Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις, Μεταφραστικό Εργαστήρι

«Η παθιασμένη ποίηση και η τραγική ιστορία της Halina Poświatowska (1935-1967)» (γράφει και μεταφράζει η Βασιλική Στούκα)

Η Halina Poświatowska ήταν ποιήτρια και συγγραφέας, μία από τις πλέον σημαντικές μορφές της πολωνικής ποίησης του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα.

 

«μού αρέσει να νιώθω νοσταλγία

να σκαρφαλώνω στο κιγκλίδωμα του ήχου και των χρωμάτων

να αιχμαλωτίζω με ανοιχτά χείλη

παγωμένες μυρωδιές

μού αρέσει η μοναξιά μου

κρεμασμένη πιο ψηλά από μια γέφυρα

που αγκαλιάζει τον ουρανό με τα χέρια της

και από την αγάπη μου

που πατάει ξυπόλητη

στο χιόνι»

 

Γεννήθηκε ως Halina Myga στις 9 Μαΐου 1935 στην Τσενστοχόβα, πόλη της νότιας Πολωνίας. Ο πατέρας της ήταν τεχνίτης και η Halina είχε άλλα τρία αδέρφια. Η Poświatowska ήταν τεσσάρων ετών όταν ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος που σημάδεψε ολόκληρη τη ζωή της. Τις τελευταίες μέρες πριν την απελευθέρωση της γενέτειράς της από τη γερμανική κατοχή (15 και 16 Ιανουαρίου 1945), η μικρή Haśka, όπως ήταν το υποκοριστικό της, και η οικογένειά της κρύβονταν στο υπόγειο. Το κρύο και η υγρασία την έκαναν να υποφέρει από στηθάγχη και, με την πάροδο του χρόνου, τα βακτήρια του στρεπτόκοκκου επιτέθηκαν σ’ ολόκληρο το σώμα της, προκαλώντας της αρθρίτιδα και, κατά συνέπεια, μη αναστρέψιμη καρδιακή πάθηση. Η, τότε, ανίατη ασθένεια ανάγκασε τη Halina να περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της σε νοσοκομεία και σανατόρια. Ωστόσο, δεν εγκατέλειψε την εκπαίδευση· αποφοίτησε από το γυμνάσιο και, έπειτα, από το λύκειο θηλέων.

Η Poświatowska διαπνεόταν από φιλοδοξία και περιέργεια για τον κόσμο και τους ανθρώπους, διάβαζε και έγραφε πολύ, περιγράφοντας την πραγματικότητά της με τον πιο ευαίσθητο τρόπο. Ενώ βρισκόταν στο νοσοκομείο, συνάντησε τον ζωγράφο και φοιτητή κινηματογράφου Adolf Ryszard Poświatowski, επίσης σοβαρά άρρωστο με καρδιακή πάθηση. Παρά τις συμβουλές των γιατρών, το ζευγάρι παντρεύτηκε στις 30 Απριλίου 1954. Δύο χρόνια αργότερα, η Halina έμεινε χήρα.Ήταν μόλις 21 ετών.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Γρηγορίος Ξενόπουλος, «Το πρώτο μου Πάσχα»

Aγαπητοί μου,

Aυτές τις ημέρες ξαναγυρίζω πάντα στα παιδικά μου χρόνια. Kαι θυμάμαι τις θαυμάσιες εκείνες γιορτές που χαιρόμουν στην πατρίδα μου, όταν ήμουν μικρό αμέριμνο παιδί κι είχα τους καλούς μου γονείς να με φροντίζουν και να μ’ οδηγούν σε όλα. Φυσικά και στην εκκλησία ή στα «θρησκευτικά μου καθήκοντα»… Όσο ήταν χειμώνας, η μητέρα μου μ’ έπαιρνε μαζί της στον Άι-Γιάννη ή στη Φανερωμένη, τις γειτονικές μας εκκλησίες, που λειτουργούσαν κάπως αργά — από τις οκτώ η μια, από τις εννιά η άλλη. Mα όταν έμπαινε η άνοιξη, που μπορούσα να ξυπνώ και να βγαίνω πιο πρωί, ο πατέρας μου μ’ έπαιρνε στην Eπισκοπιανή ή στον Άγιο Xαράλαμπο, εξοχικές εκκλησίτσες αυτές, σ’ ένα ωραίο παραθαλάσσιο προάστιο, που λειτουργούσαν από τις επτά. Mετά τη λειτουργία, κάναμε κι έναν περίπατο στους Kήπους και γυρίζαμε λιγάκι κουρασμένοι μα πολύ ευχαριστημένοι κι οι δυο.

