξεκίνησε με το ορμητικό κουδούνισμα του τηλεφώνου. Όταν σήκωσα το ακουστικό, βρήκα στην άλλη άκρη της γραμμής την γιαγιά Ευτέρπη, την μάνα του πατέρα μου, να ωρύεται εν εξάλλω. Από τις πρώτες τις λέξεις ένιωσα πως της είχαν κοπεί τα ύπατα απ’ την αγωνία, αλλά καθόλη την διάρκεια που μου εξιστορούσε το τι είχε συμβεί, ανάθεμά με κι αν καταλάβαινα τίποτα. Λες και μιλούσα με δέκα νοματαίους μαζί ήτανε, σαν να άκουγα ταυτόχρονα μιλήματα πολλά και κακό χαμό.

«Τρέξε στο χωριό λάλα μου. Θα πάνε χαμένα τα κόπια του παππούλη σου. Χτίσαν τη μάντρα μες τον κήπο μας και δεν έμεινε σταλιά μονοπάτι, εκεί που παλιά πέρναγε κατάφορτος γάιδαρος». Αυτά μου είπε αναστατωμένη, μα δεν είχα ιδέα τι εννοούσε. Ούτε ποιοι χτίσανε και τι κατάλαβα, ούτε σε πιο γάιδαρο αναφερόταν. Άδικος κόπος αποδείχθηκε η προσπάθεια μου να την ηρεμήσω και να συνεννοηθώ. Αν δεν δρούσα όμως, θα πηγαίναν χαμένα του παππού μου τα κόπια, αυτό είχε σημασία μονάχα. Και ποιος, στην οικογένεια μας ολάκερη, μπορεί να παραβλέψει τον αγώνα που έδωκε ο παππούς Κωνσταντής για να μεγαλώσει αξιοπρεπώς κοπέλες τέσσερις και τρία παιδιά; Το σίγουρο ήταν πως είχε σημάνει συναγερμός, κι αν χρειαζόταν να μαντέψω, θα υπέθετα πως κάποιος γείτονας καταπατούσε την γη μας· κι έπρεπε τώρα να παρουσιαστώ εγώ στο χωριό για να διευθετήσω τα πράγματα. Να μου πει περισσότερα η κυρά Ευτέρπη μήτε μπορούσε μήτε ήθελε, θα μου εξηγούσε είπε όταν θα σμίγαμε.

Η διαβίωση μας στο χωριό ήταν εξαρχής μια μπερδεμένη υπόθεση. Το σπίτι μας το ‘χαμε αγορασμένο απ’ τον μπαρμπα Θόδωρα, τον περπατημένο. Έναν γεροντοπαλικαρά που ο κόσμος έλεγε πως είχε στεφανωθεί στα ξένα, μα η νύφη γρήγορα τον παράτησε. Αφού δεν είχε κάνει παιδιά και τη λεγάμενη δεν την είχε δει κανένας ποτέ, παρίστανε ύστερα τον ανύπαντρο· έτσι έλεγε ο κόσμος τουλάχιστον. Μα ποιος θα μπορούσε να πει αν τίποτα απ’ όλα αυτά ήταν αλήθεια, ποιος ξέρει στην τελική τι είναι κακοήθεια και τι πραγματικό γεγονός; Το μόνο σίγουρο είναι, πως όταν αποκτήσαμε εκείνο το σπίτι ήταν μοιραίο να αγοράσουμε μαζί και τους γειτόνους του.

Διαβάστε περισσότερα