Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

«Μέλος και λόγος στην ποίηση του Βάκη Λοϊζίδη» (γράφει ο Κώστας Τσιαχρής)

`

Σε έναν ειρωνικό διάλογο με ένα ανολοκλήρωτο ποίημα του [«Γιατί σβήνεις αγριεμένο»], ο Βάκης Λοϊζίδης θίγει με έναν αφοπλιστικό και αβίαστα φυσικό τρόπο ένα θέμα που βασανίζει αλύπητα όλους εκείνους που γράφουν ποίηση και θέλουν να πιστεύουν ότι το έργο τους συνιστά μια πράξη επικοινωνίας.  Ειδικά τα τελευταία χρόνια που ο λόγος έχει καταντήσει υποχείριος της εικόνας κι αδυνατεί να πείσει για το βάρος της αυτόνομης ύπαρξής του. Συνομιλώντας λοιπόν με το ποίημα του ο Ποιητής αναρωτιέται με ποιο τρόπο καταξιώνονται σήμερα τα στιχουργήματα, για να καταλήξει υπαινικτικά ότι η αναγνώριση περιβάλλει μόνο εκείνους τους στίχους που προορίζονται για μελοποίηση. Υπαινίσσεται δηλαδή ότι το βασικό κλειδί για την επικοινωνία του ποιητή με το αναγνωστικό κοινό είναι η προσαρμογή του λόγου στο «μέλος».
Από αυτή την άποψη, ο Λοϊζίδης εγείρει είτε άθελά του είτε σκόπιμα το μεγάλο ζήτημα των προσδοκιών του σημερινού αναγνώστη από τον ποιητή, και ευρύτερα της πρόσληψης της ποίησης. Η αλήθεια είναι ότι η ποίηση που γράφεται σήμερα έχει απομακρυνθεί σε μεγάλο βαθμό από αυτό που θα αποκαλούσαμε «μουσικότητα».  Οι ποιητές, προσηλωμένοι στο δόγμα του μοντερνισμού, που ορίζει ως συστατικά της επιτυχημένης γραφής το γριφώδες ύφος, την αφαίρεση, την ανατροπή των συντακτικών κανόνων και την υιοθέτηση του πεζολογικού τόνου, έχουν κατά κάποιο τρόπο συνεργήσει στην παραγωγή μιας ποίησης άνευρης, σχεδόν ανίκανης να συνομιλήσει με τις φωνές, με τις λέξεις, με τα σώματα και τις μουσικές των απλών ανθρώπων. Στις λίγες περιπτώσεις που αυτό γίνεται κατορθωτό, είναι γιατί οι ποιητές αντιλαμβάνονται το αδιέξοδο των παραπάνω επιλογών και αγωνίζονται να επανασυνδέσουν την ποίηση με την απλότητα και με τη μουσική.

`
Ο Βάκης Λοϊζίδης ανήκει ασφαλώς στην τελευταία κατηγορία. Φιλολογικά ωστόσο εντάσσεται στη μεγάλη ομάδα των ποιητών που κατάγονται από την Κύπρο και θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως η «Γενιά μετά την εισβολή».  Πρόκειται για τη γενιά των ποιητών που αρχίζουν να δημιουργούν κυρίως μετά τη δεκαετία του ’90, όταν πια τα τραύματα της τουρκικής εισβολής έχουν αρχίσει να απαλύνονται και η ποιητική θεματική αναζητά νέα πεδία έμπνευσης, μακριά από το εθνικο-πατριωτικό στοιχείο. Η πρώτη του συλλογή «Ποίηση και κολάζ» κυκλοφόρησε το 1995 και ακολούθησαν άλλες έξι, με τελευταία το «Ο άγγελος και ο γλύπτης» του 201. Ας προσπαθήσουμε να διαγράψουμε τα γενικά χαρακτηριστικά της ποίησής του:
`

Ο λόγος του είναι καθαρός, ισορροπημένος ανάμεσα στη συγκίνηση και στο νόημα, άμεσος και χωρίς περιττά μαλάματα. Ο ποιητής κοιτάζει την Ποίηση κατάματα και σημαδεύει σʼ αυτό που μπορεί ακόμη να πει κάτι ουσιώδες. Ο λόγος του, σε μια εποχή που το γυμνό έχει χάσει ίσως οριστικά τη δύναμη του αιφνιδιασμού,  έχει τη θράσος νʼ απογυμνώνει τα πράγματα και να εκπλήσσει.
Τα ποιήματα είναι ολιγόστιχα, με το λόγο συμπυκνωμένο στο βαθμό που πρέπει, έτσι ώστε η αφαίρεση να μη λειτουργεί σε βάρος της ουσίας,  να μη θολώνει παρά να φωτίζει την ανάγνωση. Έτσι, τίποτε δε φαίνεται περιττό, πρόσθετο, διακοσμητικό, αλλά και τίποτε λειψό, γριφώδες, σκοτεινό. Είναι τέτοια η διαύγεια της έκφρασης που εξαναγκάζει την αφαίρεση να τηρεί τις ισορροπίες, να προσδίδει χρώμα και χάρη στο ποιητικό συμβάν και να μην απομένει φόρμα που απλώς μεταφέρει ασύνδετες εμπειρίες.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ηρακλής Κακαβάνης, «Η θρησκευτικότητα του Βάρναλη(;!)»

