«Ο καλύτερος τρόπος να δίνεις κουράγιο στον εαυτό σου είναι να δίνεις κουράγιο στους άλλους» Μαρκ Τουαίην
Υπάρχει μια στιγμή, κι αυτό το ξέρει όποιος έχει σταθεί, έστω μια φορά, στο κέντρο ενός δωματίου γεμάτου βλέμματα, όπου η προσοχή των άλλων παύει να μοιάζει με αγάπη και αρχίζει να μοιάζει με βάρος. Σε αυτή τη στιγμή γεννιέται το ερώτημα που με απασχολεί σε τούτο εδώ το κείμενο: γιατί κάποιοι αντέχουν αυτό το βάρος μια ζωή ολόκληρη, ενώ άλλοι λυγίζουν κάτω από αυτό. Και τελικά τι σημαίνει «αντέχω»;
Η δημοφιλής ψυχολογία μάς έχει συνηθίσει σε μια λέξη-ασπίδα: ανθεκτικότητα. Την ακούμε σαν συνταγή, σαν ικανότητα που μπορεί κανείς να καλλιεργήσει: να πέσεις και να σηκωθείς, να απορροφήσεις το πλήγμα και να συνεχίσεις. Είναι μια θεωρία αισιόδοξη, σχεδόν παιδαγωγική: η ζωή πονάει, αλλά ο ανθρώπινος ψυχισμός διαθέτει, ή μπορεί να αποκτήσει, τα εργαλεία για να μην καταρρεύσει.«Η πέτρα, το σίδερο, το ατσάλι δεν αντέχουν. Ο άνθρωπος αντέχει» αποφαίνεται ο Καζαντζάκης.
Κάτω από αυτή την υπόσχεση όμως κρύβεται μια σιωπηρή παραδοχή: πως όσοι δεν τα καταφέρνουν, όσοι λυγίζουν, έχουν απλώς αποτύχει σε μια εσωτερική άσκηση. Λες και η αντοχή είναι ζήτημα προπόνησης, όπως ο μυς που δυναμώνει με την επανάληψη. Είναι εδώ που η θεωρία της ανθεκτικότητας συναντά, και συγκρούεται, με τη σκέψη του Αλμπέρ Καμύ.
Ο Καμύ δεν μιλά ποτέ για «ανθεκτικότητα» με τη σημερινή, κλινική της έννοια. Στον «Μύθο του Σισύφου» περιγράφει έναν άνθρωπο καταδικασμένο σε μια ατέρμονη, χωρίς νόημα εργασία, να σπρώχνει τον βράχο, να τον βλέπει να κυλά ξανά κάτω, να ξαναρχίζει. Ο Σίσυφος δεν αντέχει τον βράχο, επειδή διαθέτει ψυχικά αποθέματα. Τον αντέχει επειδή έχει αναγνωρίσει την απουσία νοήματος και δεν παύει, παρ’ όλα αυτά, να ζει και να εξεγείρεται απέναντί της. Η ευτυχία του, όπως τη φαντάζεται ο Καμύ στην περίφημη τελευταία γραμμή του δοκιμίου («Πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο»), γεννιέται από τη συνειδητή εξέγερση απέναντι στο παράλογο: αποδέχεται το χωρίς νόημα, χωρίς να το εσωτερικεύει ως προσωπική ενοχή. «Στη μέση του χειμώνα, ανακάλυψα μέσα μου ένα καλοκαίρι» γράφει ο Καμύ στο Καλοκαίρι, τονίζονταςπως μόνο όταν βρεθείς στην πιο δύσκολη στιγμή της ζωής σου, συνειδητοποιείς πόσο δυνατός είσαι πραγματικά.
