Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

«Για τον Γεώργιο Χαριτωνίδη: ένα σύντομο υπόμνημα» (γράφει ο Κώστας Ρεούσης)

Αναφορά στη συλλογή διηγημάτων του, «Ανέβας και Κατέβας», εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, Οκτώβριος 2014

Σε ανύποπτο χρόνο και στην ειλικρίνεια της νύχτας, όταν πάνω στην αλκοολική μπάρα καταθέτεις ψυχή, είχα ψελλίσει πως η Ποίηση και η Μουσική (και το πι και το μι κεφαλαία) γίνεται από λαϊκούς ανθρώπους. Από γνήσιους πατριώτες κι από πηγή, που απαθανάτισε το βλέμμα τους το «Κακό» και δεν έστερξαν ποτέ να εξαργυρώσουν τον θάνατο ή τʼ ανείπωτο τραύμα στο βωμό του κατάπτυστου κέρδους και της προδοτικής περιδίνησης της νεότερης ελληνικής/κυπριακής ιστορίας/τραγωδίας. Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι και ο Γεώργιος Χαριτωνίδης από τη Λάπηθο της Κερύνειας. Ένας αφανής στρατιώτης/πολεμιστής, αιχμάλωτος, πρόσφυγας, απόδημος «νεκροτόμος» και σπουδαίος συγγραφέας από ανάγκη να λεχθούν τα πράγματα κι οι καταστάσεις επακριβώς, κι όχι με τη γνωστή «λογοκρισία» που καλοπληρώνει ο κάθε Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών ή Ενοχών στο άτιμο παζάρι της επαναπροσέγγισης.

Ο κύριος Χαριτωνίδης δε γράφει για να τον αποκαλέσουμε λογοτέχνη και δε γράφει για να καταταχτεί κάπου ή όπως ή διά της πλαγίας οδού στην ξεπεσμένη εδώ και καιρό ελληνική και κυπριακή/ελληνική γραμματολογία. Από την πρώτη του εμφάνιση στα Ελληνικά Γράμματα (και το έψιλον και το γάμα κεφαλαία), το 2003 με το ευσύνοπτο μυθιστόρημά του Αναμνήσεις με πολλά κουκούτσια, έως σήμερα, με τη συλλογή διηγημάτων του Ανέβας και Κατέβας, προσφέρει, γενναιόδωρα, αποσπάσματα εύρωστης ψυχικής καταβύθισης και ανάδυσης στον υπαρκτό κέλευθο του έντιμου βίου του. Χωρίς την ηλιθιότητα της κομπορρημοσύνης και με το νερό του ματιού του γεμάτο την πίκρα της βιασμένης μνήμης, επιστρέφει στον τόπο του τον τόπο του κι όλα εκείνα που οφείλει να ξεσκεπάσει εκ νέου. Απλός, κατανοητός, ρέων ο λόγος του στα 19 σύντομα, αν όχι ακαριαία, διηγήματα της προαναφερθείσας συλλογής. Χωρίς να το γνωρίζει συνομιλεί απευθείας, και μέσω των εκχυημάτων φαντασίας τού υπογράφοντος το σύντομο τούτο υπόμνημα, με την περίφημη διάλεξη που έδωσε ο Federico García Lorca τον Οκτώβριο του 1934 στο Buenos Aires, κατά τη διάρκεια της περιοδείας του στην Αργεντινή, Juego y teoría del duende. Κάντε τον κόπο να τον διαβάσετε, -όπως κάποια στιγμή κι εσάς παπάς θα σας διαβάσει- αν όχι σας εύχομαι να πνιγείτε στην άχνη του κουραμπιέ και στο μέλι του μελομακάρονου. Καλά Χριστούγεννα. Αυτά.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Πότε γεννήθηκε ο Κώστας Βάρναλης;» (γράφει ο Ηρακλής Κακαβάνης)

`

Με αφορμή τη συμπλήρωση, σήμερα,40 χρόνων από το θάνατο το Κώστα Βάρναλη, θα μιλήσουμε για τα γενεαλογικά του ποιητή και θα προσπαθήσουμε να διερευνήσουμε το πότε γεννήθηκε o ποιητής. Το 1883 ή το 1884;
Η ημερομηνία γέννησης δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένη. Ο ίδιος ο ποιητής σε βιογραφικό του σημείωμα που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Αιολικά Γράμματα» (αρ. 25, 1975, σελ. 14-15) γράφει: «Πρέπει να γεννήθηκα στα 1883 γιατί βαφτίστηκα στις 14 του Φλεβάρη του 1884. Έχω την επίσημη βεβαίωση της εκκλησίας ʽʼΚοίμησης της Θεοτόκουʼʼ στον Πύργο της Ανατολικής Ρωμυλίας». Το ίδιο επαναλαμβάνεται και σε ένα άλλο αυτοβιογραφικό σημείωμα, της ίδιας περιόδου, που βρέθηκε στο αρχείο του ποιητή και δημοσιεύτηκε το 2012 στο βιβλίο μου «Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματα του» (εκδόσεις «Εντός»).

