Συμπληρώθηκαν πρόσφατα δέκα χρόνια από τη μονογραφία του Κώστα Κουτσουρέλη για τον ποιητή Κ. Π. Καβάφη (Κώστας Κουτσουρέλης, Κ. Π Καβάφης, Μελάνι, Αθήνα 2013), η οποία αναμφίβολα και τάραξε τα –στάσιμα για δεκαετίες– νερά των καβαφικών σπουδών και μελετών, προκαλώντας πλήθος σχολίων, αντεγκλήσεων, προβληματισμών, ακόμα και ξεκάθαρων προσωπικών επιθέσεων εναντίον του συγγραφέα και των όσων εκείνος πρεσβεύει. Του καταλογίστηκαν εμμονές, δικολαβίες και διαστροφές της πραγματικότητας, εγγενής προγραμματική διάθεση που δήθεν του υπαγορεύει να αποτελεί απλά μια φωνή αντίδρασης και αντιπολίτευσης στη –φερόμενη ως– ομόθυμη αποδοχή της καβαφικής ποιητικής, καθώς και πολλές άλλες συναφείς κατηγορίες. Συχνότατα δε, οι επιθέσεις αυτές συμπαρέσυραν και την ευρύτερη προσπάθεια της νεότερης έμμετρης ποίησης και λυρικής επαναμάγευσης του ποιητικού λόγου, περιχαρακώνοντας τη συζήτηση σε ένα ατυχές και εντελώς άστοχο δίπολο παράδοσης – νεωτερικότητας ή ελεύθερου – έμμετρου στίχου (τη στιγμή που σχεδόν το σύνολο του καβαφικού έργου είναι έμμετρο). Ελάχιστοι, ωστόσο, από τους επικριτές του μπήκαν όντως στη διαδικασία να εξετάσουν τα επιχειρήματα που ο συγγραφέας παραθέτει και να αντιπαρατεθούν μαζί του στην ουσία. Ας μη γελιόμαστε: η επίθεση στα γραφόμενα του Κουτσουρέλη δεν είχε ως στόχο την υπεράσπιση του ίδιου του Καβάφη, της μορφής και του έργου του, καθώς φαίνεται πως εντέλει οι πρώτοι διαφθορείς της παράδοσης του τελευταίου είναι οι ίδιοι οι αυτόκλητοι «θεματοφύλακες» και «υπερασπιστές» του.
Αν παρατηρήσει κανείς την εστίαση και τον πυρήνα των αντιδράσεων ενάντια στο βιβλίο του Κουτσουρέλη (όταν οι τελευταίες παρουσιάζουν μια στρωτή δομή κι επιχειρηματολογία και δεν αποτελούν απλά εκτέλεση μιας διατεταγμένης υπηρεσίας σε έναν άξονα προκατασκευασμένο, όπως συνέβη εκ νέου και πολύ πρόσφατα με αφορμή νεότερο έργο του), θα ανιχνεύσει ως βασικούς άξονες την αμφισβήτηση του προτύπου «μείζονα – ελάσσονα» που ο συγγραφέας μετέρχεται, καθώς και την απόπειρα να καταδειχθεί πως o τελευταίος προβαίνει ορισμένες φορές σε λογικά άλματα και σε λήψη του ζητουμένου. Κι αν τα επιχειρήματα αυτά ενδεχομένως να αποτελούν μια αφορμή έστω για καλόπιστη συζήτηση, κανείς τους δεν έκανε, από την άλλη, λόγο για την κομβικότερη όλων, κοινωνική διάσταση του θέματος Καβάφη και των όσων εκείνος έχει καταλήξει να συμβολίζει. Όταν ο συγγραφέας, ως αντικειμενικός παρατηρητής, μιλά για μια επιτυχία που εξηγείται κοινωνικά και κάλλιστα μπορεί να ατονήσει ή και να εξαφανιστεί ολότελα μόλις οι περιρρέουσες συνθήκες μεταβληθούν, καθίσταται προφανές πως μια ολόκληρη κάστα που ζει, τρέφεται και υφίσταται από αυτό θα ενοχληθεί και θα αντιδράσει, όπως, εξάλλου, η κάθε εξουσία που