Είχε μια δουλειά και έπρεπε να κατέβει στη μεγαλούπολη. Προτού καν ξημερώσει, πήγε να προλάβει το λεωφορείο. Έξω νύχτα ακόμη, 10, το πολύ 15 άτομα, αυτοί που περίμεναν για να επιβιβαστούν. Κατά την επιβίβαση ο οδηγός όσο ήλεγχε τα εισιτήρια έλεγε και ξαναέλεγε “Ο καθένας να καθίσει στη θέση που αναγράφεται στο εισιτήριό του… Οι θέσεις γράφουν αριθμούς… ό,τι λέει το εισιτήριο… αλλιώς δεν πάμε πουθενά.”
Αυτό δεν φαινόταν να βγάζει και πολύ νόημα, ιδίως αν λάβουμε υπόψιν ότι οι επιβάτες προφανώς δεν έφταναν για να καλύψουν όλες τις θέσεις του λεωφορείου. Καθώς δεν υπήρχε κανένας ουσιαστικός λόγος να τηρηθεί αυτό το τυπικό, οι περισσότεροι λοιπόν κάθισαν όπου τους βόλευε, δίπλα στα παράθυρα, αφήνοντας αναμεταξύ τους αδειανές θέσεις…
Η ώρα ήταν 05.59. Έξω είχε σκοτάδι και χειμωνιάτικο κρύο. Ο οδηγός ξαναφώναξε: “Καθώς όλοι έχετε καθίσει στην θέση σας και καθώς ισχύει η αιτιακή αυτή συνθήκη, τώρα μπορούμε να ξεκινήσουμε.”
Το ρολόϊ έγραψε 06.00. Ο οδηγός πάτησε το φωτεινό κουμπί εκκίνησης, οι μηχανές πήραν μπρος, το λεωφορείο ξεκίνησε, όχι βέβαια επειδή είχε τηρηθεί η αυτή η τυπική, “λογικιστική” εντολή. Μάλλον προτεραιότητα είχαν πιο ρεαλιστικοί λόγοι.
Καθώς ταίριαζε το σακίδιό του στο διπλανό κάθισμα, πρόσεξε ότι, όπως κι αυτός, έτσι και οι περισσότεροι επιβάτες, προσπαθούσαν να βολευτούν και να νιώσουν άνετα.
Οι λάμπες στον εσωτερικό χώρο του λεωφορείου έσβησαν, και έτσι όσοι από τους επιβάτες ήθελαν, μπορούσαν να παρατηρήσουν έξω από τα παράθυρα, που χάραζε η καινούργια μέρα. Τα φυσικά απαλά, χρώματα, τόσο ευεργετικά για τον άνθρωπο, φέρνουν ηρεμία, ισορροπία και αρμονία.
Παρατήρησε σε κάποιους νέους συνεπιβάτες που κάθονταν παραδίπλα, χαμόγελο ηβικό, χνούδι, μαλλιά ξανθά σαν αύρα. Στιγμές ξενοιασιάς, αθωότητας και χαλάρωσης.
Κάποιοι έξω στο δρόμο καβγάδιζαν, για ποιό λόγο, ας πούμε πως δεν έχει σημασία… Ποίος θα έβρισκε το δίκιο του? Ο ισχυρός? Ο διεκδικητικός? Ο τίμιος?
Το λεωφορείο συνέχισε. Κοίταξε ξανά έξω από το παράθυρο: Kάτω από τον ξάστερο καθαρό χειμωνιάτικο ουρανό, η πόλη σιγά σιγά άρχιζε να αποκτάει κίνηση και πρωινό ρυθμό. Οι κάτοικοι ξυπνούσαν και ο καθένας ξεκινούσε να πάει στη δουλειά του. Κάθε μέρα μεταξύ τους, πολλοί συναντιόντουσαν, οι ίδιοι με τους ίδιους, στο λεωφορείο, στην ουρά, στο φούρνο, στο καφέ, σκεφτικοί και σκυθρωποί, χωρίς ποτέ να έχουν ανταλλάξει ούτε μία κουβέντα, ούτε μία καλημέρα. Ο καθένας είχε μάθει να ακολουθεί το δικό του δρόμο μέσα στον κόσμο. Μέσα στον κόσμο με τη μοίρα κοινή.
