Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Ιωάννης Κονδυλόπουλος, «Eighties»

Κάν’ το εικόνα: δεκαοκτάρης, απόφοιτος Λυκείου προ διμήνου, στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Πόλο μπλουζάκι no name, με φτενό γιακαδάκι και ρίγες οριζόντιες, κόκκινες και ροζ. Του μεγάλου του αδελφού, ως συνήθως. Γυαλιά που καλύπτουν το μισό του πρόσωπο, τζιν ξεχειλωμένο στα γόνατα, με πεντάποντο ρεβέρ. Μαλλί αφάνα, ακριβώς όπως στις πολαρόιντ της εποχής. Πετάει ελαφρά προς τα πίσω η κόμη, καθώς ο ήρωάς μας τρέχει κόντρα στο βραδινό αεράκι καβάλα στο μικρό ποδήλατο του δεκάχρονου γιου τ΄ αφεντικού του.

Το βρήκε παρατημένο στο παρτέρι πλάι στην είσοδο του ξενοδοχείου στο οποίο εργάζεται σεζόν, πρώτη της ζωής του δουλειά, ως νυχτοφύλακας –«βραδινός ρεσεψιονίστ» του είχαν πει και το είχε πιστέψει. Ορμά ακάθεκτος ποδηλατώντας προς την κλιματιζόμενη υπόγεια ντισκοτέκ του διπλανού συγκροτήματος μπανγκαλόου. Η νιότη του καλπάζει ή μάλλον ισορροπεί ασταθώς σε δύο μικρές ρόδες· χυμάει δίχως φώτα προς το άδυτο.

Ο φίλος του, που χρόνια τώρα παραθερίζει στο ίδιο χωριό, τον ενημέρωσε πριν από λίγο, φτάνοντας λαχανιασμένος στη ρεσεψιόν: η ωραία Ελένη, της τάξης τους τ’ αστέρι, μόνη στην πλατεία του χωριού! Αγόραζε τσιγάρα απ’ το περίπτερο. Ο φίλος (να ’ναι καλά, φίλος αληθινός, αδελφός) τη ρώτησε, τάχα αδιάφορος, πού θα περάσει τη βραδιά, κι εκείνη, απρόθυμα μάλλον (τους τύπους, βλέπεις, να κρατάμε, έτσι μας μάθανε) του απάντησε πως ίσως περάσει από την ντισκοτέκ.

Νά τος, λοιπόν, ο ήρωάς μας σ’ έναν τρελό χορό με τα πετάλια, που ταλαιπωρούν τη μικρή αλυσίδα –μόλις που δεν φεύγει από τη θέση της. Φαντάζεται πως θα τη βρει εκεί την Ελένη. Αυτή, το δίχως άλλο, θα χαρεί μόλις τον δει. Πάντοτε χαίρεται όταν τον βλέπει! Και του χαμογελά όταν της μιλά! Αυτό της το χαμόγελο, το ακριβό για όλους τους άλλους, τον έριξε, πρώτη φορά, στου έρωτα τα δίχτυα. Γλυκαίνεται η ψυχούλα του κάθε που το θυμάται, κοντεύει να το σκάσει απ’ το κορμί του. Θα φτάσει, που λες, στο υπόγειο, θα τη χαιρετήσει και θα την κεράσει ό,τι θέλει –λεφτά δικά του έχει πια. Κάποια στιγμή, θα της προτείνει να ανεβούν επάνω, στα αστέρια. Τα έχει μάθει καλά, δυο μήνες τώρα στο νυχτέρι. Λες να τον αφήσει να την αγκαλιάσει λίγο; Το κάνει εικόνα, και χαμογελά στο σύμπαν.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Χρήστος Κανελλόπουλος, «Στ’ @ρχίδια μας και μας/ Η ζωή και το έργο του οσίου Κωστή Παλαμά»

Στη μνήμη του Βασίλη Μοσχονά.

 

Την 27η Φεβρουαρίου εμείς που πιστεύουμε στην ποίηση μνημονεύουμε με ένα σπαραχτικό βαλς την κοίμηση του οσίου Κωστή Παλαμά.

