Στέργιος Ντέρτσας, «Las Sinsombrero: Ισότιμα μέλη της γενιάς του ΄27» (Α’ ΜΈΡΟΣ)
24Απρ
ΟΛΑ ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΑ
Το μυστικό που υπήρξαμε βυθιζόμενοι
στον πρώτο παλμό της αγαλλίασης και της παραίτησης.
Όμως φτάνει μια στιγμή που το ΟΛΟ κρύβεται
ή μας εμφανίζεται μεταμφιεσμένο σε ΤΙΠΟΤΑ.
Κάποια φορά σκέφτηκες να μην γράψεις άλλο από καθήκον:
να το ζήσεις άτεγκτα μες στη ζοφερή σιωπή…
Εκεί βρίσκεσαι τώρα;
Δεν πίστεψα πως η νύχτα θα ‘φτανε έτσι..
Χυδαία, πυκνή, δίχως άστρα..
Η δικιά σου πώς είναι;
Αν να το πω μπορούσα
ίσως και να με βοηθούσες να επινοήσω την ελπίδα.
Και δεν είναι πως δεν εμπιστεύομαι:
ελπίζω, πιστεύω και αγαπώ
με μια επιμονή αρραγή και βουβή.
(Ernestina de Champourcín, 1905-1999)
*****************************************************************
Ακόμη και στην Ισπανία, μέχρι σχετικά πρόσφατα, ο όρος «Γενιά του 27» παρέπεμπε στη σύνθεση της γνωστής ανδρικής ομάδας, καλλιτεχνών παγκόσμιας ακτινοβολίας πλέον, όπου δεσπόζει η μορφή τού Federico García Lorca. Αλλά και σε αναφορές στους καλλιτέχνες, που ακολουθούσανε σε δεύτερο πλάνο, δεν γινόταν σχεδόν ποτέ η παραμικρή μνεία στις αναρίθμητες γυναίκες καλλιτέχνιδες της ίδιας γενιάς. Πρόκειται για ένα «τυφλό κομμάτι» της ιστορίας, όπως θα μας πει η Tania Balló, μία από τις πολλές ερευνήτριες που ασχολήθηκε με τις Sinsombrero[1], αυτές δηλαδή που δεν φορούνε καπέλο, προσωνύμιο που θα ονοματίσει και ένα ολόκληρο κίνημα υπέρ της γυναικείας χειραφέτησης σε όλα τα πεδία, πέραν της Τέχνης, ως Sinsombrerismo.
To συγκεκριμένο προσωνύμιο (Sinsombrero) προκύπτει από ένα επεισόδιο που λαμβάνει χώρα στην πολυσύχναστη Puerta del Sol κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 1920. Το αφηγείται, μία από τις πρωταγωνίστριες και κυρίαρχη μορφή των γυναικών της συγκεκριμένης γενιάς, η διεθνούς φήμης ζωγράφος Maruja Mallo στην Δημόσια Ισπανική τηλεόραση, το 1980, έχοντας επιστρέψει από την μακροχρόνια εξορία της στο εξωτερικό. Η ίδια μαζί με τους συμφοιτητές της στη Σχολή Τεχνών της Μαδρίτης, Margarita Manso και τον Salvador Dalí, και τον αχώριστο φίλο τους, Federico García Lorca, εντελώς άγνωστοι τότε, βγάζουν επιδεικτικά τα καπέλα τους, ενώπιον του άναυδου πλήθους που σκανδαλίζεται και εξαγριώνεται. Τα καπέλα εκείνη την εποχή αποτελούν σύμβολα αστικής ευπρέπειας, αλλά η αντιδραστική νεολαία της εποχής βλέπει σε αυτά τον ασφυκτικό κορσέ των κυρίαρχων συντηρητικών αντιλήψεων.
O José Luis Ferris, που επιμελείται μια πρόσφατη ανθολογία ποιητριών της γενιάς του 27, επισημαίνει πως οι γυναίκες αυτές «αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του υφαντού της εποχής και έχουν ρόλο πρωταγωνιστικό σε κοινωνικές κατακτήσεις ύψιστης σημασίας, συνδιαμορφώνοντας τον βασικό πυρήνα της γενιάς».
Πρόκειται για μια εποχή όπου έρχεται στο προσκήνιο, από τις ίδιες τις γυναίκες, πιο δυναμικά από ποτέ το ζήτημα του ρόλου των γυναικών στην ευρύτερη κοινωνία. Αίτημα έτσι κι αλλιώς διαρκές πάνω σε δρόμους που έχουν χαράξει λαμπρές γυναικείες μορφές στο παρελθόν[2]. Ωστόσο αυτό που συμβαίνει με τις γυναίκες της γενιάς του 27 μοιάζει να είναι το πλήρωμα του χρόνου για μια μαζική διεκδίκηση. Τα αιτήματα των Sinsombrero είναι ο ώριμος καρπός μιας εποχής τους που ψάχνει εναγωνίως να βγει από την πνιγηρή εσωστρέφεια του παρελθόντος. Η πιο εκδηλωτική ίσως έκφραση της μοντέρνας γυναίκας, με φανερές επιρροές από το εξωτερικό, που διεκδικεί δυναμικά θέση στον δημόσιο χώρο. Η νέα αυτή αντίληψη θα ενισχυθεί περαιτέρω από την έλευση της Δεύτερης Ισπανικής Δημοκρατίας (1931-1939) η οποία παραχωρεί στις γυναίκες δικαιώματα, και που ως τότε μοιάζανε αδιανόητα.[3]
Για να κατανοήσουμε την επί δεκαετίες λήθη που ακολούθησε για εκείνες, που ίσως αποτελεί και την πιο ισοπεδωτική μορφή εξορίας, θα πρέπει να πούμε πως στις δεκαετίες του 20 και του 30, που λαμβάνει χώρα το συγκεκριμένο μπουμ, οι γυναίκες καλλιτέχνιδες παρά το αξιόλογο έργο τους, αγνοούνται προκλητικά. Είναι χαρακτηριστικό πως στην ποιητική ανθολογία του 1932 που επιμελείται ο Gerardo Diego[4], δεν υπάρχει ούτε ένα γυναικείο όνομα. Και μάλλον ως ειρωνικό ηχεί πως στην διευρυμένη επανέκδοση της συγκεκριμένης ανθολογίας, δύο χρόνια μετά, συμπεριλαμβάνονται μόλις δύο γυναίκες[5]. Το ίδιο φαινόμενο, λίγο πολύ, παρατηρείται με αρκετές ανθολογίες στις επόμενες δεκαετίες, όπου οι γυναίκες παραμένουν μια ισχνή μειοψηφία.
Διαβάστε περισσότερα









