Ο Δημητρός, κομμουνιστής παλιάς κοπής, έζησε  τη ζωή του μαθημένος να κρύβεται. Μαθημένος στις εξορίες,  στα ξερονήσια, στις υποχρεωτικές παρουσίες στα αστυνομικά τμήματα, στις επισκέψεις στην  ασφάλεια, στις αθέατες και διακριτικές παρακολουθήσεις, πλησίαζε τα εβδομήντα  πια -αν δεν τα ‘χε ήδη πατήσει. Απ’ όλα αυτά, του ‘χε μείνει το χούι να κρύβεται. Να κρύβεται, ακόμα κι αν ήταν παρών. Παρών ανάμεσα στους άλλους.

Τελευταία του δοκιμασία, ήταν αυτή της Χούντας. Όμως είχε μάθει πια. Με τα χρόνια, έβαλε και κάτι λεφτουδάκια στην άκρη.  Αγόρασε ένα οικόπεδο. Έφτιαξε κι ένα σπίτι. Όχι από αντιπαροχή. Γωνιακό.  Δίπατο. Ήταν η εποχή της ανέγερσης.

Τον Δημητρό τον περιστοίχιζαν πρόσφυγες και επαρχιώτες. Οι επαρχιώτες, προέρχονταν από το ίδιο το σκληρό καλούπι της ιστορίας, από το οποίο όμως, οι περισσότεροι, ανήκαν στην «άλλη» πλευρά. Κατοχή, Εμφύλιος, Εσωτερική Μετανάστευση.  Ένας από αυτούς, ήταν ο Μιχάλης Καραβάς. Βαθιά αντικομουνιστής, ο Μιχάλης, ένιωθε πως ανήκε στους νικητές. Εν πάση περιπτώσει, πίστευε ακράδαντα πως ήταν ένα με τους «σωστούς», τους καθώς πρέπει νοικοκυραίους που ζουν χωρίς να δημιουργούν προβλήματα. Με αυτούς που σε κάθε περίσταση κοιτάζουν την αυλή τους.  «Τι τους πείραζε» η χούντα έλεγε και ξανάλεγε, κάθε φορά που του δινόταν η ευκαιρία: «Άμα δεν του πείραζες δεν σε πείραζαν… Άσε που έκαναν και έργα. Τη φρόντισαν τη χώρα».

Από την άλλη πάλι, η προσφυγιά. Τους «Αούτηδες», δύσκολα τους πλησίαζες. Πάντα ευγενικοί και ετοιμόλογοι στα προσχήματα, επιφυλακτικοί κι απόμακροι κατά βάθος. «Αουταραίους», τους αποκαλούσαν υποτιμητικά οι Ελλαδίτες. «Τι να περιμένεις από δαύτους….  Όλο, είχαμαν και είχαμαν».

Η Χούντα μπορεί να ήταν παρελθόν, τα βιώματα όμως ήσαν ακόμα νωπά.  Ο κόσμος, κρατούσε πισινή. Στα πρώτα χρόνια της αποκατάστασης της δημοκρατίας, δε μιλούσες εύκολα. Ειδικά αν ήσουν αριστερός. «Μη μιλάς. Να μην λες τις σκέψεις σου, να μην ξέρουν οι άλλοι τι πιστεύεις», θα μου ‘λεγε η μάνα μου αργότερα που θα ‘μπαινα στην εφηβεία, κάθε φορά που ξεσπάθωνα με ιδεολογίες και μπόλικες ορμόνες. «Ο κόσμος είναι κακός. Να ακούς, να ελίσσεσαι, να είσαι έξυπνος».  Αυτό το «έξυπνος», είχε μια ιδιαίτερη απόχρωση στην εποχή της. Σήμαινε να συμπλέεις, να αρπάζεις τις ευκαιρίες που σου δίνονταν δίχως να σε μαθαίνουν οι άλλοι.