`

`

Το ερώτημα για τον χρόνο γέννησης του ποιητή αποκτά άλλη διάσταση αν πάρουμε υπόψη το «Ατομικό Δελτίο Συντακτών» που συμπλήρωσε ο ποιητής ως μέλος της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών, όπου ως χρόνος γέννησης αναφέρεται το 1881! Το Δελτίο αυτό το συμπλήρωσε ο ποιητής την περίοδο που εργαζόταν στην εφημερίδα «Αυγή» (1953-1959).
Από τη μεταπολίτευση και μετά φαίνεται να ξεκινά μια σύγχυση για τον ακριβή χρόνο γέννησης του Κώστα Βάρναλη, 1883/1884; Χαρακτηριστικά, στο χρονολόγιο που συνοδεύει τα «Φιλολογικά απομνημονεύματα» του ποιητή (εκδόσεις «Κέδρος», 1981) ως χρόνος γέννησης αναφέρεται το 1883 (Στην ηλεκτρονική σελίδα των εκδόσεων «Κέδρος» ως χρόνος γέννησης αναφέρεται το 1884). Το διαπιστώνουμε και σε άλλα βιογραφικά σημειώματα του ποιητή και χρονολόγια.
Η επίσημη βεβαίωση της εκκλησίας «Κοίμησης της Θεοτόκου» που ο ποιητής αναφέρει πράγματι υπάρχει στο αρχείο του (αντίγραφο υπάρχει και στο αρχείο του «Ριζοσπάστη») όμως λέει άλλα πράγματα. Το πιστοποιητικό (το οποίο και δημοσιεύουμε) αναφέρει ότι ο ποιητής γεννήθηκε στις 14 Φλεβάρη 1884 και βαπτίστηκε στις 15 Μάη 1884, με ανάδοχο τον Γεώργιο Ανδρέου.
Αυτό το τεκμήριο από μόνο του υπερέχει κάθε άλλης μαρτυρίας. Υπάρχουν όμως και άλλα στοιχεία που τεκμηριώνουν το 1884 ως χρόνο γέννησης.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«”Το ωραίο βουνό» – σχόλιο πάνω στη Θεία Κωμωδία» (γράφει ο Τιχομίρ)

`

Διαβάζοντας τη Θεία Κωμωδία σε μετάφραση του Ν. Καζαντζάκη σταμάτησα σε ένα σχόλιο του ίδιου αναφορικά με τον στίχο 13 του τραγουδιού Α της Κολάσεως : “Μα ως έφτανα στα μπρόσποδα ενός λόφου”. Σύμφωνα με το σχόλιο του Καζαντζάκη, ο λόφος που βρίσκει ο Δάντης “εκεί που πια ξετέλευε η λαγκάδα/ που του ‘χε σφίξει την καρδιά με τρόμο”, συμβολίζει τον ανήφορο της αρετής.
Οι συγκυρίες όμως κάτω απ’ τις οποίες ο Δάντης φτάνει εκεί νομίζω ότι δίνουν έναν άλλο συμβολισμό στο “ωραίο βουνό”. Στους πρόποδές του συναντάει τρία θηρία που η συμβολική ερμηνεία που τους αποδίδει ο Κ., και νομίζω ότι θα πρέπει να διατηρηθεί, δε συμβαδίζει με την ερμηνεία του λόφου. Λεοπάρδαλη, λιοντάρι και λύκαινα, σύμβολα αντίστοιχα της φιληδονίας(ή του φθόνου), της αλαζονείας (ή της βίας) και της φιλαργυρίας ηθικά. Ο πολιτικός συμβολισμός δε μας ενδιαφέρει τόσο εδώ καθώς ο λόφος ως ανηφορικός δρόμος προς την αρετή είναι κατά βάση ηθική ερμηνεία.
Σ’ αυτό το σημείο τίθεται μια πρώτη αμφισβήτηση: μπορεί το διαβάτη του ενάρετου δρόμου να τον εμποδίζουν τέτοια θηρία; Ή ακόμη πιο σωστά: μπορεί τέτοια θηρία να βρίσκονται στο δρόμο της μίας και πραγματικής Αλήθειας;
Ύστερα είναι και η μορφή αυτού του δρόμου: λόφος, ένα ωραίο βουνό όπως αναφέρεται παρακάτω. Στην κατάβαση μάλιστα προς την Κόλαση ο Βιργίλιος, βλέποντας το Δάντη να δειλιάζει, του θυμίζει: “απ’ το θεριό σε γλίτωσα που εμπόδαε/ του ώριου βουνού να πάρεις τη συντόμη“( στ.119/120, τραγούδι Β, Κόλαση). Διαχρονικά και ειδικά σε έναν μαθητή του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη όπως ήταν ο Δάντης, ο δρόμος της Αρετής παρουσιάζεται μακρύς (αντίθ. συντόμη) και δύσβατος (αντίθ. ώριο βουνό). Σε πολλά σημεία μάλιστα πριν τον στ. 13 του Α τραγουδιού, ο Δάντης τονίζει ότι ήταν χαμένος και δικαιολογημένα από αγωνία και απελπισία, θα μπορούσε να δει το λόφο σαν σωτηρία.
Μα ακόμη κι αν τα προσπεράσουμε όλα αυτά, δυο ερωτήσεις γεννιούνται αναγκαία: γιατί η Βεατρίκη στέλνει τον Βιργίλιο να οδηγήσει τον Δάντη μέσα από την Κόλαση, αν επρόκειτο να πάρει το σωστό δρόμο (λόφος); Και αν ο λόφος είναι ο δρόμος της αρετής όπως λέει ο Καζαντζάκης, τότε ο άλλος, εκείνος που περνάει μέσα από την Κόλαση και φτάνει στον Παράδεισο, ποιος είναι;