επιθυμεί την όσο πιο ανέφελη κι απρόσκοπτη διαιώνιση της κυριαρχίας της. Καθίσταται, λοιπόν, προφανές πως ο Κώστας Κουτσουρέλης «έσπασε αυγά», επισημαίνοντας τον ελέφαντα στο δωμάτιο και τη γύμνια του Αυτοκράτορα πίσω από τα αόρατά του ρούχα –προσοχή: αυτό δεν αφορά την δήθεν ποιητική ανεπάρκεια του Καβάφη, όπως του καταλογίζεται (του οποίου, εξάλλου, τις αρετές πρώτος εκείνος εξήρε, μιλώντας ανοιχτά τόσο για τα προτερήματα όσο και για τα ψεγάδια του), αλλά του συστήματος που έχει μετά θάνατον δομηθεί γύρω από την περσόνα και τη μορφή του, αρνούμενο να δεχτεί την παραμικρή μομφή σε οτιδήποτε θα μπορούσε δυνητικά να κλονίσει ή να αμφισβητήσει τη διατήρηση της άνωθεν κατασκευασμένης δυναμικής του.
Πάνω στο όνομα του (καθ’ όλα συμπαθούς και τολμηρού για τα δεδομένα της εποχής του) ποιητή Κ. Π. Καβάφη, έχει διαχυθεί τις τελευταίες δεκαετίες από τους (αυτοπροσδιοριζόμενους ως) επιγόνους και «συνεχιστές» του ένα μείγμα μετανεωτερικών θεωριών, κακοχωνεμένης «νέας Αριστεράς», υποτιθέμενου αντισυστημικού ριζοσπαστισμού οργανικά ενταγμένου εντός του λογοτεχνικού/εκδοτικού (κι εντέλει μετακεφαλαιοκρατικά δυτικού) συστήματος, εφήμερων ιδεολογημάτων που επιδιώκουν να διαβάσουν κατά το δοκούν την ανθρώπινη Ιστορία στην ολότητά της, πασπαλισμένων πάντοτε με ένα χορό χρημάτων, γνωριμιών, Ιδρυμάτων και φορέων, δημοσίων σχέσεων και διαβατηρίων για βιογραφική ενίσχυση, λογοτεχνική καταξίωση και ακαδημαϊκή καριέρα. Μια τέτοια συνθήκη μπορεί μεν κάλλιστα να παρέχει σε νέα και φιλόδοξα άτομα (που κλείνουν το μάτι στη συντεχνία λέγοντας υπόγεια ή μη «είμαι κι εγώ μαζί σας») μια εύκολη και σχετικά ανώδυνη «σκάλα» για ατομική προώθηση και εφήμερη αναγνωρισιμότητα εντός ενός μικρού κύκλου ειδημόνων, καταλήγει, ωστόσο, να διαστρέφει απόλυτα το έργο του ίδιου του ποιητικού προτύπου που –υποτίθεται πως– αποτελεί το συνεκτικό ιστό και το όχημα πρόσδωσης κύρους και συνεκτικής αφήγησης στο υποκείμενο που το επικαλείται. Το έργο του Καβάφη εμφανίζεται ως εκμαγείο κι αποτελεί απλά το υπόβαθρο και τη γαρνιτούρα για την εκάστοτε ατομοκεντρική ανάγνωση κι επικαιρική θεωρία που προϋποθέτει το Μάη του ’68, προάγοντάς τον ως «ρήξη» στο διηνεκές, με αποτελέσματα το λιγότερο κωμικά και καταλήγοντας να θυμίζει και να αντιγράφει το μεσσιανισμό των θεωρημάτων που –υποστηρίζει πως– γκρέμισε οριστικά. Έτσι, ο Αλεξανδρινός καταντά ένα ιδιότυπο «ξόανο» που περιφέρεται κι εγγράφεται σε διαφορετικά μεταξύ τους και παραδειγματικά συμπαρατιθέμενα περιβάλλοντα, θυμίζοντας περισσότερο ένα πολύχρωμο πάρτυ επιλογής χαρακτήρα και πίστας σε βιντεοπαιχνίδι παρά την απόμερη, μεταιχμιακή στάση απομάκρυνσης και αποστασιοποίησης από τις «πολλές συνάφειες» που εκείνος συνειδητά κρατούσε.