Λίγα χρόνια πριν, στον «Επαναστατημένο Άνθρωπο», ο Καμύ είχε πάει το επιχείρημα ένα βήμα παραπέρα: η εξέγερση δεν είναι ποτέ καθαρά ατομική πράξη. «Επαναστατώ, άρα υπάρχουμε», γράφει, όχι «υπάρχω». Η στιγμή που κάποιος αρνείται να υποταχθεί στο παράλογο είναι ταυτόχρονα η στιγμή που αναγνωρίζει μια κοινή ανθρώπινη αξία, κάτι που τον συνδέει με τους άλλους. Η αντοχή είναι κατά βάση μοναχική έννοια: αντέχεις μόνος σου, μέσα σου, ως ατομική ιδιότητα. Εκεί βρίσκεται μια πρώτη, θεμελιώδης ρωγμή ανάμεσα στις δύο θεωρίες: η θεωρία της ανθεκτικότητας ζητά από το άτομο να αντέξει απομονωμένο, ενώ ο Καμύ υποστηρίζει πως η εξέγερση αποκτά νόημα μόνο όταν γίνει κοινή.
Η θεωρία της ανθεκτικότητας τείνει να ζητά από το άτομο να προσαρμοστεί, να διαχειριστεί το πλήγμα, να ξαναγίνει λειτουργικό, συχνά μόνο του. Ο Καμύ, όμως, ζητά μια στάση που δεν βιώνεται ποτέ σε απομόνωση. Ανάμεσα σε αυτές τις δύο οπτικές, πολλοί άνθρωποι, και ιδίως οι καλλιτέχνες, βρίσκονται παγιδευμένοι: στερούνται την ψυχική ανθεκτικότητα, αλλά στερούνται και το δίκτυο εξέγερσης, μαζί με άλλους, που θα τους επέτρεπε να ζήσουν χωρίς αυτήν.
Ο καλλιτέχνης ζει σε μια ιδιαίτερη εκδοχή του παραλόγου. Το κοινό τού ζητά μια εικόνα σταθερή και αναλλοίωτη. Ο καλλιτέχνης όμως κουράζεται και φοβάται. Τα φώτα της δημοσιότητας δεν φωτίζουν, ενίοτε τυφλώνουν. Δημιουργούν την ψευδαίσθηση μιας διαρκούς παρουσίας άλλων γύρω σου, ενώ στην πραγματικότητα απομονώνουν: κανείς δεν βλέπει τον άνθρωπο, όλοι βλέπουν τον ρόλο.
Η ιστορία της τέχνης είναι γεμάτη τέτοιες μορφές. Ο Μπωντλαίρ έγραφε για τη μέθη ως μοναδικό τρόπο να αντέξει κανείς «το φρικτό βάρος του χρόνου». Δεν την πρότεινε ως λύση, αλλά τη σημείωνε ως σύμπτωμα μιας εποχής που δεν άφηνε άλλο περιθώριο. Και ο ελληνικός ρεμπέτικος κόσμος γεννήθηκε μέσα από αυτή τη διαλεκτική ανάμεσα στην προσφυγιά, την περιθωριοποίηση και την ουσία ως καταφύγιο. Η περίπτωση της Amy Winehouse έχει επίσης περιγραφεί ως μια ακραία μορφή υπερέκθεσης χωρίς το απαραίτητο δίκτυο στήριξης.
Η μοναξιά αυτή δεν είναι η γόνιμη μοναχικότητα του δημιουργού. Είναι μοναξιά μέσα στο πλήθος, ίσως η πιο καμυϊκή εκδοχή του παραλόγου: να περιβάλλεσαι από θαυμασμό και να μην μπορείς να μοιραστείς τίποτα αληθινό. Και όταν σε αυτή τη συνθήκη προστεθεί η υποκρισία ανθρώπων του στενού κύκλου, συνεργατών και φίλων που κινούνται με ιδιοτέλεια, το έδαφος που θα στήριζε οποιαδήποτε «ανθεκτικότητα» απλώς υποχωρεί. Η θεωρία μιλά για αντοχή, προσπερνά όμως τι συμβαίνει όταν το ίδιο το πλαίσιο, οι σχέσεις, η εμπιστοσύνη, η κοινότητα, έχει διαβρωθεί.
