Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Νίκος Βουτυρόπουλος, «Η Απολογία του Σωκράτη»

`

Είμαι ένας άνθρωπος, γέρος, κακό δεν έχω κάνει στη ζωή μου. Όχι! Το αντίθετο μάλιστα. Και αύριο με δικάζουνε, γέρο άνθρωπο. Με δικάζουνε, αντί… Φτωχός είμαι, πάμφτωχος, πάντα. Με δικάζουνε, αντί να μου δίνουν δωρεάν συσσίτιο. Να απολογηθώ για ποιο πράμα και σε ποιον; Πρέπει όμως. Είναι νόμος της πόλης. Παραβάτης στα γεράματα δε γίνομαι, την αλήθεια έψαχνα πάντα. Ναι, γιʼ αυτό θα απολογηθώ, γιατί ήταν η αιτία να με μισήσουνε, ακόμη κι αυτοί που ζητούσαν τη συντροφιά και τις συμβουλές μου. Αλλά ήταν θέλημα Θεού όλα αυτά, δικιά του εντολή, νʼ αφήσω τις συνηθισμένες ασχολίες, να παραμελήσω την οικογένειά μου, να μη νοιαστώ, όπως οι περισσότεροι, για την πολιτική και τα χρήματα. Να τʼ αφήσω όλα, για να βρω την αλήθεια. Ήταν θέλημα Θεού. Και με δικάζουνε, γιατί είμαι, λέει, άθεος και διαφθείρω τους νέους. Φέρνω, λέει, νέους δαίμονες, και ξεσηκώνω τους συμπολίτες μου, να μη πιστεύουν πλέον στους Θεούς και στους νόμους. Ποιος; Εγώ. Χα. Εγώ που αφιέρωσα τη ζωή μου στην αναζήτηση της αλήθειας, έχοντας πειστεί πως έτσι το θέλησε ο Θεός! Απίστευτα πράματα! Εγώ διδάσκω για νέους δαίμονες; Εγώ που δεν ήμουν ποτέ δάσκαλος κανενός! Τι τρέλα είναι αυτή πάλι! Αλλά θυμάμαι, θυμάμαι καλά πως ξεκίνησε αυτή η ιστορία, τυχαία δεν ξεκίνησε ούτε τη φαντάστηκα. Οι ποιητές είναι αυτοί που φαντάζονται διάφορα και μετά πιστεύουν πως είναι αλήθεια. Γνώρισα πολλούς τέτοιους φαντασιόπληκτους λογάδες. Πιστεύουν οι άθλιοι πως είναι σοφοί, πως κατέχουν την αλήθεια, κι όχι μόνο το πιστεύουν αλλά βγαίνουν στα θέατρα, σε κόσμο μπροστά, και το φωνάζουν, και αραδιάζουν ένα σωρό ψέματα. Να γιατί δεν πάω στα θέατρα! Ο κατήγορός μου αύριο είναι ποιητής. Χα. Τι έλεγα όμως… ναι, μια μέρα λοιπόν έρχεται και με βρίσκει ένας παιδικός φίλος, έμπιστο άτομο, δε θα ʽχα τον παραμικρό λόγο να αμφιβάλλω για τα λόγια και τις προθέσεις του. Μου λέει λοιπόν πως πήγε πρόσφατα στους Δελφούς και ρώτησε το μαντείο ποιος είναι ο σοφότερος άνθρωπος στον κόσμο. Και η Πυθία είπε το όνομά μου. Ο Σωκράτης είναι ο σοφότερος των ανθρώπων. Ο Σω-κρά-της, ε-γώ εί-μαι… ναι, ναι, το είπε ο Απόλλωνας! Δεν υπάρχει άλλος πιο σοφός απʼ τον Σωκράτη. Έτσι είπε ο Θεός! Εσείς τι θα κάνατε αν σας λέγανε κάτι τέτοιο; Τι θα κάνατε αν πιστεύατε στο Θεό και στον άνθρωπο που σας το λέει; Είσαι ο πιο σοφός άνθρωπος στον κόσμο! Για ελάτε στη θέση μου! Εγώ τι έκανα; Για πολύ καιρό αναρωτιόμουνα τι εννοεί ο Θεός, τι υπονοεί. Γιατί είναι γνωστοί οι λοξοί χρησμοί του. Έτσι λοιπόν ξεκίνησα να εξετάζω τα λόγια του Απόλλωνα, να ερευνώ, όσο μπορούσα, τη σοφία των ανθρώπων. Τι άλλο μου έμενε να κάνω; Αφού ποτέ δε πίστεψα ότι είμαι ο πιο σοφός… Θα μου πείτε, έτσι αμφισβητούσα το Θεό και τα θεϊκά του λόγια, με το να αμφιβάλλω για τον εαυτό μου, πως είμαι ο πιο σοφός στη γη, με άλλα λόγια είμαι όντως άθεος, όπως ισχυρίζονται. Εε, αυτό δε θα πείτε; Μα τι άλλο να έκανα; Ας έρθει κάποιος στη θέση μου! Να πιστέψω λοιπόν πως δεν υπάρχει άλλος πιο σοφός από μένα και να βγαίνω και να το φωνάζω, όπως κάνουν οι ποιητές, οι πολιτικοί, οι ρήτορες!