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Βαγγέλης Ψαραδάκης, “.Η ΑΛΛΗ ΦΟΡΑ”

«Τι θες και τα σκαλίζεις τώρα, βρε μπαγάσα;» Έτσι μου είπε και συνέχισε ασθμαίνοντας «Και τσόντα να βάλεις τίποτα Άνθρακες πια ο θησαυρός. Πάει το πουλάκι, πέταξε.» Ήταν λιγάκι χύμα, ανέκαθεν, τον ενοχλούσαν τα προσχήματα• ενίοτε γινόταν κυνικός. Έβηξε, πήρε το μαντίλι από τo μανίκι κι έφτυσε τα φλέματα που είχαν μαζευτεί στον ξερακιανό και σταφιδιασμένο λαιμό του. Συνέχισε αμείλικτος. «Ψαχουλεύεις, ψαχουλεύεις αλλά δεν. Σήμανε σιωπητήριο η Αυτού Εξοχότητα. Λίγα μοιραστήκαμε μαζί; Καταραμένη ώρα για όλους μας. Και τα γκογκόβια, τώρα, κούφια. Τι πιστολιές να ρίξουν τα καημένα;» Από την Ήπειρο ήταν. Είχαμε γνωριστεί στον στρατό και κρατούσαμε γερή φιλία από τότε.
«Θαρρείς ότι πάω καλύτερα; Πφφ. Μη με ακούς στο καφενείο. Εκεί είναι άλλη η θέση μας. Καθένας το μακρύ και το κοντό του. Έξι χρόνια νεότερος είμαι. Εσύ καθυστέρησες λόγω σπουδών… Σε είχε χώσει η Μαρίκα στο μουνάκι της. Αιωνία της η μνήμη.» Χτύπησε το κινητό του. Ήταν ο Στέλιος. Μόλις είχε τελειώσει το γυμναστήριο. Σε λίγο θα περνούσε να τον πάρει. «Να, για να δεις τα δικά μου χάλια – ο μόνος είσαι; Δεν βρήκαν αυτό το χάπι, γαλάζιο σαν τον ανοιξιάτικο ουρανό… Κι εμείς θεότυφλοι. Μπορώ να το πάρω νομίζεις; Η καρδιά με κρατάει αιχμάλωτο. Γιώργο, είπα, αν θες να μείνεις εδώ, νισάφι. Το αλλού δεν το ξέρεις.»

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ο Μάνος Ελευθερίου γράφει για τη δολοφονία της Ελένης Παπαδάκη (Αποκλειστική Α΄δημοσίευση)