Ο Δημητρός ήταν άνθρωπος της Γειτονιάς.  Για κάμποσα χρόνια, δούλεψε σε μια αποθήκη υαλικών,  χωμένη μέσα σε έναν παράδρομο, χαμηλά στην Καλλιθέα. Αρχιτεχνίτης. Πάντα επιμελής. Μια κακή στιγμή, είχε σαν αποτέλεσμα να χάσει το πάνω μέρος από τον έναν του δείκτη. Λίγο πριν να βγει στη σύνταξη, έμαθε πως στη βιοτεχνία, είχαν παρεισφρήσει στοιχεία της ασφάλειας που παρίσταναν το προσωπικό. Από εκεί, παρακολουθούσαν όλη την περιοχή, αναπτύσσοντας σχέσεις με το προσωπικό και τους κάθε λογής πελάτες. Κρατούσαν στοιχεία, συνέτασσαν εκθέσεις και αναφορές όπου μπορούσαν για τον καθένα χωριστά, περιπτώσεις άξιες λόγου και τα γνωστά λοιπά. Ολόκληρος μηχανισμός.

Τα πρωινά, πριν τον πρώτο καφέ, σαν έβγαινε από το σπίτι, ο Δημητρός, σκυφτός και κοκκινωπός καθώς ήταν, έφεγγε στον δρόμο καθώς πήγαινε στο περίπτερο  να αγοράσει την αγαπημένη του εφημερίδα. Είχε να διαλέξει ανάμεσα στη διανομή της εφημερίδας κατ’ οίκον, για την οικονομική ενίσχυση της φωνής του λαού και την αγορά της από το περίπτερο. Για εκείνον, πολυτιμότερη αξία είχε το δεύτερο. Παρότι «παροπλισμένος»,  η  πορεία για την αγορά της εφημερίδας, η διαδρομή  μέχρι το περίπτερο, ήταν εκ των ουκ άνευ της καθημερινής του ζωής.  Κάθε πρωί, άνοιγε την εξώπορτα της αυλής του και με τον ίδιο αργό βηματισμό βάδιζε μέχρι το περίπτερο της Άννας, για να δηλώσει πρώτος το φρόνημα της ημέρας: «Τον Ριζοσπάστη, Άννα», έλεγε με αποφασιστικότητα. «Τον Ριζοσπάστη μου», «Τον Ριζοσπάστη» σκέτο, με ή χωρίς το  «Άννα». Η περιπτερού, χωρίς δεύτερη κουβέντα, έδινε την εφημερίδα κι έπαιρνε πίσω το αντίτιμο. Χρόνια τώρα, είχε μάθει απέξω κι ανακατωτά τα χούγια του Δημητρού: Την αγαπημένη του εφημερίδα που αγόραζε ανελλιπώς, όπως κι ένα πακέτο παλιάς μάρκας τσιγάρων τρεις φορές την εβδομάδα. Στα δέκα και βάλε χρόνια που τον γνώριζε, από την πρώτη επίσκεψη στο περίπτερο της, ένα παγωμένο πρωινό από κείνα που η άχνα της ανάσας συνοδεύει την κουβέντα, τίποτα δεν είχε αλλάξει στη συμπεριφορά του, ούτε και στις προτιμήσεις του. Ίδιες και απαράλλαχτες. Σαν έπαιρνε την εφημερίδα,  την έπιανε με ιερή βεβαιότητα, ξαναγινόταν σύμμαχος των ιδανικών του αγώνα, ένιωθε τη φλόγα από τα σωθικά να ανεβαίνει, να του θερμαίνει  σπλάχνα και σώμα. Μόλις την έπαιρνε στα χέρια του, κοίταζε δεξιά και αριστερά με βλέμμα αργό και παρατηρητικό, βεβαιωνόταν πως δε βρίσκεται υπό παρακολούθηση, δίπλωνε την εφημερίδα, και καθώς την έσφιγγε κάτω από τη  μασχάλη, έπαιρνε βαδίζοντας αργά τον δρόμο της επιστροφής.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που Μιχάλης καραδοκούσε να συναντήσει τον Δημητρό στον δρόμο. Σχεδόν κάθε φορά που ο Μιχάλης συναντούσε τον Δημητρό, τον κοιτούσε επίμονα, επιδιώκοντας να του κλέψει τη ματιά. Τον κοιτούσε επίμονα πάνω στον σταυρό του μετώπου. Όσο τον κοιτούσε, δεν του μιλούσε. Ήταν σαν του ‘λέγε: «Σας ξέρω εσάς. Σας ξέρω καλά. Όσο και να σκύβεις το κεφάλι, δεν μπορείς να μου κρυφτείς».