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Ηρακλής Κακαβάνης, «Η ιστορία του Μπαρμπαγιάννη Κανατά» (Γ’ Μέρος)

`

Το Α\’ ΜΕΡΟΣ ΕΔΩ

Το Β\’ ΜΕΡΟΣ ΕΔΩ

`

Αυτή η ιστορία με τον Μπαρμπαγιάννη κανατά πρωταγωνιστή κράτησε τρία χρόνια περίπου. Ο κόσμος γελούσε με αυτόν και αυτός περισσότερο με τον κόσμο. Εν μια νυκτί εξαφανίστηκε δια παντός. Ήταν αμέσως μετά τη λήξη του Ρωσοτουρκικού πολέμου (1877-1878). Διαδόθηκε η φήμη πως αυτός «ο λέων των Κυριακών και των εορτών» ήταν… Βούλγαρος! Η λαϊκή φαντασία συμπληρώνει ότι είχε έρθει σε σύγκρουση με τις οθωμανικές αρχές και είχε αναζητήσει καταφύγιο στην Αθήνα ή για να ξεχάσει κάποιον ατυχή έρωτά του.
Μόλις όμως η πατρίδα του απελευθερώθηκε, επέστρεψε στον τόπο του (Αν γινόταν νωρίτερα γνωστή η καταγωγή του πιθανά να μην είχε τύχει αυτής της αποδοχής. Είναι η εποχή που όταν τον ύπνο των Αθηναίων δεν τον ταράζει το φάντασμα του πανσλαβισμού, ονειρεύονται κατακτήσεις).
Οι σύγχρονοί του αναρωτήθηκαν «Τι ήτο κατά βάθος;» ο Μπαρμπαγιάννης, ο εκκεντρικός τύπος που ήρθε και έφυγε ως ένα μεγάλο ερωτηματικό: «Τρελός ή φιλόσοφος; Σκαρτάδος, εκκεντρικός, ιδιότροπος, τρόφιμος της Μιχαλούς, με τον οποίον εχαχάνισαν και εξεκαρδίθησαν αι Αθήναι; Ή μεγαλοφυής και μέγας φαρσέρ και σατιριστής, ο οποίος εκορόιδευσε, εγλέντησε και ενέπαιξεν εκατόν και πλέον χιλιάδας έξυπνων δήθεν και εκ συνθήκης σοβαρών Αθηναίων;»… «Με ένα ζευγάρι γάντια – ηξεύρε βέβαια ότι ημπορεί κανείς να έχει διαφοροτρόπως λερωμένα τα χέρια, φθάνει μόνον να φορεί γάντια δια να εισέλθει εις τον καλόν κόσμον – και μʼ ένα ψηλό καπέλο – είχε μάθει, φαίνεται ότι εις το ρωμέικο ημπορείς να έχεις πέραιν χωρίς κεφάλι, όχι όμως και χωρίς καπέλο του λούσου – κατόρθωσε να γίνει εις μίαν εβδομάδα πανελλήνιος.
…Απλούς καραγκιόζης, σκορπίζων την ευθυμίαν και τον γέλωτα; Ή μεταρρυθμιστής και επαναστάτης κοινωνικός, ζητών να κρημνίσει είδωλα και προλήψεις; Διατί έπαιρνε την λίγδαν και την ασβόλην της καθημερινής του εργασίας και την έρριπτε τας Κυριακάς με γαντοφορεμένη χείρα κατά πρόσωπον των πλουτοκρτατών και της ψευδοαριστοκρατίας του υψηλού καπέλου και της μεταξωτής γραβάτας; Το έκαμνε ως Μώμος δια να σατιρίσει την καλοενδεδυμένην κουφότητα και αλαζονείαν; Ή ως οδοστρωτήρ δια να ισοπεδώσει τας κοινωνικάς διακρίσεις εις το επίπεδον της ρεδιγκότας και του κολαρισμένου φωκόλ; Από φιλοσοφικήν τάχα πεποίθησιν, ότι και ο τελευταίος άνθρωπος του λαού ημπορεί και δικαιούται να δουλεύει σαν σκυλί τας άλλας ημέρας δια να ζει και αυτός σαν αφέντης την κυριακήν; ΄Η μήπως εξ υπολογισμού, δια να κεδίσει όνομα, φήμην, πελάτας, κέρδη και ευμάρειαν;
Δεν ηξεύρω. Η αλήθεια είναι ότι υπήρξεν εν ζωντανόν σύμβολον. Κάποια ισοπέδωσις επήλθεν έκτοτε. Με μιαν φοβεράν γροθιάν, την οποίαν έδωκε κατά του ψηλού καπέλου και των προλήψεων…». Πολλά πράγματα άλλαξαν. Το ψηλό καπέλο εξαφανίστηκε, το σάλι έφυγε από τους αριστοκρατικούς ώμους, τα λουστρίνια τα φόρεσαν οι λιμοκοντόροι, τη γραβάτα τη φόρεσαν και τα γκαρσόνια, τα γάντια και οι πλύστρες…