Παρατηρούμε, επομένως, το σύνηθες φαινόμενο της εκμετάλλευσης της περσόνας του Καβάφη ως του προνομιακού εκείνου πεδίου που θα επιτρέψει στον/στην κάθε ποιητή/-τρια, καθηγητή-τρια, μελετητή/-τρια, ηθοποιό, performer, slammer, installation/visual artist και content creator να αξιοποιήσει στο έπακρο τα «15 λεπτά δημοσιότητας» που δικαιούται, ώστε να εγγράψει δίπλα στην ασφαλή καβαφική καταφυγή και τον δικό του διάττοντα αστέρα. Σειρές συνεδρίων που καταλήγουν να διυλίζουν τον κώνωπα και να προβαίνουν σε ατυχέστατες αναλογίες για να εκβιάσουν τη σύνδεση με τον «ιδρυτικό μύθο» σε ένα θέμα χιλιοεξαντλημένο απ’ όλες τις κατευθύνσεις, διπλωματικές εργασίες και διδακτορικές διατριβές από κοινού με πλήθος μονογραφιών, δημοσιεύσεων και υποτροφιών που αποτελούν απλά μια αναδιάταξη ψηφίδων με άλλο σχήμα σε ένα tempo χιλιοπαιγμένο, καλέσματα και διαγωνισμοί για καβαφογενή –ή μη– έργα που λησμονούνται στο δευτερόλεπτο υπό την αιγίδα των προαναφερθέντων φορέων, καθώς και κάθε λογής workshops, schools και ημερίδες γνωριμιών και εφαλτηρίων καριέρας καταλήγουν να διαμορφώνουν μια συνθήκη που υμνεί (ή καλύτερα αντιπολιτεύεται υποτιθέμενα) έναν κόσμο που δήθεν ο Καβάφης πρώτος προέβλεψε, προετοίμασε και διαμόρφωσε, μια ακαθόριστη «μοντέρνα εμπειρία» της οποίας υπήρξε υποτίθεται ο προπάτορας. Στην πραγματικότητα, βέβαια, κάτι τέτοιο δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από μια πλήρη αντιστροφή του καβαφικού έργου, της περήφανης και μοναχικής στάσης κόντρα στην αναπόδραστη φθορά και λήθη, της ατομικής αξιοπρέπειας εντέλει κόντρα στην κυριαρχία της παρακμής.