`

Προκειμένου να εξυπηρετηθεί η τρέχουσα πολιτική σκοπιμότητα, εκτός από τα συμφέροντα του λαού, θυσιάζονται ακόμα και ποιητές. «Όλα τα σφάζω όλα τα μαχαιρώνω» κατά την έκφραση του πλανόδιου μικροπωλητή.
Η επίσκεψη του Αλέξη Τσίπρα στο Άγιο Όρος προκάλεσε ένα κύμα κριτικής για το αν αυτό συνάδει με την αριστεροσύνη του. Και τα δύο από μόνα τους, χρίζουν συζήτησης αλλά δεν είναι της παρούσης.
Οι υπερασπιστές του Αλέξη Τσίπρα για να «απενοχοποιήσουν» την ενέργεια του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, στράφηκαν στην αναζήτηση παράλληλων παραδειγμάτων. Και νόμισαν ότι το βρήκαν στα πρόσωπα κομμουνιστών ποιητών:
«Φοβάμαι όμως ότι δεν έχουν καν ακουστά για κάποιους κομμουνιστές ποιητές όπως ο Κώστας Βάρναλης, ο Γιάννης Ρίτσος, ο Τάσος Λειβαδίτης που έγραψαν αριστουργήματα για την Παναγία και το Χριστό και που μελοποιημένα τραγουδήθηκαν από χιλιάδες αριστερούς. Ή για τους ανταρτοπαπάδες της Εθνικής μας Αντίστασης.
Δυστυχώς λεπτομέρειες! Σε ένα τεράστιο ψηφιδωτό κατάντιας του δημόσιου λόγου και της συλλογικής μνήμης…».

`

Προσπερνώντας το ύφος του σχολίου, και επειδή η συλλογική μνήμη δεν έχει εξασθενίσει, υπενθυμίζουμε ότι οι ανταρτοπαπάδες, παιδιά του λαού, σε μια στιγμή που λαός μάχονταν για την ελευθερία του, άφησαν το ευαγγέλιο και έπιασαν το ντουφέκι. Και είμαστε σίγουροι πως αν ο λαός ξαναβρεθεί στο δρόμο να διεκδικεί το δίκιο του αρκετοί κληρικοί, παιδιά του λαού, θα συμπορευτούν μαζί του. Είναι αυτές οι στιγμές σταυροδρόμια για τους ανθρώπους που επιλέγουν ποιον δρόμο θα πάρουν. Είναι στιγμές επαναπροσδιορισμού. Και σε αυτές τις στιγμές κληρικοί θα αφήσουν το ευαγγέλιο και θα πιάσουν μέχρι και το σφυροδρέπανο.
Όσον αφορά τους ποιητές τώρα. Καθένας τους είναι ξεχωριστή περίπτωση. Θα αρκεστούμε στο Βάρναλη για τον οποίο αρκούσε μόνο το απόσπασμα από τα «Φιλολογικά απομνημονεύματά» του για να απαντήσει στην υπαινισσόμενη θρησκευτικότητα του Βάρναλη (στα 1935):
`

«Πρώτα – πρώτα θα ήτανε πολύ γελοίος ανθρωπάκος εκείνος, που θα μπορούσε να έχει προηγούμενα με τα υπερφυσικά όντα κάθε θρησκείας και κάθε μυθολογίας! Όσο για μένα όλες οι υπερφυσικότητες και οι μεταφυσικότητες είναι έξω από την πνευματική και από τη συναισθηματική ζωή μου. Αν η Παναγία μου κίνησε το ποιητικό μου ενδιαφέρο, είναι γιατί μπορούσε εύκολα να γίνει η Μανα-Σύμβολο, ο τύπος όλων των μανάδων, που κλαίνε και δέρνονται, όταν τους αδικοσκοτώνουνε τα παιδιά τους, ο τύπος και το σύμβολο της πραγματικής μητρότητας, που μπορεί να φτάσει ίσαμε την έσχατη προστυχιά και ίσαμε το έγκλημα για να σώσει το πλάσμα της. Αυτό δεν ήτανε βρισιά ούτε ενάντια της μάνας ούτε ενάντια στα θεία!
Ένας άθρησκος άνθρωπος δε βρίζει τα θεία (πώς να τα βρίσει, αφού δεν τα πιστεύει!). Εκείνοι τα βρίζουνε, που και τα καπηλεύονται. Οι γνωστές βλαστήμιες: «το Χριστό σου! την Παναγία σου! τα πεθαμένα σου!» είναι αποκλειστικό δικαίωμα και προνόμιο εκείνων, που «πιστεύουνε» στα θεία και φοβούνται το θάνατο, όσο και την Αλήθεια!

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Τα Πάθη των Λογοτεχνών» (Γράφει ο Χάρης Συνοδινός)


`

Ah! ne ralentis pas tes flammes;
Réchauffe mon coeur engourdi,
Volupté, torture des âmes!