 

 

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ

Μου σφίγγει ο καημός σα θηλειά το λαιμό

και μες στην καρδιά με δαγκώνει σα φίδι.

παράξενο θέλω ν’ αρχίσω ταξίδι,

χωρίς, μα χωρίς τελειωμό.

 

Το δρόμο μου αργά να τραβώ, να τραβώ,

αλλά πουθενά και ποτέ να μη στέκω,

ψυχή να μη βρίσκω, ή πάντα να μπλέκω

με κόσμο τυφλό και βουβό.

 

Να νιώθω τριγύρω πλατιά ερημιά,

κλεισμένα τα σπίτια, τα τζάκια σβησμένα,

ψηλά να μη φέγγει αστέρι κανένα,

και κάτου γυναίκα καμιά.

 

Ε, ίσως σε τέτοιο ταξίδι αν βρεθώ,

ατέλειωτο, έρμο, σ’ αγνώριστη χώρα,

δε θα’χω λαχτάρα περίσσια  σαν τώρα,

αγάπη, από σε να χαθώ

 

 

ΒΙΟΣ

Ο όσιος Παλαμάς αποδείχθηκε στην πορεία στομφώδης, βερμπαλιστής, κούφιος και ακατάσχετα πολυλογάς.

Όσο ζούσε ηγεμόνευε καθισμένος στο θρόνο του στην οδό Ασκληπιού κι έριχνε την βαριά σκιά του στον Παρνασσό.

Τα φρύδια του ήταν πελώρια.

Η κηδεία του το 1943 μετατράπηκε σε διαδήλωση κατά των αρχών Κατοχής.

Σήμερα, ακόμα και στις καλύτερες στιγμές του ακούγεται ανιαρός .

Διαβάστε περισσότερα

Αναγνώσεις

Θεόδωρος Π. Λιανός, «Η Απιστία»

 

Ταίριαζαν σε όλα: ίδια ηλικία, ίδιο ύψος, ίδιο χρώμα, ίδια μόρφωση, ίδιο επάγγελμα (δικηγορία) και εξ ίσου συμπαθητική εξωτερική εμφάνιση. Ακόμη και στο όνομα ταίριαζαν: Αλκίνοος εκείνος, Ναυσικά εκείνη.Όταν συναντήθηκαν για πρώτη φορά, στο πρώτο έτος του πανεπιστημίου, και εκείνη είπε το όνομά της,”Ναυσικά”, εκείνος είπε: “Θα προτιμούσα να σε έλεγαν Αρήτη“. Γέλασαν και οι δύο, και από εκείνη την στιγμή έγιναν ένα. Η μόνη διαφορά που είχαν ήταν φιλοσοφικού χαρακτήρα, η οποία, όμως, ποτέ δεν έγινε αιτία σύγκρουσης ή δυσαρέσκειας και διατάραξης της αρμονικής τους συμβίωσης.
Η Ναυσικά ήταν πιστή χριστιανή. Δεν είχε ερωτηματικά, ούτε αμφιβολίες για την ύπαρξη του θεού, ούτε για τον ρόλο της Εκκλησίας. Ο Αλκίνοος ήταν αγνωστικιστής. Υποστήριζε ότι “δεν υπάρχει λογικό επιχείρημα που να με πείθει ότι υπάρχει θεός “ και η Ναυσικά απαντούσε: ”Ωραία, δος μου εσύ ένα λογικό επιχείρημα ότι δεν υπάρχει“. Τέτοιες συζητήσεις τελείωναν πάντα με νικητή τη Ναυσικά, που δεν κουραζόταν να επαναλαμβάνει το ίδιο επιχείρημα: “Αν δεν υπάρχει θεός, το τι λέμε εμείς δεν έχει καμία συνέπεια, αλλά αν υπάρχει είναι συμφέρον μας να το πιστεύουμε“. Για να διαφυλάξει τη λογική της σκέψης του, ο Αλκίνοος απαντούσε ότι αυτό το επιχείρημα ήταν φανερή υποκρισία: ή πιστεύεις ή δεν πιστεύεις. Πίστη υπό όρους δεν είναι πίστη, είναι πονηριά. Τέτοιες αψιμαχίες δεν ήταν σπάνιες, αλλά δεν είχαν και καμία αρνητική συνέπεια για την κοινή πορεία τους στη ζωή. Είχαν αναπτύξει μια γνήσια φιλία και μια πλούσια ερωτική σχέση που δεν άφηνε τίποτα και κανέναν να παρεισφρήσει ανάμεσά τους.