Ο ίδιος ο ποιητής Καβάφης ήλπιζε βαθιά σ’ ένα διαφορετικό μέλλον, όπου το έργο του θα τύχαινε μιας μεγαλύτερης απήχησης από ένα κοινό πολύ πιο πεπαιδευμένο κι επαρκές. Ο Κώστας Κουτσουρέλης, μάλιστα, για να επιστρέψουμε εν είδει κύκλου στη μελέτη που προκάλεσε την πρώτη σπίθα του παρόντος άρθρου, απέφυγε με ένα δηκτικό σχόλιο να τοποθετηθεί επ’ αυτού, στην ουσία, ωστόσο, απαντώντας το στο ακέραιο. Ας μιλήσουμε, όμως, ανοιχτά: η (σχεδόν) ομόθυμη αγάπη του απλού αναγνωστικού κοινού στην ποίησή του είναι πλέον δεδομένη, έστω και αν οι όροι με τους οποίους διαμορφώθηκε και οι παράγοντες που πίεσαν προς αυτές τις κατευθύνσεις είναι ζητήματα που χρήζουν συζήτησης (και παρ’ όλη, επίσης, τη μη ευόδωση της ευχής του ποιητή ως προς την ολότητά της). Δεδομένη, ωστόσο, και διαρκής είναι και η εκμετάλλευση του ονόματος και της μορφής του από εκείνους που υποστηρίζουν ότι υπερασπίζονται την κληρονομιά και το όνομά του, εγγράφοντας επάνω του κάθε λογής ετεροκαθοριστικό και βραχύβιο θεώρημα. Ας μην ψάχνουν, λοιπόν, τους πολεμίους του καβαφικού έργου ανακαλύπτοντας φαντάσματα είτε στην κομβική πια μελέτη του Κουτσουρέλη είτε στο στρατόπεδο της νεότερης έμμετρης ποίησης. Αν όντως επιχειρούν να ανιχνεύσουν τους εχθρούς του Καβάφη και τους διαστροφείς της φυσιογνωμίας, της φωνής και του έργου του, ας κοιτάξουν, καλύτερα από την πλευρά των ίδιων των αυτόκλητων υπερασπιστών του. Μπορεί εντέλει, για να χρησιμοποιήσω μια περιώνυμη λατινική ρήση που επανεγγράφηκε και στο λεκτικό του τόσο προσφιλούς τους γαλλικού Μάη, να χρειαστεί τον «φυλάξουν από τους ίδιους του τους φύλακες»…










Αντιλαμβανόμενος την πικρία της στεναχώριας σας, που, δεν μπορούν, να εκμεταλλευθούν πολιτικά, τον Καβάφη ( η πολιτική αποτελεί μέρος της ανθρωπίνης φύσεως, αλλά και εκείνης του ζωϊκού βασιλείου, διέποντας την συμπεριφορά των ανθρώπων, αλλά και των ζώων, ως απαραίτητη προϋπόθεση επιβιώσως, σύμφωνα με τον πλατωνικό Θεαίτητο, και τα – Πολιτικά -, του Αριστοτέλους. Στον Θεαίτητο, ο Πλάτων, δια του Σωκράτους, διαιρεί την ανθρώπινη τέχνη τής επιμέλειας, σε βίαιη και εκούσια. Την βίαιη την ονομάζει τυραννική, ενώ την εκούσια τέχνη που ασχολείται με την φροντίδα τής αγέλης, η οποία περιποιείται δίποδα ζώα την ονομάζει πολιτική. Εδώ βλέπουμε, ότι ο Πλάτων και ο Σωκράτης, αναγωρίζουν ως ορισμό τής πολιτικής, την εσθλή έκφανσή της, εκείνη της ειρηνικής, συνεργατικής φροντίδος. Ο δε Αριστοτέλης, στα – Πολιτικά -, εκτός του ότι αναγνωρίζει τον άνθρωπο ως πολιτικό ον – νοητικόν, βουλευτικόν – συνδέοντας πρώτα την έννοια πολιτικός όχι με την πόλη, αλλά με την κοινωνία societas, δίνοντας προβάδισμα στον χαρακτηρισμό, κοινωνικός socialis, συνδέοντας αυτήν, έπειτα, με την οικονομία τής μορφής του συμβιωτικού βίου της οικογένειας ( ο γαρ άνθρωπος ου μόνον πολιτικόν αλλά οικονομικόν ζώον ), κατατάσσοντας στις εκφάνσεις τής πολιτικής το κοινωνικόν, το οικονομικόν, διευρύνοντας την έννοια τής πολιτικής, η οποία περιλαμβάνει όλες τις μορφές συνυπάρξεως των ανθρωπίνων κοινοτήτων, αναγνωρίζει πολιτικό αισθητήριο και στο ζωϊκό βασίλειο, αναφερόμενος στην συνεργασία τών μελισσών, των μυρμηγκιών ), οι θαυμαστές τής εξουσιαστικής, ελεύθερα αισχρο κερδοσκοπικής αγοράς, που, ανενόχλητη εγκληματεί, αντιλαμβανόμενος από την φράση σας, – στο λεκτικό τού τόσο προσφιλούς τους γαλλικού Μάη -, την αποστροφή σας για την αμφισβήτηση των γάλλων, τον Μάη του 68, καθώς, και, την αποστροφή σας για κάθε αμφισβήτηση τής διαχρονικά υπαρχούσης κοινωνικής οργανώσεως, αυτής τής εμπορευματικής, θα συμφωνήσω με την τελευταία φράση σας – ρήση λατινική, – να τον φυλάξουν από τους ίδιους του τους φύλακες -.