Charles Beaudelaire

`

Τι κοινό έχουν ο Καρυωτάκης με τον Καβάφη,τον Λαπαθιώτη και τον Σεφέρη;

Με μία πρώτη ματιά όλοι τους ανήκουν στο πάνθεον των Ελλήνων ποιητών και έχουν πολιτογραφηθεί στον ιδεών την πόλη. Με μία δεύτερη ματιά, ωστόσο,ίσως κάποιος οξυδερκής παρατηρητής προσέξει πως το νήμα της ζωής τους είτε κόπηκε εξαιτίας της ροπής τους προς τα μεγάλα πάθη είτε κινδύνευσε να διαρραγεί επείδη ο βίος τους είχε παγιδευτεί στα λιμνώδη ύδατα ισχυρών έξεων. Να ´ταν το τάλαντο της μοίρας που τους έπεσε βαρύ; Να ‘ταν το δώρο της Μούσας,που τους προίκισε με μια ψυχή ευαίσθητη ικανή να προσλαμβάνει όλες τις δονήσεις της ύπαρξης,που είχε σοβαρές παρενέργειες,όπως η αδυναμία να θωρακίσουν την καρδιά τους από τις σεισμικές αναταράξεις μιας ευμετάβλητης αν όχι φειδωλής πραγμαρικότητας; Να ´ταν η απροθυμία τους να συμβιβαστούν με την προτροπή του νομπελίστα Μικρασιάτη , που προειδοποιούσε για τα δεινά που περιμένουν όλους όσοι θέλουν να βλέπουν όλη την ώρα, σύμφωνα με την οποία: “πρέπει να μικραίνεις το διάφραγμα, όπως στη φωτογραφία” ; Να ´ ταν η χαμένη Ιθάκη μιας ανεκτίμητης παιδικής γαλήνης ,που προσπάθησαν να αναβιώσουν γευόμενοι τους λωτούς της κίβδηλης ευτυχίας ; Να ´ταν οι Ερινύες της αναςφάλειας για την καλλιτεχνική αξία και την ανθεκτικότητα των ποιητικών τους τέκνων που τους καταδίωκαν διαρκώς ; Να ‘ταν το γάλα της παράνοιας που τους ανέθρεψε ή το δηλητήριο της μισανθρωπιάς που τους στάλαξε στην καρδιά μια σκληρή κοινωνία ή ίσως η χρεοκοπία των ιδανικών τους και το πρόωρο γήρας μιας ψυχής που καταβεβλημένη αποζητά τη λύτρωση του θανάτου για να να μη χάσει τον δρόμο της; Ποια ήταν η αιτία που οδήγησε ανθρώπους με αναμφισβήτητη νοητική δύναμη και καλλιτεχνική ευαισθησία να βρουν καταφύγιο στο λιμάνι βλαπτικών ή κοινωνικά μη αποδεκτών συνηθειών από το οποίο οι περισσότεροι δεν κατάφεραν να αναχωρίσουν σώοι; Πολλές απαντήσεις μπορούν να δοθούν από ένα μωσαϊκό διαφορετικών ανθρώπων,όπως είναι οι βιογράφοι, οι ιστορικοί ή οι ψυχολόγοι πάντα όμως με την πιθανότητα να υπάρξουν αποκλίσεις, διχογνωμίες και ενστάσεις ως προς την εγκυρότητα θέσεων ή την έωλη αποδεικτική βάση κάποιων ισχυρισμών. Επιπροσθέτως, ελλοχεύει πάντοτε ο κίνδυνος κάποιες απόψεις να εκληφθούν ως στείρες ή ως προκαταλήψεις ή για λόγους σκοπιμότητας (προκειμένου να μην απαξιωθούν οι δάφνες της ποιητικής αξίας ή να μην ραγίςει ο αδριάντας του δημιουργού που πολλές φορές αποκλίνει από το ανάςτημα του ανθρώπου) να συσκοτιστούν. Δεν μπορεί, επίσης, κανείς να παραβλέψει το γεγονός πως επικρατεί σύγχυση αναφορικά με το ποιος και υπό ποία ιδιότητα έχει γνωμοδοτική αρμοδιότητα επί τέτοιων θεμάτων. Προς αποφυγή ενδεχόμενων παρεξηγήσεων, να τονίσω πως ούτε έχω τη φιλοδοξία μέσα από αυτό το δοκίμιο να διατυπώσω μια θεωρία με την αξίωση να εκληφθει ως αλάνθαστη ούτε την πρόθεση να ισχυριστώ πως προβαίνω σε μια ρηξικέλευθη και ανατρεπτική προσέγγιση. Παραδέχομαι, συνεπώς, ανοιχτά πως δεν είμαι ούτε ο πιο κατάλληλος ούτε ο πιο καταρτισμένος άνθρωπος για να ασχοληθεί με τέτοια λεπτά και δαιδαλώδη ζητήματα,όπως παραδέχομαι ακόμη πως το κίνητρο μου-ο μόνος συνειδητός λόγος- είναι η επιθυμία ενός ενθουσιώδη αναγνώστη να διεγείρει το ενδιαφέρον όλων να ασχοληθούν με τη διερεύνηση της ανθρώπινης πλευράς των εν λόγω ποιητών και να προκαλέσει ίσως τον προβληματισμό εκείνων που είτε εθελοτυφλούν είτε δεν κατανοούν την ανάγκη να ριχθεί περαιτέρω φως σε μια ανεξερεύνητη περιοχή της λογοτεχνικής έρευνας. Άλλωστε, δεδομένη πρέπει να θεωρείται η αδιαπραγμάτευτη ωφέλεια μιας τέτοιας γνώσης στην αποκρυπτογράφηση του νοηματικού πυρήνα κάποιων ποιημάτων που αυτοί οι δημιουργοί έπλασαν με τον πυλό των βιωμάτων τους με την ελπίδα να στολίσουν της ποιήσεως το μαυσωλείο.