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Ηρακλής Κακαβάνης, «Η ιστορία του Μπαρμπαγιάννη Κανατά» (Β’ Μέρος)

`

Το Α’ ΜΕΡΟΣ ΕΔΩ

`

Η εξάπλωση της φήμης των τραγουδιών του Μπαρμπαγιάννη κανατά τον οδήγησε να τα τυπώσει ο’ ένα δεκαεξασέλιδο φυλλάδιο που κυκλοφόρησε το 1873, με τίτλο «ΤΑ ΔΗΜΩΔΗ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑΓΙΑΝΗ ΤΟΥ ΚΑΝΑΤΑ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΑ ΑΛΛΑ ΕΡΩΤΙΚΑ ΣΥΛΛΕΧΘΕΝΤΑ ΚΑΙ ΤΥΠΘΕΝΤΑ ΔΙʼ ΕΞΟΔΩΝ ΤΟΥ», όπου επίσης περιέλαβε και δύο σκίτσα του με τις αντίστοιχες αμφιέσεις του. Στον πρόλογο έγραψε: «Επειδή πολλοί εκ των έξω ομογενών της Τουρκίας ως και της Γαλλίας και Αγγλίας διʼ επιστολών των μοι ζητούσιν όπως τοις πέμψω τα τραγούδια μου, άπερ κατά καιρούς έχω εκδώσει και τραγουδώ συνήθως, διά τούτο συνάπτων όλα αυτά σήμερον εις εν, ως και τίνα άλλα ξένα τα οποία ετόνισα ης τον σοκοπόν μου εκδίδω το παρόν μικρόν φυλλάδιο οπό τον τίτλον Δημώδη τραγούδια του μπάρμπα-Γιάννη. Αλλά επειδή οι εκτός ομογενείς δεν με γνωρίζουν, δια τούτο ηναγκάσθην όπως θέσω και την εικόνα μου εις το βιβλιάριον τούτο εις δύο φωτογραφήσεις, ήτοι εις την μίαν παριστώμαι ως φορών την καθημερινήν ενδυμασίαν μου και μετά του γαϊδάρου μου πωλών στάμνας μου, εις δε την άλλην την εορτινήν ως συχνάζων εις τα καφενεία κι εις την μουσικήν».
Είναι συνολικά 18 τραγούδια. Τα 16 στιχουργήματα του ιδίου, ένα που έγραψαν οι Πατρινοί προ τιμήν του όταν τους επισκέφτηκε και ένα του φοιτητή Α. Κοτσάκου. Επιλογές από τα στιχάκια του (αισθητά παραλλαγμένες) εκδόθηκαν και σε μουσικά φυλλάδια.
Τα δημοσιεύουμε με τη σειρά που τα βρήκαμε στην αρχική τους δημοσίευση.