Θα ‘ταν νωρίς το μεσημέρι, γλυκύς Απρίλης, από τις μέρες που η φύση γιορτάζει και σε ποτίζει με τους χυμούς της αισιοδοξίας· θες δε θες. Έλαμπαν τα άνθη στους κήπους των νοικοκυραίων, στολισμένες νύφες  οι Νεραντζιές  και οι Λεμονιές, οι Κάλλες μέσα στη σεμνότητα και τη σιωπή, ανάδυαν διακριτικά  αρώματα που άμβλυναν την ύπαρξη γεμίζοντας τους ανθρώπους με λογής-λογής θελήσεις.  Ο Δημητρός, είχε ήδη διανύσει τη μισή απόσταση της καθιερωμένης διαδρομής για το σπίτι βαδίζοντας καταμεσής του δρόμου. Ένα ξαφνικό πρόβλημα υγείας της γυναίκας του,  τον είχε κρατήσει μακριά από το πρωινό του συνήθειο. Δυσφορώντας που αναγκάστηκε να βγει μεσημεριάτικο με ήλιο και αέρα, βάδιζε σκυφτός, κόντρα στον ασυνήθιστο άνεμο, βαστώντας την εφημερίδα του υπό μάλης. Βέβαια, από το φύλο του κοινωνικού αγώνα, κάτι περίσσευε και για τους «έξω». Κάτι από το σύμβολο με το σφυρί και το Δρεπάνι, κάτι από τα έντονα στοιχεία του πηχυαίου τίτλου, μια λεπτομέρεια από το φωτογραφικό αρχείο, ένα σκίτσο ίσως με το προφίλ κάποιου ιστορικού αγωνιστή. Ό,τι όμως και να περνούσε σαν πληροφορία στους «έξω», ο Δημητρός, το μάζευε με το κεφάλι· πάντα σκυφτός να μην γνωρίζουν οι άλλοι. Άλλοτε πάλι, όταν το σήκωνε ελαφρά, κοιτούσε πέρα, με το βλέμμα ανοιχτό, εκεί που το όραμα ανάσαινε ακόμα με σάρκα και οστά· αλλά μονάχα για αυτόν.

Ο Μιχάλης, καθώς είδε τον Δημητρό μεσοστρατίς να επιστρέφει, τάχυνε το βήμα του και τον πλησίασε.   Κοίταξε με τον συνήθη του τρόπο τον γείτονα, απανωτά, στον σταυρό του μετώπου και με το αίσθημα του θριάμβου να θεριεύει μέσα του, του  πέταξε τη φράση: «Λοιπόν Δημητρό, βλέπω κρατάς εφημερίδα. Τι λένε τα νέα;» αναρωτήθηκε τάχατες, μεγεθύνοντας τον τόνο της φωνής του…  Στο άκουσμα της φράσης, ο Δημητρός, σώπασε. Ένιωσε ένα γερό σφίξιμο, πίσω στον Αυχένα.  Οι μύες του μετώπου, κοκάλωσαν.  Επέστρεψαν οι ταπεινώσεις,  οι σιωπές, οι ψίθυροι, οι ανακρίσεις, οι χλευασμοί και οι αγωνίες.  Κοντοστάθηκε. Έμεινε με το βλέμμα κάτω να κοιτά την άσφαλτο. Αίφνης, σήκωσε το κεφάλι, καθάρισε τα γυαλιά του από τη θολούρα και κοντύτερος καθώς ήταν του Μιχάλη τον κοίταξε κατάματα με κόκκινα και πληγωμένα μάτια που κάτω από τους μυωπικούς του φακούς, φάνταζαν σα δυο μεγάλες, γυαλιστερές και λαβωμένες χάντρες. Σε τόνο αργό και σταθερό, του είπε: «Γιατί δεν τα ξέρεις; Από μένα περιμένεις να στα πω; Τα ξέρεις, Μιχάλη… Χρόνια τώρα… Τα ξέρεις…» Και σκύβοντας το  κεφάλι, απομακρύνθηκε με το πρόσωπο πέτρινο από την ακαμψία, σφίγγοντας ταραχή, ταραχή και όραμα, πιο δυνατά, μέσα στην μασχάλη.