Οι αμφιβολίες του Αλκίνοου για την ύπαρξη θεού δεν τον οδήγησαν σε μια στείρα άρνηση ή αδιαφορία· αντίθετα, ήταν κίνητρο για μελέτη και έρευνα. Μελετούσε την Αγία Γραφή και τα ιερά κείμενα άλλων θρησκειών για να καταλάβει τι ακριβώς είναι αυτό που οι άνθρωποι ονομάζουν Θεό, Αλλάχ, Γιαχβέ, Βράχμα, Ρα, Όντιν κτλ. Έμαθε πολλά για τις θρησκείες, αλλά τίποτα για τον Θεό. Το είπε στη Ναυσικά με φανερή απογοήτευση:

—Όλοι αυτοί που έχουν γράψει τα ιερά κείμενα είναι είτε άσχετοι ή πονηροί. Δεν ξέρουν και δεν λένε τίποτα για τον Θεό. Προωθούν δικές τους ιδέες και πιθανότατα δικά τους συμφέροντα.
—Μπορεί να έχεις δίκιο. Κι εγώ έχω διαβάσει στην Καινή Διαθήκη πράγματα με τα οποία διαφωνώ. Επίσης, διαφωνώ πολλές φορές και με την ερμηνεία που δίνει η εκκλησία και με τα συμπεράσματα για το πώς πρέπει να ζούμε, αλλά, αγάπη μου, σημαία έχει πώςεσύ ερμηνεύεις τα ιερά κείμενα.
—Τι εννοείς; Ότι ο καθένας μπορεί να δώσει τον δικό του ορισμό στην έννοια του θεού;
—Νομίζω ναι, κάτι τέτοιο λέω…
—Ωραία, από αύριο προσκυνάω τον Δία και πηγαίνουμε για προσευχή στους Δελφούς.
—Εσύ, εγώ θα συνεχίσω να πηγαίνω και να προσεύχομαι στον Άγιο Νικόλαο.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Χρήστος Κανελλόπουλος, «Ο Άγιος Κάρολος στο Βιβλιοπωλείο Book/owski’s»

Την 11ηΜάϊου, του αγίου Καρόλου του Ευσπλάχνου ανήμερα, εορτάζουμε το θαύμα στο βιβλιοπωλείο Book/owski’s

Αν μπορούμε να γελάμε, καλώς.

Κι αν πρέπει να κλαίμε, ας κλαίμε.

(Μετάφραση Κατερίνα Καντσού)

 

Εμείς που πιστεύουμε στην ποίηση έχουμε για ναούς τα βιβλιοπωλεία. Εκκλησίες τα λέμε. Το Book/owski’s είναι ένα ξωκκλήσι. Αυτή είναι η ιστορία του.

Τον καιρό εκείνο, ο άγιος Κάρολος είδε τη Μαριαλένα να κάνει σπαγκάτ, κι αμέσως κατάλαβε πως θέλει να πέσει στο κρεβάτι μαζί της. Ήταν ωστόσο καμπούρης και γέρος και τα μόνα όπλα  που είχε στην διάθεσή του ήταν ένα μπουκάλι ουίσκι κι ένα ποίημα.

Το ουίσκι έκανε τη δουλειά του και το ποίημα αποδείχθηκε φανταστικό.

Όπως το είχε προβλέψει ο άγιος, η Μαριαλένα ξεπρόβαλε μέσα από τα χειροκροτήματα για να τον αγκαζάρει στο τραπέζι της χρυσής νεολαίας, τον κέρασε ξίδι από το ποτήρι της και τον παρέσυρε μαζί της σε μια βόλτα στην καρδιά της αθηναϊκής νύχτας.

Και πιο μπροστά πήγαινε η παρέα της και τραγουδούσε τους στίχους του.