`

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Παναγιώτη Λιναρδάκη, Καλό Κατευόδιο

`

Βασίλης Λαλιώτης: Παναγιώτης Λιναρδάκης, Μόνο Γυναίκες

Αφού ο άντρας δεν υπάρχει, Παναγιώτη
παρά μονάχα σαν επιθυμία της γυναίκας
ν’ αρχίσουμε από το δέρμα και κόβοντας
να πάμε στα καλώδια της ανατομίας
στις ψαγμένες σάρκες που οι εικόνες τους
γεμίζουν με φορτία χρώματος μήπως
και επιτέλους δούμε κάτι σαν ψυχή
ή ένα σύμβολο σε κόσμο του λευκού
και να του δώσουμε το όνομα: πατέρας

(Ο Παναγιώτης Λιναρδάκης πέρασε)

`

**********

«Un delire dʼ immobiliteʼ»

(το σημείωμα του Σωτήρη Παστάκα από τον κατάλογο της έκθεσης στη “Μέδουσα”)

Ο χώρος του Λιναρδάκη είναι το περιστύλιο της αγοράς. Μας παραπέμπει στον τόπο συνάντησης των τεχνών και των επιστημών. Είναι ένας τόπος ευρύχωρος, πλατεία ευπροσήγορη και φιλική, αστικό σαλόνι υπό την σκιά του πληθωρικού πλάτανου, το κεφαλόβρυσο της υπαίθρου, το βάθρο των συναλλαγών και του εμπορίου των ιδεών. Εμείς οι αποσυρμένοι στις ιδιωτικές μας επαύλεις, υπό το κέλυφος μύριων όσων ερπετών και εντόμων, παραληρούντες μέσʼ στην ακινησία μας, διαρκώς αναμένουμε τον καρδινάλιο αντίχειρα που θα μας κοινωνήσει με τα μυστήρια της σαύρας. Του οικότροφου όφεως. Μαύρο φίδι του ριζικού που μας καταβροχθίζει και ταυτόχρονα μας χορταίνει. Βυζαίνουμε όλοι μας το φιδίσιο του γάλα, εναγκαλιζόμαστε την ψυχρή του κοιλιά νομίζοντας πως μας ζεσταίνει.
Εδώ, στα τέλη της δεύτερης χιλιετηρίδας, έτυχε να δώσουν μυστική συνεύρεση οι φιλόσοφοι με τους ποιητές. Οι μουσικοί με τους μαθηματικούς, οι ψυχίατροι με τους αρχιτέκτονες και οι παπάδες με τα πιο ταπεινά κι ελεεινά πλάσματα του δημιουργού τους. Ο μασκοφόρος της αποκαλύψεως, ο των ευτελών δανειζόμενος την όψη ώστε να μας βγάλει από την ακινησία μας. Καθηλωμένοι όλοι μας στις προσωπικές εμμονές κι αναζητήσεις, έχουμε ξεχάσει να μοιραζόμαστε και να επικοινωνούμε. Από αυτή τη στιγμή όμως, πρέπει να το μάθουμε όλοι μας, πως δεν έχουμε πια άλλοθι. Ο Λιναρδάκης έστησε το περίτεχνο σκηνικό του απλώς και μόνο για να μας επιτρέψει αυτήν την ανήκουστη συνάντηση: τα πάθη του να κοινωνήσει ο καθένας μας, την όστια που τρέφει στην καρδιά του, ερπετό που ξυπνά ένα πρωί φυλακισμένο μέσα σε μια κατασκευή από πλευρά και παίδια.
Επιτέλους, έχουμε τον δικό μας χώρο. Αποκτήσαμε έδρα. Στην πλατεία που ζωγράφισε ο Λιναρδάκης, μπορεί ελεύθερα πλέον να περπατήσει ο καθένας μας. Να σύρουμε τα βήματά μας, να εκφράσουμε το προσωπικό μας παραλήρημα, να καταθέσουμε και να μοιραστούμε το ακατονόμαστο: πέραν της ευτυχίας και της επιτυχίας: εκείνη την οποιαδήποτε ανησυχία, την έκτακτη καρδιακή συστολή, τα δέκατα του πυρετού μαζί με την ταχυκαρδία, που μας κάνουν να ανήκουμε ακόμη στα θερμόαιμα. Αφού η ακινησία μας είναι πια δεδομένη, μέσα σε έναν ομοιόμορφο κόσμο, το παραλήρημα της συνεύρεσης είναι ίσως η μόνη δυνατή αντίσταση στην παγκοσμιοποίηση του πεπρωμένου μας.

* Η κηδεία του Παναγιώτη, σήμερα Πέμπτη 17 Ιουλίου 2014, στις 4.30 μμ στο νεκροταφείο του Βυρωνα

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Ανωνύμου, «“Sir Gawain and the Green Knight”», (εισαγωγή-μετφρ.: Βασίλης Κομπορόζος), e-book, εκδ. 24 γράμματα 2014