`

ΤΑ ΔΗΜΩΔΗ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ.
ΕΜΟΥ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΑΝΝΗ.

`

Το παράπονον της Σοφίας διά την αναχώρησίν μου εις Σύρον ως και η εκεί υποδεξίωσις.
1.
Έφυγες απ’ τας Αθήνας
Μπάρμπα Γιάννη Κανατά,
Γάιδαρον και την Σοφιά σου
μας αφάκες στ’ ανοικτά
2.
Να πεινώμεν βλησφημώντες
τας αισχράς εκείνας φίλας
Που σ’ έκανον ν’ αφήσεις
τας λαμπράς τώρ’ Αθήνας
3.
Τρίτη, ήτο, μαύρʼ ημέρα,
που μοι είπες «έχε γεια»,
Κι ότι πάγεις εις την Σύρον
διά μίαν σου δουλειά.
4.
Δεν σ’ επίστευσα η δόλια
νόμισα πώς με γελάς,
Ως συνήθως πάντα κάμνεις,
σαν θυμώνεις να μιλάς.
5.
Αχ! αλήθεια με το είπες
κ’ έτρεξες περιχαρής,
Εις τον Πειραιά να φθάσεις
στο ατμόπλοιον να ‘μβεις.
6.
Στο ατμόπλοιον εμβήκες
κ’ ήρχισες μʼ υμνωδία
Να με λέγεις έχε γεια
γλυκυτάτη μου Σοφία.
7.
Το ατμόπλοιον αράζει
εις της Σύρου τα νερά
Και εμβαίνεις πρώτος έξω
εύθυμος κι όλο χαρά.
8.
Το κοινόν όλον της Σύρου
οι λεμβούχοι προσκαλούν
Πως ο Μπαρμπα-Γιάννης ήλθε
και να τρέξουν να σ’ ειδούν.
9.
Νέοι, γέροντες, παιδία
έτρεξαν σαν πετακτά,
Και συ λέγουν καλώς ήλθες
μπάρμπα – Γιάννη Κανάτα.
10.
Σε εσήκωναν επάνω
κ’ έκραζον στα δυνατά,
Ζήτω νέε Διογένη
μπάρμπα-Γιάννη Κανάτα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Ηρακλής Κακαβάνης, «Η ιστορία του Μπαρμπαγιάννη Κανατά» (Α’ μέρος)

`

Καθʼ οδόν στη «γηραιά κεκροπία»