Έτσι ξενύχτησε μαζί της μέχρι που χάραξε και ήπιε όσο περισσότερο μπορούσε να πιει, όμως έχασε τον τελευταίο χορό και περπάτησε ολομόναχος από τα Εξάρχεια ως την Κυψέλη.

Η Μαριαλένα ωστόσο δεν τον ξέχασε, έκτισε για κείνον με δικά της έξοδα ένα εκκλησάκι στην οδό Μπενάκη, κι όταν έφτασε η ώρα του να πεθάνει, του χάιδεψε την κοιλιά και τον μεταμόρφωσε σε γάτα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Δέσποινα Νάσσου, «Δεκαέξι Καταβυθίσεις, μια ιαματική ιστορία», εκδ. Συρτάρι, 2024 (γράφει ο Νίκος Καρζής)

Χθες βράδυ μια Ελαφίνα έσπρωξε διακριτικά, αλλά αποφασιστικά την εξωτερική πόρτα της ψυχής μου, εισβάλοντας δυναμικά και απρόσκλητα στον εσωτερικό και καλά προστατευμένο χώρο του μικρόκοσμού μου.

Έλα μου είπε, θέλω να σε πάω ένα μεγάλο περίπατο, εδώ κοντά, στο πυκνό δάσος της Εσπεράντζα, να σου μιλήσω για τη ζωή μου, τα παιδικά μου χρόνια, την οικογένειά μου, να σου γνωρίσω τους φίλους μου, όλο το ζωικό βασίλειο, να σου διηγηθώ τα μυστικά τους, να σου δείξω τα δέντρα, τα βουνά, τη θάλασσα, τα ποτάμια και τις λίμνες που μεγάλωσα, να αισθανθείς το κρύο, τη βροχή, τις μυρωδιές και τον αέρα της φύσης, να σου μιλήσω για τις παγίδες που μας στήνουν ύπουλα στο διάβα μας, αλλά και για να σου διηγηθώ ένα παραμύθι, που άλλαξε τη ζωή μου, θέτοντας σε κίνδυνο και οριστική αναίρεση την ευτυχία μου.

Ένα παραμύθι, το οποίο μιλάει για όλα αυτά που εσείς οι άνθρωποι, παγιδευμένοι στην καθημερινότητά σας, στις ανάγκες και στη ματαιοδοξία σας, είτε τα ξεχνάτε και δεν τους δίνεται τη σημασία που πρέπει, είτε αδιαφορείτε γιατί πιστεύετε ότι είστε αθάνατοι και δε θα σας συμβούν ποτέ.

Όμορφη, λυγερόκορμη, με μεγάλα στοχαστικά μελαγχολικά μάτια, προχωρούσε πλάι μου με βήμα σταθερό, υπερήφανο και σίγουρο, που καταμαρτυρούσε την αυτοπεποίθηση, τη συγκρότηση και τη σοφία που αποκτάει κάποιος που έχει βγει νικητής από έναν σπουδαίο, δύσκολο και μοναχικό αγώνα.

Έναν αγώνα που χρειάστηκε να δώσει, ύστερα από μια τυχαία συγκυρία, τον οποίο πριν ούτε καν είχε φανταστεί ότι θα μπορούσε να αντιμετωπίσει.

Έναν αγώνα με διαρκείς «καταβυθίσεις» στα σκοτεινά πατώματα του νου, άνισο, μοναχικό και δύσκολο – όπως αυτόν που έδιναν παλιά οι μονομάχοι στο Κολοσσαίο – στον οποίο ο «αντίπαλος» είναι πάντα καλά «διαβασμένος», «εκπαιδευμένος» και «έμπειρος», τόσο που για να αντιμετωπίσεις αποτελεσματικά τα «δεξιοτεχνικά» του χτυπήματα, πρέπει να εφευρίσκεις διαρκώς καινούριους τρόπους και μεθόδους, ώστε να αποκτήσεις κάποιο συγκριτικό πλεονέκτημα απέναντί του.

Έναν αγώνα, που συμμετείχαν και συμπαραστάθηκαν όλοι, οικογένεια, φίλοι, γνωστοί και ακόμη περισσότερο μικροί «θεοί», καθημερινοί ήρωες, που ούτε καν είχε φανταστεί πριν ότι υπήρχαν.

Διαβάστε περισσότερα