Να φυλαχθούμε, λοιπόν από τους ίδιους μας τους φύλακες, είτε αυτοί είναι συνταγματάρχες τής πάλαι ποτέ χωροφυλακής, είτε είναι ταξίαρχοι τεθωρακισμένων τού κέντρου εκπαιδεύσεως τεθωρακισμένων,
είτε στρατοπεδάρχες κοινοβουλευτικοί – υπάλληλοι των οικονομικών ολιγαρχών του κόσμου.
Μέρα που είναι σήμερα! Ξημέρωσε τ’ Απρίλη 21.
Υ.Γ. Αλλά, και αυτός πάλι ο Καβάφης δεν πρόσεχε!
Με αυτά που έγραψε ο αφιλότιμος, πως θα μπορούσε, να αποφευχθεί η εκμετάλλευσις από κάποιους
επιτηδείους; Πήγαινε γυρεόντας, ως φαίνεται, και αυτός.
«Nous n’osons plus chanter les roses*»
Εγώ φοβούμενος τα τετριμμένα
πολλούς μου λόγους αποσιωπώ.
Εν τη καρδία μου είναι γραμμένα
πολλά ποιήματα· και τα θαμμένα
εκείνα άσματά μου αγαπώ.
Ω πρώτη, αγνή, μόνη ελευθερία
της ήβης προς την ηδονήν ροπή!
Ω μέθη των αισθήσεων γλυκεία!
Τας θείας σας μορφάς κοινοτοπία
φοβούμαι μη υβρίσει ποταπή.
——————–
Μέρες του 1896
Εξευτελίσθη πλήρως. Μια ερωτική ροπή του
λίαν απαγορευμένη και περιφρονημένη
(έμφυτη μολοντούτο) υπήρξεν η αιτία:
ήταν η κοινωνία σεμνότυφη πολύ.
Έχασε βαθμηδόν το λιγοστό του χρήμα·
κατόπι την σειρά, και την υπόληψί του.
Πλησίαζε τα τριάντα χωρίς ποτέ έναν χρόνο
να βγάλει σε δουλειά, τουλάχιστον γνωστή.
Ενίοτε τα έξοδά του τα κέρδιζεν από
μεσολαβήσεις που θεωρούνται ντροπιασμένες.
Κατήντησ’ ένας τύπος που αν σ’ έβλεπαν μαζί του
συχνά, ήταν πιθανόν μεγάλως να εκτεθείς.
Αλλ’ όχι μόνον τούτα· δεν θα ’τανε σωστό.
Αξίζει παραπάνω της εμορφιάς του η μνήμη.
Μια άποψις άλλη υπάρχει που αν ιδωθεί από αυτήν
φαντάζει, συμπαθής· φαντάζει, απλό και γνήσιο
του έρωτος παιδί, που άνω απ’ την τιμή,
και την υπόληψί του έθεσε ανεξετάστως
της καθαρής σαρκός του την καθαρή ηδονή.
Απ’ την υπόληψί του; Μα η κοινωνία που ήταν
σεμνότυφη πολύ συσχέτιζε κουτά.
————————–
Θερμοπύλες
Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωή των
όρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες·
δίκαιοι κι ίσιοι σ’ όλες των τες πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας κι ευσπλαχνία·
γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι πτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι,
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε·
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.