`

Η Αθήνα είναι μια πόλη που κάθε σοκάκι, δρόμος, πλατεία, κτίριο, μνημείο της έχει να σου διηγηθεί μια ιστορία. Ιστορίες που μας ταξιδεύουν στο χρόνο και γνωρίζουμε τον πολιτισμό και τα επιτεύγματα των προγόνων μας. Ιστορίες από την επαφή μας με τους άλλους λαούς. Ιστορίες από τους αγώνες για απελευθέρωση και εθνική ανεξαρτησία Ιστορίες που συνδέονται με τους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες του λαού.
Πλάι σε αυτές και ιστορίες των απλών ανθρώπων της. Ιστορίες προς τέρψη και διδαχή. Όπως η ιστορία ενός …μετανάστη στην Αθήνα του 19ου αιώνα, του Χατζή Ιβαν Λίγκοφ Χιμιτζίεφ, ελληνιστί Μπαρμπαγιάννη Κανατά. Η ιστορία της ωραίας Ανδριάνας και αυτή του Χαραλάμπη που με το ζόρι θέλαν να τον παντρέψουν.
Η Αθήνα, που πριν απ’ τον Απελευθερωτικό Πόλεμο αριθμούσε 3.000 περίπου σπίτια, τώρα δεν είχε ούτε 300. Τα άλλα είχαν μεταβληθεί σ’ έναν άμορφο σωρό από πέτρες» (μαρτυρία περιηγητή). Όταν αποφασίστηκε η μεταφορά της πρωτεύουσας από το Ναύπλιο, η Αθήνα ήταν ένα χωριό 4.000 κατοίκων και ο Πειραιάς τρεις καλύβες όλο κι όλο – η μία του νεοδιορισμένου τελώνη. Με τη μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα, η πόλη με το γόητρο που διαθέτει γίνεται πόλος έλξης για τους ανθρώπους από τα άλλα αστικά κέντρα της χώρας, της διασποράς και τις περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Γίνεται και προορισμός για ανθρώπους που αναζητούν μια καλύτερη τύχη και για ανθρώπους που στην επαρχία δεν έχουν μοίρα. Ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού είναι ακτήμονες. Οι φτωχοί αγρότες είναι βουτηγμένοι στη δυστυχία και θύματα εκμετάλλευσης. Οι περιηγητές της εποχής περιγράφουν ως πανάθλιες τις βιοποριστικές και στεγαστικές συνθήκες των λαϊκών στρωμάτων.
Αυτοί οι άνθρωποι έρχονται να εργαστούν στις δημόσιες υπηρεσίες, ως υπηρετικό προσωπικό, παραγιοί, πλανόδιοι μικροπωλητές κλπ. ή ως εργάτες στην οικοδόμηση της πόλης και αργότερα στα πρώτα εργοστάσια μεταλλουργίας και κλωστοϋφαντουργίας που αρχίζουν να λειτουργούν στην πόλη και πέριξ αυτής.
Από το 1844 αρχίζει μια προσπάθεια εξωραϊσμού της πόλης για να αποκτήσει όψη ευρωπαϊκής πρωτεύουσας: «Απανταχού εσχηματίσθησαν κήποι, εφυτύθησαν δένδρα και ανυψώθηκαν εκ του εδάφους οικίαι. Εν τοις εμπορικοίς καταστήμασι δεν ευρίσκονται μόνο αντικείμενα καθημερινής ανάγκης αλλ’ ήρχησαν να εισάγονται και είδη πολυτελείας. Αι Αθήναι προοδεύουν ημερησίως και συν τη παρόδω του χρόνου αποκτώσιν όψιν μείζονα πρωτευούσης. Κατά Κυριακήν παιανίζει ωραία μουσική επί μίας μεγάλης πλατείας περί την οποίαν ηνοίχθησαν έξι καφενεία. Εις τα μικρά τραπέζια τούτων παρακάθηται πολύς κόσμος κατά τας εξ της εσπέρας και η πλατεία περικυκλούται υπ’ ανθρώπων εν αμάξαις, ο δε βασιλεύς και η βασίλισσα σταματώσι συνήθως την αμαξοδρομίαν ή την έφιππον παρέλασίν των όπως ακροασθώσι της μουσικής».

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Η “Λυπητερή Παρέλαση” του Μάνου Χατζιδάκι» (γράφει ο Σπύρος Αραβανής)