Ω, ήταν τόσο όμορφα! H άνοιξη είχε στολισμένες τις πρασινάδες με μαργαρίτες άσπρες και κίτρινες, με ολοκόκκινες παπαρούνες και μ’ άλλα γαλάζια ή μαβιά αγριολούλουδα. Tί πολύχρωμο το χαλί που απλωνόταν στα χωράφια! Tο έβλεπα κι από την ανοιχτή πόρτα της εκκλησιάς, καθώς άκουγα τα ψαλσίματα, τις ευχές και τα ευαγγέλια. Tα ευαγγέλια προπάντων μ’ άρεσαν πολύ. Eίναι τόσο ποιητικά αυτά που λένε πριν και μετά το Πάσχα! Πρώτα των Bαΐων —και συνήθως απ’ αυτή την Kυριακή άρχιζα να πηγαίνω στις εξοχικές εκκλησίτσες— έπειτα της Aνάστασης, έπειτα του Θωμά, των Mυροφόρων, της Σαμαρείτιδος… O παπα-Λογοθέτης, εφημέριος στον Άι-Xαράλαμπο, πολύ γραμματισμένος, τα έλεγε θαυμάσια. Kι όχι ψαλτά με μπάσα και σικόντα, όπως σ’ άλλες εκκλησιές· αλλά διαβαστά, καθαρά, σταράτα, λέξη προς λέξη, και μ’ έκφραση, με τόνο ώστε να καταλαβαίνη το νόημα κι ο αγράμματος. Kι αλήθεια, στις εκκλησίτσες εκείνες το περισσότερο πήγαιναν απλοί, ταπεινοί άνθρωποι του λαού — ψαράδες, βαρκάρηδες, κηπουροί, μυλωνάδες. Kαι σου ’κανε χαρά να τους βλέπεις ντυμένους κυριακάτικα, ν’ ακούνε με τόση ευλάβεια και με τόση προσοχή τα λόγια του Kυρίου…

Tη Mεγάλη όμως Eβδομάδα και το Πάσχα, όλη όλη μου η «εκκλησία» ήταν, την Kυριακή το πρωί, η Aνάσταση που γινόταν στο ύπαιθρο, και κατόπι η λειτουργία: Δεύτε λάβετε φως, Xριστός Aνέστη, Eν αρχή ην ο λόγος και καθεξής. Δεν μ’ έβγαζαν έξω βράδυ, κι ούτε στα Nυμφία με πήγαιναν, ούτε στην Aκολουθία των Παθών, ούτε στη λιτανεία του Eπιταφίου, που μόνο την πένθιμη μουσική της άκουγα από μακριά, αν τύχαινε να ξυπνήσω τη νύχτα της Mεγάλης Παρασκευής. Έτσι δεν ήξερα καλά τί προηγήθηκε απ’ την Aνάσταση. Mόνο, από την Kυριακή των Bαΐων, πως ο Xριστός μπήκε θριαμβευτικά στα Iεροσόλυμα. Aλλά τί έκαμε κει, τί τον έκαμαν, άκρες μέσες: Kάποιος Mυστικός Δείπνος, κάποιος σταυρικός Θάνατος, κάποια Tαφή σε καινό μνημείο… Tί να ήταν αυτά; Πώς να είχαν γίνει; Mόλις είχα μια ιδέα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Δημήτριος Μουζάκης, «Συστηματική Βιομυθολογία», εκδόσεις ΑΩ, 2024

ΟΛΑ ΕΞΗΓΟΥΝΤΑΙ ΠΑΡΟΤΙ ΟΛΑ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑΝ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΑΛΛΙΩΣ

(από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Εκπαιδευτικού και λογοτεχνικού ενδιαφέροντος, η “Συστηματική Βιομυθολογία” είναι μια συλλογή από ιστορίες bonsai, καθεμία από τις οποίες φέρει την επιστημονική ονομασία ενός βιολογικού είδους στα λατινικά. Κάθε ιστορία έχει θεμελιωθεί πάνω σε μια βιολογική αλήθεια: οι υδροβάτες περπατούν πράγματι πάνω στο νερό, κάποιες αράχνες καταβροχθίζουν πράγματι το ταίρι τους μετά το ζευγάρωμα, κάποιες σαύρες πετούν πράγματι αίμα από τα μάτια τους, κάποιες πεταλούδες πράγματι πίνουν τα δάκρυα κροκοδείλων… Για όσους αγαπούν τη φύση, τη βιολογία, την περιπλοκότητα των αισθημάτων, την ποικιλία των συμπεριφορών, για γονείς, παιδιά και εκπαιδευτικούς, για νέους 6 έως 106 ετών, η “Συστηματική Βιομυθολογία” εγγυάται μια συναρπαστική και πρωτότυπη ανάγνωση.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Kαλλιόπη Μπαγουλή, Ποιήματα

Ισορροπία ιδιότροπη

Κοιμήθηκα και ήσουν εκεί.
Κι όμως δεν ήσουν.
Ξύπνησα και δεν ήσουν εκεί.
Κι όμως ήσουν.
Ισορροπία ιδιότροπη.
Στην παρουσία σου απών.
Στην απουσία σου παρών.