<

`

Ο Σερ Γκοουέην κι ο Πράσινος Ιππότης είναι ένα Αγγλικό αφηγηματικό ποίημα έκτασης 2530 στίχων του 2ου μισού του 14αι μ.Χ., ή με άλλα λόγια ένα έμμετρο ιπποτικό μυθιστόρημα, κατʼ αναλογία με την ορολογία αντίστοιχων Βυζαντινών έργων της ίδιας περίπου εποχής. Το εν λόγω έργο ανήκει μετρικά στην αποκαλούμενη Αναβίωση της Παρήχησης (Alliterative Revival). Πρόκειται για ένα από 4 ή 5 αφηγηματικά ποιήματα ανώνυμου συγγραφέα ο οποίος προσδιορίζεται ως ποιητής του Gawain ή του Pearl (Gawain ή Pearl poet), με το Pearl να αποτελεί ένα αριστούργημα, κατά την ταπεινή μου άποψη, μετρικής τεχνικής, τόσο σύνθετης όσο να καθίσταται αδύνατη η μεταφορά της ως τεχνικής σε Ελληνική μετάφραση. Ο Σερ Γκοουγέην κι ο Πράσινος Ιππότης είναι πιθανόν το καλύτερο αφηγηματικό ποίημα μιας μακραίωνης παράδοσης έμμετρων ιπποτικών μυθιστορημάτων και ιστοριών γύρω από τη θρυλική φυσιογνωμία του βασιλιά Αρθούρου.
`
Δεν ξέρουμε πολλά για τον συγγραφέα του έργου. Γνωρίζουμε ότι έγραψε, όπως προείπαμε, άλλα 3 ή 4 τουλάχιστον θρησκευτικά ποιήματα, τα Pearl (μαργαριτάρι, μαργαρίτης σύμβολο με θεολογικές διαστάσεις στην Καινή Διαθήκη), Patience (Υπομονή), Cleanness (Αγνότητα) και Saint Erkenwald (Ο
Άγιος Έρκενγουολντ), με την πατρότητα του τελευταίου να αμφισβητείται. Τα έργα του όλα, εκτός από το τελευταίο, διασώθηκαν σε ένα χειρόγραφο, το MS Cotton Nero A.x., Art 3, φυλασσόμενο τώρα στο
Βρετανικό Μουσείο. Καταγόμενος από τη Δυτική Αγγλία, τα West Midlands, ο άγνωστος ποιητής, ο οποίος ίσως να υπήρξε και κληρικός σε κάποια στιγμή της ζωής του, χρησιμοποίησε μια διάλεκτο δυσνόητη για εμάς σήμερα, δύσκολη ίσως και για τους Λονδρέζους της εποχής του. Αντίθετα από τα έργα του περίφημου Chaucer, τα οποία, ο μελετητής της Αγγλικής γλώσσας, αν τα διαβάζει με σύγχρονη προφορά αγνοώντας την αρχαϊκή τους ορθογραφία, μπορεί να τα κατανοήσει στις πλείστες των περιπτώσεων, εδώ καθίσταται επιτακτική η ανάγκη μιας καλής σύγχρονης μετάφρασης παράλληλα με ένα καλό λεξικό ή γλωσσάρι της γλώσσας της εποχής, για να καταφέρει να ανασυνθέσει το νόημα του πρωτοτύπου και να εντρυφήσει στην πολυσημία του πρωτοτύπου. Η γλώσσα του έργου είναι η λεγόμενη Middle English (ως Μέση Αγγλική θα μπορούσαμε να αποδώσουμε τον όρο)
`
[…]
Το έργο μας εντάσσεται σε μια μακραίωνη παράδοση έμμετρων ιπποτικών αφηγηματικών ποιημάτων, παράδοση που άνθισε γενικά από τον 12ο μέχρι τον 15ο αι. στην Ευρώπη, διακλαδώνοντας τη λογοτεχνία προς νέες κατευθύνσεις. Τυπικά παραδείγματα ανάμεσα στα άλλα είναι το Άσμα του Ρολάνδου (The Song of Roland) συντεθεμένου μάλλον από τον Turold, μερικές από τις προαναφερθείσες Ιστορίες από το Καντέρμπουρυ, ο Ερωτευμένος Ορλάνδος (Orlando Innamorato) του Maria Boiardo, ο Μαινόμενος Ορλάνδος (Orlando Furioso) του Ludovico Ariosto, η Απελευθερωμένη Ιερουσαλήμ (Gerusalemme Liberata) του Torquato Tasso και Η Βασίλισσα των Νεράιδων (The Faerie Queene) του Edmund Spencer, του οποίου κεντρική φιγούρα είναι ο βασιλιάς Αρθούρος. Έμμετρα
ιπποτικά μυθιστορήματα είχαμε και στο Βυζάντιο όπως τα Λύβιστρος και Ροδάμνη (ανωνύμου), Καλλίμαχος και Χρυσορρόη (του Ανδρόνικου Παλαιολόγου ίσως) κ.α. Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνούμε πως ο μύθος του Γκοουέην συνιστά αναπόσπαστο τμήμα ενός ευρύτερου θρύλου, διαδεδομένου σε
όλη τη Δυτική τουλάχιστον Ευρώπη, εκείνου του προαναφερθέντος βασιλιά Αρθούρου, ιστορία που στις γενικές της γραμμές είναι γνωστή και στην Ελλάδα και η οποία αποτελεί και εκείνη μέρος της ευρύτερης κοινής πολιτιστικής κληρονομιάς των Ευρωπαϊκών λαών.
`
(Από την Εισαγωγή του βιβλίου)
`