Ο Καραβάς, έμεινε μετέωρος στη μέση του δρόμου να κοιτά τον Δημητρό που απομακρυνόταν. Η έκφραση χαράς από το «κυνήγι» που είχε αρχικά σχηματιστεί στο πρόσωπό του, είχε τώρα στεγνώσει, δίνοντας θέση  στην όψη μιας αναπάντεχης πικρής αμηχανίας. Στυφό το σάλιο του στο στόμα, άφησε τη ματιά του να περιπλανιέται ακαθόριστα στο κενό του δρόμου και σχεδόν ξεμαρμάρωσε, όταν ο ήχος από τη σειρήνα ενός διερχόμενου περιπολικού, λίγα μέτρα πιο πίσω,  διαπέρασε το σώμα του και τον επανέφερε απότομα στην πραγματικότητα.  Σάστισε από τον απρόσμενο ήχο. Ο λαιμός του στέγνωσε και οι κτύποι της καρδιάς του βάλθηκαν να πάλλονται ηχηρά και ακανόνιστα μέσα στο στέρνο. «Για μένα; Γιατί…» Το περιπολικό, έκοψε ταχύτητα, βγήκε από τα δεξιά και τον πλησίασε αργά με το παράθυρο του οδηγού κατεβασμένο. Ο Μιχάλης δεν τόλμησε να κοιτάξει.  Σαν από ένστικτό του ξέφυγε μια κλεφτή λοξή ματιά. Δυο ολοστρόγγυλα και κατάμαυρα μάτια είχαν κολλήσει απάνω του και τον παρατηρούσαν. «Εδώ μένετε;» ακούστηκε ξερή η φωνή του οργάνου της τάξεως. «Μάλιστα», απάντησε χωρίς δεύτερο δισταγμό ο Μιχάλης, κοιτώντας τυφλά, πάνω στην πόρτα του οχήματος. «Από το πεζοδρόμιο κύριε», ακούστηκε ως επίπληξη μια  δεύτερη φωνή μέσα από το περιπολικό,  από τον συνοδηγό του οχήματος που αφού τον προσπέρασε, διέγραψε με νωθρότητα μια καμπύλη τροχιά, στρίβοντας αριστερά στον δρόμο που έμενε ο Μιχάλης.  Παρέμεινε ακίνητος: «Δεν είναι καιρός για μπερδέματα τώρα», σκέφτηκε. «Ποιος ξέρει τι να γυρεύουν…»

Κοίταξε το ρολόι του. Είχαν περάσει τρία τέταρτα περίπου από την ώρα του φαγητού. Το μεσημεριανό της Κυριακής ήταν έτοιμο και το τραπέζι στρωμένο.

Έστριψε λοξά σε ένα στενό, από αυτά που βγάζουν στον παρακάτω δρόμο, κρύβοντας τα ίχνη.

«Ας περιμένουν…»

«Για καλό και για κακό», μουρμούρισε.

 

 

* Ο Νίκος Γύφτουλας, εμφανίστηκε για πρώτη στα γράμματα το 2015 με τη συλλογή μικρού Διηγήματος, “Ο Κήπος της Γης Θνητής”, από τις εκδόσεις, Poema. Από τις εκδόσεις, “Ενύπνιο”, εκδόθηκε το 2021, το ποιητικό του έργο, “Το Παραγκωνισμένο Διαυγές”.