Και περισσότερη τιμή τούς πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
κι οι Μήδοι επιτέλους θα διαβούνε.
————————-
Che fece . . . . il gran rifiuto
Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος το ’χει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα
πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ’ όχι — το σωστό — εις όλην την ζωή του.
———————
Πρόσθεσις
Αν ευτυχής ή δυστυχής είμαι δεν εξετάζω.
Πλην ένα πράγμα με χαράν στον νου μου πάντα βάζω —
που στην μεγάλη πρόσθεσι (την πρόσθεσί των που μισώ)
που έχει τόσους αριθμούς, δεν είμ’ εγώ εκεί
απ’ τες πολλές μονάδες μια. Μες στ’ ολικό ποσό
δεν αριθμήθηκα. Κι αυτή η χαρά μ’ αρκεί.
———-
Δυνάμωσις
Όποιος το πνεύμα του ποθεί να δυναμώση
να βγη απ’ το σέβας κι’ από την υποταγή.
Από τους νόμους μερικούς θα τους φυλάξει,
αλλά το περισσότερο θα παραβαίνει
και νόμους κ’ έθιμα κι’ απ’ την παραδεγμένη
και την ανεπαρκούσα ευθύτητα θα βγη.
Από ταις ηδοναίς πολλά θα διδαχθή.
Την καταστρεπτική δεν θα φοβάται πράξι·
το σπίτι το μισό πρέπει να γκρεμισθή.
Έτσι θ’ αναπτυχθή ενάρετα στην γνώσι.
Η ρητορική δεινότητά σας, με τέχνης διαλεκτική, αδιαμφισβήτητη! Διατείνεσθε;
-Πάνω στο όνομα του (καθ’ όλα συμπαθούς και τολμηρού για τα δεδομένα της εποχής του) ποιητή Κ. Π. Καβάφη, έχει διαχυθεί τις τελευταίες δεκαετίες από τους (αυτοπροσδιοριζόμενους ως) επιγόνους και «συνεχιστές» του ένα μείγμα μετανεωτερικών θεωριών, κακοχωνεμένης «νέας Αριστεράς», υποτιθέμενου αντισυστημικού ριζοσπαστισμού οργανικά ενταγμένου εντός του λογοτεχνικού/εκδοτικού (κι εντέλει μετακεφαλαιοκρατικά δυτικού) συστήματος, εφήμερων ιδεολογημάτων που επιδιώκουν να διαβάσουν κατά το δοκούν την ανθρώπινη Ιστορία στην ολότητά της, πασπαλισμένων πάντοτε με ένα χορό χρημάτων, γνωριμιών, Ιδρυμάτων και φορέων, δημοσίων σχέσεων και διαβατηρίων για βιογραφική ενίσχυση, λογοτεχνική καταξίωση και ακαδημαϊκή καριέρα. –
Και αν υπάρχουν, όπως αναφέρετε ( και ασφαλώς θα υπάρχουν ), κάποιοι που εκμεταλλέυθηκαν την καθομολογουμένη αμφισβήτηση του Καβάφη, αλλά και γενικά την αμφισβήτηση για ευτελή ιδιοτέλεια, καθαγιάζεται, απενοχοποιούμενος, ο εκμεταλλευτικός εμπορευματικός πολιτισμός και οι συνέπειές του; Ή δράττεσθε της ευκαιρίας ( και δικαίωμά σας αναφαίρετο, υποστηρίζοντας εγώ αυτό το δικαίωμα ), να εκφράσετε, και καλώς πράττετε, τα αντιελευθεριακά – αντικομμουνιστικά συναισθήματά σας, χωρίς, όμως, να ανοίγετε τα χαρτιά σας, τα οποία κρατάτε κλειστά, χωρίς να μας εκθέτετε την δική σας οπτική από την ανάγνωσή σας, τής ανθρώπινης ιστορίας στην ολότητά της, χωρίς να αντιπαρατάσσετε στην ολοφάνερη αντίθετική απόσταση αντιπαθείας σας από την απόπειρα των γάλλων τον Μάη του 68, να ανεβάσουν την φαντασία στην εξουσία ( και ας μην εγνώριζαν οι περισσότεροι από αυτούς τον Καβάφη ), παίρνοντας τις ζωές τους στα χέρια τους, λειτουργώντας και αποφασίζοντας οι ίδιοι τα , και, για, τα εργοστάσια, καθώς, λειτουργώντας και αποφασίζοντας κάθε, και, για, κάθε μέσο και χώρο παραγωγής. Αντιτάξτε την μισθωτή εργασία, τον ντεγκώλ, την σοσιαλδημοκρατία των παπανδρέου, μιτεράν, τον λεπέν.