*****************************************************


`

Ακολουθούν οι πρώτοι 200 στίχοι του έπους

Σαν άλωσαν οι Έλληνες την ξακουσμένη Τροία
και ρήμαξαν και γκρέμισαν και κάψανε την πόλη,
για τις πλεκτάνες και την προδοσία του σαν δίκασαν
εκείνον τον προδότη που τους όρκους του τούς πάτησε,
ο Αινείας, τότε, κι η βασιλική του φύτρα 5
για χώρες φύγαν μακρινές και κατακτήσανε
τη Δύση σχεδόν όλη κι απολαύσανε τα πλούτη της.
Κι ο ξακουστός Ρωμύλος κατευθύνεται στη Ρώμη
και μʼ υψηλό το φρόνημα την πόλη κείνη χτίζει,
που πήρε τ’ όνομά του κι έτσι λέγεται ακόμη. 10
Ο Τίκιος πύργους στην Τοσκάνη χτίζει μεγαλοπρεπείς,
κι ο Λάγκαμπερντ στη Λομβαρδία πολιτεία.
Ο Βρούτος ο Ευτυχής το Στενό της Μάγχης διασχίζει
και με περφάνεια ξακουστό βασίλειο ψηλά
ιδρύει στη Βρετανία 15
και μια, μεγάλα έργα θαυμαστά
φέρνει ο χρόνος κι ευτυχία,
και μια πολέμους και θανατικά
που δεν τ’ αφήνουν σʼ ησυχία.

Κι η Βρετανία που θεμέλιωσε ο Βρούτος 20
γενναίους άντρες έβγαλε και πολεμοχαρείς
που ρίχναν λάδι στου πολέμου τη φωτιά συχνά.
Μα γνώρισε και έργα θαυμαστά ο τόπος τούτος
και πιο πολλά απʼ άλλους τόπους κατά πως μου λένε.
Κι απʼ τους ρηγάδες όλους που βασίλεψαν εδώ 25
κανένας δεν ξεπέρναγε σʼ αντρεία τον Αρθούρο.
Mια ιστορία, τώρα, κείνου του καιρού θε να σας πω,
πράμα που φαντάζει σʼ όλους τους ανθρώπους θαυμαστό,
τ’ Αρθούρου το κατόρθωμα, το πιο μεγάλο.
Καθήστε τώρα το λοιπόν κι ακούστε με προσεκτικά. 30
Όπως το λεν στην πόλη, έτσι θάʼ θελα κι εγώ
να σας το πω,
κατά πώς το διηγιόνται από παλιά,
πʼ αντρειοσύνη δείχνει. Γεγονός αληθινό,
με γράμματα που χαραχτήκανε βαθιά 35
σε τόπο τόσον ένδοξο και μακρινό.

Χριστούγεννα κι ο ρήγας τούτος ήτανε στο Κάμελοτ
με τους καλύτερους απʼ τους γενναίους τους ιππότες.

Στη Στρογγυλή την Τράπεζα, αγαπημένοι μεταξύ τους,
τρώγανε και πίνανε και γλένταγαν ανέμελοι. 40
Κει πέρα άνδρες τολμηροί ερχόντανε γιʼ αγώνες,
για κονταρομαχίες με τους άρχοντες ετούτους
και μπρος στο βασιλιά μετά τραγούδαγαν τα κάλαντα.
Εκείνη η γιορτή βαστούσε δεκαπέντε μέρες
κι υπήρχε κρέας άφθονο μα πιότερο το κέφι. 45
Τι γλέντια και χαρές – που να τα φανταστούμε τώρα.
Τραγούδαγαν ολημερίς και χόρευαν το βράδυ
κι ανέμελοι καθόντουσαν σʼ εκείνο το παλάτι
οι άντρες τούτοι κι οι κυρές τους. Τι γλυκιά ζωή!
Σε απολαύσεις ζούσαν μέσα που δεν είχαν ταίρι 50
οι ευγενέστεροι ιππότες της Χριστιανοσύνης
κι οι ομορφότερες κυρές στα πέρατα της γης.
Ο ρήγας ο πιο σεβαστός, η κεφαλή του παλατιού.
Κι ήταν όλοι τους ακόμη, άρχοντες κι αρχόντισσες
στης νιότης την ακμή 55
κι ο ρήγας πού ʼχε τέτοια ευλογία
ο ευτυχέστερος στη γη.
Κι ανθρώπους με τόσʼ ευγένεια κι ανδρεία
ήταν δύσκολο κανείς να βρει.

Και χάραξε Πρωτοχρονιά, ο νέος χρόνος 60
και δώσανε στους μουσαφίρηδες διπλές μερίδες
σαν μπήκε ο βασιλιάς κι η συνοδεία του στην αίθουσα
μετά τους ύμνους πού ʼχαν ψάλει μες στην εκκλησιά.
Και λαϊκοί και κληρικοί αντάλλαξαν θερμές ευχές
και δόξαζαν τον Ύψιστο με πίστη κι αγαλλίαση. 65
Και δώρα μεταξύ τους ανταλλάξαν πλούσια.
«Ελάτε για τα δώρα», λέγανε καθώς τα μοίραζαν
και πιάνανε κουβέντα για το τίʼ χε πάρει ο καθένας.
Τι γέλιο ρίξαν οι κυρίες – κι όσες είχαν χάσει!
Κι όποιος κέρδιζε δε θά ʼταν δα και στενοχωρημένος! 70
Χαρές και γέλια κι ήρθε η ώρα για να φάνε.
Αφού καθαριστήκαν, πήγαν όλοι στο τραπέζι,
οι ανώτεροι ψηλότερα, τι έτσι πρέπει σʼ ευγενείς.
Κι η ρήγαινα Γκουίνεβηρ στη μέση γελαστή
σʼ εξέδρα στολισμένη ειδικά για μια βασίλισσα, 75
με ακριβά μεταξωτά κι υφάσματα από πάνω,
τα πιο καλά απʼ την Τουλούζη και το Τουρκεστάν,
με κεντήματα και ξόμπλια και πολύτιμα πετράδια
που ακριβότερα δε θα μπορούσε
κανείς στη γη να πάρει. 80
Κι ήτανε το ωραιότερο πετράδι-
τα γκριζωπά της μάτια λάμπαν όλο χάρη.