Από τα μπροστινά καθίσματα, ένα παιδάκι γύρισε για λίγο, τον κοίταξε, και αφού του χαμογέλασε, ξανακάθισε στη θέση του.
Αποκοιμήθηκε για λίγα ώρα και όταν ξύπνησε, πλέον είχε βρεθεί σε μέρος άλλο, μελλοντικό: Βρισκόταν σε ένα υπερσύγχρονο και φουτουριστικό τρένο. Κοίταξε τριγύρω του: Στις κοντινές του θέσεις, βρίσκονταν νέοι, όλοι διασυνδεμένοι με φανταχτερές οθόνες. Άλλοι κρατούσαν οθόνες όπου αναβόσβηναν λάμψεις σε χρώματα, νέον, υπερμοντέρνα, εκτυφλωτικά, τόσο γοργά, που δεν καταλάβαιναν τι έβλεπαν. Άλλοι φορούσαν ειδικές μάσκες σαν γυαλιά κι από εκεί συνδέονταν εκστασιασμένοι με εικονικά περιβάλλοντα. Από ειδικά βιοεμφυτεύματα αντλούνταν από αυτούς δεδομένα, τα οποία καταλλήλως κωδικοποιημένα, μεταφράζονταν σε επιθυμίες άλλων αντί άλλων, σε σκέψεις που τείνουν προς σκοπό, σε πράξεις που πετυχαίνουν το σκοπό, οι επιθυμίες, οι σκέψεις και οι πράξεις να εξουσιάζονται και παρ’ όλα αυτά να βιώνονται σαν απελεύθερες!
……………….
Η επιβατική υπερταχεία διέσχιζε τώρα κάμπους και βουνά με χρώματα απαλά, μπεζ, κρεμ, γήινα, χορτάρι, πάχνη, τόσο όμορφα που μόνο σε φυσικό τοπίο μπορεί κανείς να τα δει. Τόσο όμορφα κι όμως απλά, που στη σημερινή εποχή, ίσως από πολλούς σύγχρονους να θεωρούνται και ξεπερασμένα.
Απ’ το παράθυρο του τρένου, ανάμεσα απ’ το άνοιγμα των βουνών, το βλέμμα μπορούσε να ταξιδέψει πέρα μακριά στον ορίζοντα, όπου μπροστά από τον ήλιο απλωνόταν καλοσχηματισμένο σαν πέπλο θαμπό, ένα αραιωμένο σύγνεφο, συνεχές, σχεδόν αδιαόρατο.
Έτσι λοιπόν, μέσα απ’ αυτό το θαμπό πέπλο χρυσοασημένιας ομίχλης, μπορούσε κάποιος εύκολα να παραπλανηθεί και να νομίζει ότι ζει τα όνειρά του. Δηλαδή, να μην μπορεί να ξεχωρίσει το πραγματικό από το φανταστικό.
Όμως έπειτα από λίγο η ομίχλη καταλάγιασε, σκόρπισε και απλώθηκε πάνω από την πεδιάδα.
__________
Άλλοτε πέρα στην πλαγιά ανθοβολούσε η φύση, με θάμνους και δέντρα γεμάτα καταπράσινα φύλλα. Όμως αυτήν την εποχή του χρόνου, καιροί πολυτάραχοι, με αναβρασμό πολιτικό και διαβουλεύσεις για το μέλλον της δημοκρατίας, αυτήν την εποχή λοιπόν, ομίχλη σκέπαζε πέρα την πλαγιά.
Η ομίχλη καθώς είχε σκεπάσει το δάσος, είχε πάρει τη μορφή του. Με αποτέλεσμα στους επιβάτες να μην υπάρχει πλέον σιγουριά, αν τελικά υπάρχει δάσος.