* Σήμερα συμπληρώνονται 20 χρόνια από το θάνατο του Μάνου Χατζιδάκι

`

Ο Μάνος Χατζιδάκις από πολύ νωρίς, μόλις 21 χρονών, στα 1946, ταυτόχρονα με τη μουσική, γράφει και ποίηση -και μάλιστα προς δημοσίευση- βρισκόμενος στη Θεσσαλονίκη με το θίασο των Ενωμένων Καλλιτεχνών: πρόκειται για τη λιγοσέλιδη σύνθεση, σε οκτώ μέρη, ελευθερόστιχων ποιημάτων, «Λυπητερή Παρέλαση- Μια ποιητική σειρά από στιγμές» ορισμένα σημεία της οποίας υπάρχουν στην πρώτη δισκογραφική παρουσία μελοποιημένων στίχων του Χατζιδάκι, ως αυτόνομα τραγούδια, στο δίσκο 45 στροφών, Ο κύκλος του C.N.S. [ο οποίος κυκλοφόρησε το 1959 (το έργο γράφτηκε τη διετία 1954-1956) και περιέχει έξι τραγούδια για πιάνο και φωνή με την ερμηνεία του Γιώργου Μούτσιου] όπως: «Κι αν σμίξουν τ’ άστρα μας/ Θέλω με τη σιωπή/ Που παραδέχεσαι/ Τον εαυτό σου» (από την ενότητα «portrait of melancholy») το οποίο τραγούδησε ο Μούτσιος στο τραγούδι του δίσκου «Στην αποβάθρα» ως: «Κι αν σμίξουν τ’ άστρα μας/ Θέλω με τη σιωπή/ Που σμίγω τη μορφή σου» κ.ά.

Την ίδια περίοδο με την «Λυπητερή Παρέλαση» γράφει και το ποίημα «Εργατική cantata» το οποίο το χαρίζει «στους μυλεργάτες του εργοστασίου Αλατίνη»: «Μάτι κλειστό στον πόνο σου/ Χείλια σαρκαστικά στο θρήνο σου/ Κι ένας Χριστός τ’ ομολογάει/ Δεν έσβυσε η φωνή σου»Τα ποιήματα αυτά τα είχε εμπιστευθεί τότε στον συνομήλικό του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη με σκοπό να εκδοθούν στην Θεσσαλονίκη, κάτι όμως που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Πολλά χρόνια αργότερα, την άνοιξη του 2001, ο Αναγνωστάκης, τα δημοσιεύει στο 17ο τεύχος του περιοδικού «Ποίηση» προλογίζοντάς τα ως εξής:

«Γνωριστήκαμε με τον Μάνο Χατζιδάκι το καλοκαίρι του 1946, όταν είχε έρθει στη Θεσσαλονίκη, με τον θίασο των Ενωμένων Καλλιτεχνών. Ήταν τότε 21 ετών, όσο κι εγώ. Είχα βγάλει την πρώτη μου ποιητική συλλογή πριν από ένα χρόνο, αλλά δεν ήξερα ότι και ο ίδιος έγραφε ποιήματα. Μου το εκμυστηρεύθηκε ένα βράδυ, σ’ ένα παραθαλάσσιο μικρό καφενείο και διακριτικά, σχεδόν διστακτικά, μου έδωσε και μένα να διαβάσω δύο ποιήματά του. Εξίσου διακριτικά, σαν να μιλούσε σε (φτασμένο) ομότεχνό του, μου εξομολογήθηκε την επιθυμία του να τα φροντίσω εγώ, ώστε να δημοσιευτούν στη Θεσσαλονίκη. Μου άρεσαν τα ποιήματά του· του υποσχέθηκα ότι θα φρόντιζα να βγουν όσο γίνεται πιο καλαίσθητα και σε γνωστό τυπογραφείο. Τα χειρόγραφα έμειναν στα χέρια μου. Μα τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν τόσο δύσκολα και μαύρα για μένα, ώστε δεν μπόρεσα να του ξεπληρώσω το χρέος. Τα ποιήματα κάπου παράπεσαν, όπως και τόσα άλλα χαρτιά, και ξεχάστηκαν σιγά σιγά. Σήμερα, 55 χρόνια αργότερα, ανασκαλεύοντας κιτρινισμένα απομεινάρια μιας άλλης εποχής, τα ξαναβρήκα και θέλησα με νοσταλγία να θυμίσω εκείνο το θερμό και ευαίσθητο παιδί που ήταν τότε ο Μάνος Χατζιδάκις.»

`

Περισσότερα για τον «ποιητή Χατζιδάκι» μπορείτε να διαβάσετε σήμερα :ΕΔΩ

Διαβάστε περισσότερα