Και πάνω της δεν ήταν εύκολο να βρεις ψεγάδι!
Το καύχημα του παλατιού, του ρήγα το καμάρι.

Και πρώτα όλοι να σερβιριστούν, περίμενε ο ρήγας, 85
σαν άρχοντας σωστός, μα που και που γελούσε
σα μικρό παιδί – κι αληθινά δεν έδινε δεκάρα
λίγο παραπάνω να καθίσει ή να ραχατέψει.
Φωτιές πετούσε η καρδιά του κι έβραζε το αίμα του.
Και το λοιπόν συνήθειο είχε που το κράταγε: 90
Σε μια γιορτή μεγάλη σαν αυτή δε θά ʼβαζε
μπουκιά στο στόμα του αν κάποιος δεν του έλεγε
μια περιπέτεια, περίτεχνη, παράξενη
σπουδαίο πράμα, θαυμαστό που νάʼ ναι και αληθινό
με μάχες και ιππότες κι ό,τι γνώριζε κανείς. 95
Ή κι ίσως πάλι νά ʼρχοταν κανείς ιππότης
και να καλούσε κάποιον άντρα σε μονομαχία,
μάχη ζωής και θανάτου και να κρίνει η τύχη
ποιος θα νικήσει ή θα νικηθεί σε τούτον τον αγώνα.
Ετούτη η βουλή του βασιλιά του ξακουστού Αρθούρου, 100
σα γιόρταζε με τους ατρόμητους ιππότες του,
τους άρχοντες της αυλής.
Και κάθεται περήφανος και κραταιός
ψηλός, αγέρωχος και μεγαλοπρεπής,
σαν τον καινούριο χρόνο νιος και δυνατός 105
να ευθυμούν φροντίζοντας οι ευγενείς.

Αρχοντικός καθόταν ο μεγάλος βασιλιάς, λοιπόν,
περί ανέμων και υδάτων κουβεντιάζοντας.
Εκεί κι ο γενναιόκαρδος ιππότης ο Γκοουέην
πλάι στην Γκουίνεβηρ, εκεί κι ο Αγκραβέην, 110
του ρήγα ανίψια και οι δυο κι ιππότες ξακουστοί.
Πιο πέρα έβλεπες τον Μπάλντουιν τον επίσκοπο
και πλάγι του το γιο της Ούριεν, τον Υβέην.
Όλοι στην ψηλή εξέδρα, όπως πρέπει σʼ ευγενείς.
Οι άλλοι άρχοντες καθόντουσαν στα κάτω τα τραπέζια. 115
Και σαλπίσαν για το πρώτο πιάτο τις τρομπέτες
που τις είχανε πλουμίσει με πολύχρωμες παντιέρες.
Τα τύμπανα και οι γλυκόλαλοι αυλοί αρχίσαν
να παίζουν μελωδίες τόσο συγκινητικές
που τις καρδιές ραγίσαν και μαγέψαν τις ψυχές. 120
Και φέρανε τις λιχουδιές, τους πιο καλούς μεζέδες:
τα φρεσκότερα φαγιά με τʼωραιότερο σερβίρισμα
που όλοι οι άνθρωποι εκεί να ήταν λαχταρούσαν.
Φαγιά λαχταριστά, μες σε πιατέλες ασημένιες
σʼ ωριοπλούμιστα τραπεζόμαντηλα. 125 18

Κι όλοι παίρνουν ό,τι η ψυχή τους λαχταρά
μια πανδαισία για το στόμα μαγική.
Ανά δύο άτομα δώδεκα πιάτα φαγιά
και μπύρα κρίθινη και κόκκινο κρασί.

Για το φαγί και το πιοτό, τι άλλο πια να πω, 130
καλά το ξέρουμε πολύ πως τίποτα δεν έλειπε.
Κι ηχήσανε τα όργανα για άλλη μια φορά
κι ο άρχοντας μπορούσε πια νʼ αρχίσει το φαί.
Μα πριν καλά καλά τις μελωδίες σταματήσουν,
μα πριν καλά καλά σερβίρουνε το πρώτο πιάτο 135
ορμάει στο παλάτι άρχοντας με φοβερή θωριά
σʼ ανάστημα ο πιο μεγάλος πούʼ δανε ποτέ στη γη.
Απʼ την κορφή ως τα νύχια, άντρας επιβλητικός.
Θεόρατα τα χέρια του, τα πόδια του και τα λαγόνια.
Πως ήταν γόνος γίγαντα θα τόλμαγα να πω, 140
μα ήταν άνθρωπος κι αυτός, γιγάντιος, πελώριος
κι ο επιβλητικότερος πʼ ανέβηκε σε άλογο.
Στην πλάτη και το στέρνο του σφιχτοδεμένος,
Η μέση κι η κοιλιά λεπτού ανθρώπου ήτανε,
κι ω, πώς τα πάντα στο πελώριό κορμί του πάνω 145
δένανε αρμονικά.
Κι όλοι νιώσαν έκπληξη και θαυμασμό
σαν αντικρύσανε το χρώμα του από σιμά.
Γιατί απάνω του – τι θέαμα μοναδικό –
τα πάντα ήτανε πρασινωπά. 150