Εν πάση περιπτώσει, εκτεθείτε, ομολογήστε, ότι δεν πιστεύετε, ούτε έχετε διάθεση, να οραματίζεσθε έναν κόσμο καλύτερο από αυτόν που η εκμετάλλευση, μέχρι στιγμής, στηριζόμενη από τους ανθρώπους, με θράσος, ξεδιάντροπα, επιδεικνύει! Σε αντίθεση με εμένα και κάποιους άλλους, ελάχιστους ( που η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων θεωρεί, αποκαλώντας αυτούς ), επικίνδυνους γραφικούς, οι οποίοι οραματιζόμεθα σοσιαλισμό άμεσης δημοκρατίας και όχι βαραβαρότητα!
Ο αντίλαλος του Μάη του 68, ΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΊΑΣ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΊΑ, που, προς πείσμα των σημερινών ανθρώπων φονταμενταλιστών, πάντα εκκοφαντικά θα απειλεί,
ως δια μαγείας θείας έρχεται, να συναντήσει, αγκαλιάζοντας, τους στίχους αυτούς του Καβάφη.
Βάβαια, ο Καβάφης ακόμα πιο ουτοπικός:
Αδύνατα
Μία χαρά υπάρχει πλην ευλογητή
μία παρηγορία εν αυτή τη λύπη.
Από το τέλος τούτο πόσοι συρφετοί
λείπουν χυδαίων ημερών, πόση ανία λείπει!
Είπεν είς ποιητής· «Είναι αγαπητή
η μουσική που δεν δύναται να ηχήσει».
Κι εγώ θαρρώ ότι η πλέον εκλεκτή
είν’ η ζωή εκείνη που δεν δύναται να ζήσει.
Όσο η αντιερωτική κοινωνία παραμένει, γιατί παραμένει, επιμένοντας, στην ανδροκρατική μονογαμική πατριαρχική αποχή έρωτος, στην ομοφοβία δηλαδή στην ΚΑΘΟΛΙΚΉ ΕΥΝΟΥΧΊΑ, για να λειτουργεί η εξιδανίκευση των υλικών αγαθών και η καταναλωτική πρέζα τού εμπορεύματος ΦΕΤΊΧ στις ψυχές των ανθρώπων, ο ΚΑΒΆΦΗΣ θα αποτελεί πυξίδα που οδηγεί με τόλμη στην πρωτοπορία, και, όχι, όπως γράφετε, – συμπαθής και τολμηρός για τα δεδομένα της εποχής του -, υπονοώντας, ότι τα δεδομένα της κοινωνίας άλλαξαν ( δεν βλέπετε τις παιδεραστίες, τους βιασμούς – τις γυναικοκτονίες, τις κτηνοβασίες; ), άρα ο Καβάφης έπαψε να είναι τολμηρός, πρωτοπόρος, όντας ξεπερασμένος.
ΚΤΥΠΉΜΑΤΑ ΚΆΤΩ ΑΠΌ ΤΟ ΤΡΑΠΈΖΙ, που, όμως, τα πρόσφατα γεγονότα τα καθιστούν ανεπιτυχή, εκθέτοντάς τα ανεπανορθότως!