Θα ήταν άδικο όμως να κρατήσουμε αυτή τη σκέψη κλεισμένη στα όρια της καλλιτεχνικής ζωής. Ο υπάλληλος που ζει χρόνια κάτω από την αδιάκοπη αξιολόγηση μιας εταιρείας, ο γονιός που νιώθει ότι κρίνεται διαρκώς για κάθε επιλογή, ο άνθρωπος που βίωσε την εγκατάλειψη από τους δικούς του σε μια κρίσιμη στιγμή, όλοι αυτοί ζουν κάτω από το βάρος του ίδιου εξεταστικού βλέμματος, της ίδιας απομόνωσης. Η διαφορά με τον καλλιτέχνη δεν βρίσκεται στην ουσία παρά μόνο στο μέγεθος. Το φως της δημοσιότητας είναι απλώς μια πιο έντονη μορφή της ίδιας πίεσης που νιώθει κάθε άνθρωπος όταν αισθάνεται να τον παρακολουθούν και να τον κρίνουν.
Η θεωρία της ανθεκτικότητας μετατρέπει το πρόβλημα σε ατομικό: δεν είχε αρκετά αποθέματα. Έτσι αδικεί εξίσου τον διάσημο καλλιτέχνη και τον ανώνυμο άνθρωπο δίπλα μας. Και οι δύο, στο τέλος, αναζητούν έναν συνάνθρωπο να σταθεί δίπλα τους μέσα στο παράλογο.
Εδώ βρίσκεται, νομίζω, το πιο τίμιο σημείο που μπορεί να αγγίξει ένα τέτοιο κείμενο: πολλοί άνθρωποι, καλλιτέχνες αλλά και απλοί, ανώνυμοι άνθρωποι, δεν καταρρέουν επειδή είναι λιγότερο δυνατοί χαρακτήρες. Καταρρέουν επειδή η κοινωνία, το επάγγελμα, ή η ίδια η φύση της δημοσιότητας, τους έχει αφαιρέσει τα στηρίγματα που θα χρειάζονταν για να είναι ανθεκτικοί. Η θεωρία της ανθεκτικότητας, όταν διαβάζεται άκριτα, ρισκάρει να μετατρέψει μια δομική συνθήκη σε ατομική ευθύνη, σαν να έφταιγε ο ίδιος ο άνθρωπος που δεν άντεξε. Είναι αυτό που λέει ο Μπέρτολτ Μπρεχτ πως «οι άνθρωποι παραείναι ανθεκτικοί, αυτό είναι το πρόβλημα. Είναι σε θέση να κάνουν υπερβολικά πολλά σε βάρος του εαυτού τους. Αντέχουν υπερβολικά πολύ».
Ο Καμύ δεν ηθικολογεί για την αντοχή. Περιγράφει την ανθρώπινη συνθήκη ως παράλογη εξ ορισμού, και το μόνο ηθικό ζήτημα που θέτει είναι πώς στεκόμαστε απέναντί της. Η ανθεκτικότητα δεν είναι ατομικό χάρισμα που λείπει από κάποιους και περισσεύει σε άλλους, αλλά μια σχέση, με το νόημα και με τους άλλους, που μπορεί να καταστραφεί από συνθήκες πολύ μεγαλύτερες από το άτομο.
Το ερώτημα μάλλον δεν είναι «γιατί δεν άντεξαν», αλλά τι θα σήμαινε να μην χρειάζεται να αντέξουν μόνοι. Ο Καμύ δεν προσφέρει αντοχή. Προσφέρει συντροφικότητα μέσα στο παράλογο, την ιδέα ότι η εξέγερση είναι πάντα κοινή. Κάθε φορά που βλέπουμε κάποιον να λυγίζει κάτω από τα φώτα, τη μοναξιά ή την προδοσία, το πρώτο ερώτημα που αξίζει να θέσουμε δεν είναι πόσο δυνατός ήταν, αλλά πόσο μόνος τον αφήσαμε.
Εκεί βρίσκεται και η μόνη πραγματική «θεωρία ανθεκτικότητας» που αξίζει να κρατήσουμε: όχι η ικανότητα του ατόμου να αντέχει μόνο του τα φώτα, τη μοναξιά, την προδοσία, αλλά η δυνατότητα, συλλογική και όχι ατομική, να μην τα αντιμετωπίζει κανείς μόνος.