Ποτε άτονο

Τίποτα πιο επικίνδυνο
από ένα «πότε;»
παραμελημένο.
Κακιώνει.
Στραβώνει.
Τόσο όσο χρειάζεται
για να γλιστρήσει ο τόνος
στη λήγουσα.

Τρία χαϊκού

Ι
Η αμυγδαλιά
πριν έρθει η Άνοιξη
ξέρει ν’ ανθίζει.

ΙΙ
Αστέρι να ’σαι.
Ν’ αστράφτεις μες στη νύχτα
απ’ το φως εντός.

ΙΙΙ
Μα η θάλασσα
της ψυχής τιθασεύει
κάθε φουρτούνα.

Θυμάσαι;

Έτσι περνούσαν εκείνες οι ημέρες.
Με σιωπές σαν βροντές
παρατηρούσαμε στο τζάμι
τον συνωστισμό και τις άσκοπες μετακινήσεις
των σταγόνων της βροχής.
Θυμάσαι;

**********************************
[Τα παραπάνω ποιήματα είναι από τη συλλογή «Στάσου λίγο» – Εκδόσεις Ελκυστής, 2021]

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Emile Gebhart (1839-1908), «Το Πάσχα του φυγόδικου»

Επαναβλέπω πάντοτε την θελκτικήν χώραν, ήτις από των φαράγγων της Αρκαδίας άγει τον οδοιπόρον εις την πεδιάδα της Ήλιδος και εις τους δροσερούς του Αλφειού λειμώνας. Παύει τις να βλέπη τα υψηλά όρη του Λυκείου και του Μενάλου, κιβωτόν των παλαιών δαιμονικών μύθων και μελαγχολικήν ερημίαν όπου αναπαύεται ως εν νεκροπόλει ογκολίθων στεφομένη υπό της χιόνος και της πάχνης η αυστηρά ψυχή της Πελασγικής Ελλάδος. Παρελαύνουν τώρα μόνον πυκνόφυτοι λοφίσκοι, ανθηραί κοιλάδες, παχυλοί λειμώνες, διαυγή ρυάκια κυλιόμενα και κελαρύζοντα εις τας στενάς πτυχάς του μαγευτικού τοπείου, ίνα καταλήξουν εις τον Ερύμανθον. Και ο Ερύμανθος αυτός βουκολικός ρύαξ είνε, όπου μόνον οι αστράγαλοι βρέχονται από το κρυστάλλινον ύδωρ το κατοπτρίζον τα σειόμενα ελαφρώς αργυρά φυλλώματα.

Και εις την θελκτικήν αυτήν έρημον πού και πού παρουσιάζονται πτωχικαί καλύβαι πτωχοτάτων χωρικών και μικροί βοσκοί άξιοι των ύμνων του Βιργιλίου φυλάσσοντες από διαστήματος εις διάστημα ολίγα τινά τρελλά ερίφια!

Την πρωίαν εκείνην ήτο Μεγάλη Πέμπτη, έπρεπε να διαβώμεν τον Αλφειόν, ίνα διά της Ολυμπίας κοιλάδος, των ορίων της Φιγαλίας και των Μεσσηνιακών πεδιάδων φθάσωμεν εις το όρος της Ιθώμης το υπό του Σατωβριάνδου εξυμνηθέν. Αι βροχαί όμως του Απριλίου είχον πληρώσει τον Αλφειόν, όστις με αξιώσεις μεγάλου ποταμού μας ηνάγκασε τόσον να λοξοδρομήσωμεν ίνα εύρωμεν κατάλληλόν τι πέραμα ώστε ηναγκάσθημεν να παραιτηθώμεν της επισκέψεως των συντριμμάτων της Ολυμπίας.

Περι το εσπέρας ευρέθη το πέραμα. Κινδυνώδες διότι εκινδυνεύσαμεν να παρασυρθώμεν με τους ίππους μας, οχληρόν διότι περίβρεκτοι εγίναμεν ως σπόγγοι.

-Και πού θα στεγνώσωμεν, πού θα δειπνήσωμεν; ηρώτησα τον οδηγόν μας.

-Εκεί επάνω εις το βουνό, εις το Μαυροκέφαλον…

Διαβάστε περισσότερα