Απʼ άκρη σʼ άκρη η φορεσιά του πράσινη.
Φορούσε θώρακα γερό και καλοδουλεμένο,
κι έναν μανδύα ταιριαστό, που ʼ ταν επενδυμένος
με γούνα απʼ τις πιο καλές που έβρισκες στη γη,
από ερμίνα, όπως και το κάλυμμα της κεφαλής 155
πού ʼφτανε στους ώμους του και κάλυπτε την κόμη του.
Και παντελόνι παστρικό, και τούτο πράσινο
που σκέπαζε τις κνήμες του. Σπιρούνια χρυσαφιά
στολίζανε τις φτέρνες με μεταξωτές ταινίες.
Και τούτος ο ιππότης υποδήματα δε φόραγε. 160
Τα πάντα τάʼχε πράσινα απάνω του, τα πάντα:
Τη ζώνη, κι όλα τα πολύτιμα πετράδια
που λάμπαν κι αγλαϊζανε την φορεσιά του τούτη
ως και τη σέλα του με τα μεταξωτά κεντήματα.
Να περιγράψω καθετί, μεγάλο θά ʼναι βάσανο, 165
τις κεντητές τις πεταλούδες, τα γλυκόλαλα πουλιά
τις πράσινες τις χάνδρες και τις χρυσαφιές κλωστές,
τα κρεμαστά τα ξόμπλια στο φαρί και τον καπουλοδέτη.

Τα χαλινάρια, τα μεταλλικά τα εξαρτήματα,
μα κι οι αναβολείς του ήταν σμαλτωμένα 170
καθώς και το σαμάρι του- τα πάντα πάνω του –
κι αστράφτανε και λάμπαν όλα καταπράσινα!
Αλλά και τʼ άλογό του χρώμα είχε πράσινο
λαμπρό κι αυτό!
Πράσινο και τούτο κι επιβλητικό, 175
φαρί με δύναμη και αρχοντιά
στο πρόσταγμα υπάκουο, γοργό,
τʼ αφέντη με τη φοβερή θωριά.

Η φορεσιά του και τα ξόμπλια ήταν όλα πράσινα.
Το ίδιο και η κόμη του, σαν του φαριού τη χαίτη, 180
Μακριά σπαστά μαλλιά που πέφταν ως τους ώμους του.
Τα γένια του σα θάμνος φτάνανε μέχρι το στέρνο
και τα πυκνά του τα μαλλιά του ξεχύνονταν στους ώμους
την πλάτη και το στέρνο στους αγκώνες φτάνοντας
έτσι που τα μπράτσα του κρυμμένα ήταν από πίσω 185
σαν τους μανδύες κείνους που φορούνε οι ρηγάδες.
Τʼ αλόγου του βαρβάτου χτενισμένη ήταν η χαίτη
σαν τα σπαστά του τα μαλλιά κι ανάμεσα διέκρινες
κομψές κορδέλες χρυσαφιές – με κάθε τούφα πράσινη
θα έβρισκες αντάμα κι ένα νήμα χρυσαφί. 190
Και χρυσαφιές κλωστές θωρούσες στην ουρά και το τσουλούφι.
Δεμένες ήταν και στα δυο ταινίες ολοπράσινες,
αγλαϊσμένες όλες τους με λαμπερά πετράδια
κι είχαν και κορδέλες και διάσπαρτα κουδούνια
πʼ αστράφταν έτσι χρυσοπλούμιστα που ήταν. 195
Τέτοιο στιβαρό φαρί, και τέτοιον αναβάτη,
τέτοιο θέαμα κανείς δεν είχε ξαναδεί
κι όλοι απορούσαν.
Μα τούτος λάμπει σαν την αστραπή,
λέγαν όλοι όσοι τον θωρούσαν. 200

`

* Ολόκληρο το έπος και το βιβλίο ΕΔΩ
`
***********************************************************

Ο Βασίλης Μιχ. Κομπορόζος γεννήθηκε στο Αγρίνιο το 1974. Είναι καθηγητής της Αγγλικής Γλώσσας στη ΔΕ – Μεταφραστής, Πτυχιούχος του Τμήματος Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας Αθηνών, με Μεταπτυχιακό (ΜΑ) στη “Μετάφραση-Μεταφρασεολογία”. Οι δημοσιεύσεις του περιλαμβάνουν ποιητικές συλλογές (Από το Συναξάρι των Ονείρων, 2003, Αϋπνίες Ονείρων, εκδ. Γαβριηλίδης 2004, Ο Κιθαρωδός και τα Σκουπίδια, εκδ. Ίβυκος 2007), καθώς και συνεργασίες σε λογοτεχνικά περιοδικά και ιστοσελίδες ποίησης. Έχει μεταφράσει, μεταξύ άλλων, Κυπριακή ποίηση και πεζογραφία από τα Ελληνικά στα Αγγλικά και έχει συγγράψει δοκίμια, χιουμοριστικά έμμετρα παραμύθια και θεατρικά έργα με παράλληλο ανέβασμά τους σε μαθητικές θεατρικές παραστάσεις. Ασχολείται επίσης με τη μετάφραση κειμένων Middle English (Αγγλικά του 14-15ου αιώνα) και τη μελέτη της Λατινικής Γλώσσας.

Διαβάστε περισσότερα