Από τα ηχεία του λεωφορείου αρχίνησε να παίζει ένα παιδικό εκδρομικό τραγουδάκι:
“Τι ωραία που είναι να ξεχνιέσαι σε ειδυλλιακά χρώματα,
να ταξιδεύεις σε μέρη φανταστικά,
να ξεφεύγεις από την πραγματικότητα
(χωρίς κόπο, χωρίς μόχθο)
για να απολαύσεις, αρκεί λίγο να χαλαρώσεις”
Από το σκιερό δάσος ξεπρόβαλλαν σαν ουρές, πότε κορυφές από δέντρα και πότε άμορφα τούλια από ομίχλη.
……………………
1.
Σ’ όλη τη διαδρομή, για πολλή ώρα, στα μπροστινά καθίσματα, ένας ηλικιωμένος κύριος είχε πιάσει κουβέντα με μια κυρία που κάθονταν απέναντί του, όμως δεν ακούγονταν ως εδώ. Τώρα που οι επιβάτες αποβιβάζονταν περνώντας από κοντά τους, από τα συμφραζόμενα κατάλαβε ότι ο ηλικιωμένος κύριος είχε πάει στη μεγαλούπολη μεταξύ των άλλων και για λόγους υγείας, ό,τι είχε μεγάλη αναμονή μέχρι να δει τον γιατρό, πού να του φτάσει η σύνταξη, τα φάρμακα κοστίζουν… ότι δούλεψε με ιδρώτα τόσα χρόνια στα χωράφια, τότε που η δουλειά του αγρότη είχε αξία … τότε που στο χρυσό στάχυ, με ιδρώτα κόπου, ήλιος αγάλι (ηρεμία), των απλών ανθρώπων οι κόποι μιας ζωής.
2.
Πιο κάτω ένα ζευγάρι νέων… Αυτή φοιτήτρια στο πτυχίο, αυτός, είχε δύο χρόνια που τελείωσε κι έψαχνε δουλειά, έτρεχε με ότι έβρισκε, πού να βρει δουλειά με τέτοια ανεργία… Οι νέοι που αν αντικρίσεις το βλέμμα τους, μπορεί, σαν είσαι τυχερός, να σου φανερωθούν αυλάκια ονείρων που ανθίζουν μόνο στα νοερά.
3.
Κι ένας μεσήλικας, είχε πάει στην μεγαλούπολη για δουλειά, και γυρνώντας σπίτι του όταν βράδιαζε, πριν το γέυμα θα έβαζε στη σειρά λογαριασμούς… χρέη, έξοδα, υποχρεώσεις,
θα γραφε, θα ‘σβηνε και θα ξανάγραφε…
Και ύστερα? θα ξημέρωνε το πρωινό.
Να βρει τον καθένα και όλους μαζί
στις δουλειές τους,
άλλος να ζυμώνει ψωμί, να φυτεύει ελιές,
να κάνει αγροτικές εργασίες,
να χτίζει, να οικοδομεί
…Και για άλλους, καθώς ξημερώνει, τα όνειρα σφυρίζουν κάπως διαφορετικά…
Οι κρουπιέρηδες στραγγίζουν την αδρεναλίνη,
οι καθαρίστριες στα φτηνά ξενοδοχεία, πλένουν τα σεντόνια με τα μπαγιατιασμένα αρώματα,
άλλοι ξεμένουν στα μπαρ της ζάλης, της παρακμής και του καπνού,
και εκτός από τα γραφεια, σαν ψυχιατρεία με όλα τα κομφόρτ,
Άλλοι ζητιάνοι πραγματικοί, επαίτες στα προάστια μεγαλουπόλεων,
ναρκομανείς, βαποράκια, εκδιδόμενες, σύγχρονοι δουλέμποροι,
πρόσφυγες που έρχονται από την αγριεμένη θάλασσα…










Ο οδηγός ξαναφώναξε: “Καθώς όλοι έχετε καθίσει στην θέση σας και καθώς ισχύει η αιτιακή αυτή συνθήκη, τώρα μπορούμε να ξεκινήσουμε.”
Να υποθέσω ότι ο οδηγός ήταν απόφοιτος ΑΕΙ ;