`

Στη μνήμη του θαυμάσιου Πολύβιου Μαρσάν

`

Διάβασα για …εικοστή φορά στη ζωή μου όσα έγραψε κάποτε ο Δημ. Μυράτ για τη δολοφονία της Ελένης Παπαδάκη και αναδημοσιεύτηκαν στην εφ. «ΤΑ ΝΕΑ» στις 6-7 Σεπτεμβρίου 2014. ΕΔΩ. Υπάρχουν ασάφειες, κενά και, δυστυχώς, ηθελημένες παραλείψεις. Σʼ αυτά θέλω να απαντήσω τελείως τηλεγραφικά, έστω κι αργά, ό,τι μπορώ. Αλλού είναι η θέση τους με τις απαραίτητες παραπομπές
Πρώτα πρώτα πώς του ʼρθε του Μυράτ να γράψει «γιʼ αυτό» ύστερα από τόσα χρόνια. Ήταν έξυπνος, μορφωμένος και έγραφε θαυμάσια. Ηθοποιός δεν ήταν και το ήξερε. Τι τον έσπρωξε όμως να δημοσιεύσει αυτό το καυτό θέμα μάλλον στο παλαιό περιοδικό «Ευθύνη»; Τι λέπια και λεκέδες ήθελε νʼ αποτινάξει από πάνω του στο περιορισμένο κοινό ενός λαμπρού μεν αλλά «άγνωστου» περιοδικού; Γιατί τον έτρωγε το «θέμα», ύστερα από τόσα χρόνια, αφού ο ίδιος ήθελε να πιστεύει τον εαυτό του τελείως αθώο του αίματος της Παπαδάκη;
Εντύπωση κάνει επίσης ότι αποφεύγει να αναφέρει το όνομα της αδελφής του Μιράντας, από άλλη μητέρα, όταν εκείνα τα χρόνια και οι πέτρες ακόμη βοούσαν για το θανάσιμο μίσος της προς τη μεγάλη ηθοποιό, πριν, και την υποτιθέμενη συμμετοχή της στη δολοφονία της, μετά. Υπάρχουν δημοσιεύματα της εποχής που αναφέρουν ολοκάθαρα ονόματα και περιστατικά. Σʼ αυτά ουδείς απάντησε και ουδείς έσυρε ποτέ κάποιον στα δικαστήρια γιʼ αυτή την τρομερή προσβολή και συκοφαντία.
Η Μιράντα Μυράτ, την οποία δεν αναφέρει ποτέ ο Δημήτρης ή Τοτός Μυράτ, ανήκε κι αυτή, όπως και ο αδελφός της και ολόκληρη σχεδόν η Ελλάδα στο ΕΑΜ. Υπάρχουν φωτογραφίες της από διαδηλώσεις να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή με σηκωμένο χέρι και ασφαλώς να φωνάζει «θάνατος στους φασίστες». Ο πιο εύστοχος τίτλος μιας τέτοιας φωτογραφίας θα ήταν τότε «Η παρασυρθείσα κόρη».
Όσο για τη σχέση της με την Πολιτοφυλακή Πατησίων –εκεί που κατέληξε η Παπαδάκη–είναι ότι έμενε δύο τετράγωνα παρακάτω, στο σπίτι μιας Γεωργιάδου. Αυτό αρκούσε για να γραφεί στο τάκα τάκα ένα μονόπρακτο.

`

Μετά τα Δεκεμβριανά ακολούθησε τους χιλιάδες εαμίτες στην υποχώρησή τους στην παγωμένη ελληνική επαρχία, χωρίς να προφθάσει να μετακινηθεί προς τις ανατολικές χώρες και επέστρεψε στην Αθήνα. Εκεί την έκρυψε από τους κακούς ανθρώπους η μητέρα της, ηθοποιός Κυβέλη, σύζυγος του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου, του επιλεγόμενου τότε «παπατζή».
Λίγο καιρό μετά έκανε δήλωση μετανοίας καταδικάζοντας τον κομουνισμό και για τον εαυτό της γράφει ότι όλα όσα έκανε και όσα είπε τα έκανε ως «παρασυρθείσα». Έτσι προσελήφθη και στο Εθνικό Θέατρο, τον δημόσιο οργανισμό, που εκείνα τα χρόνια και για να πιεις νερό χρειαζόσουν από την αστυνομία χαρτί νομιμοφροσύνης. Πάει κι αυτό.
Η αίτησή της στο Εθνικό Θέατρο για να επαναπροσληφθεί ως υγιώς και εθνικώς πλέον σκεπτομένη έχει χαθεί.
Ο Μυράτ αποφεύγει ακόμη να αναφέρει τον πόλεμο, τον παροξυσμό και τις λυσσαλέες επιθέσεις που δεχόταν η Παπαδάκη στα δύο τελευταία χρόνια της επίγειας ζωής της και από συναδέλφους και από τα φύλλα μιας κατάπτυστης «εθνικόφρονης» εφημερίδας. Αυτά τα ήξερε και τα διάβαζε. Ποιος τα χαιρόταν όμως και ποιος τα υπαγόρευε; Και βέβαια θα ήξερε τις τελείως αντισυναδελφικές, πρόστυχες, μοχθηρές, εκδικητικές πράξεις της Ασπασίας Παπαθανασίου (η ίδια η Ασπασία τα γράφει χαρτί και καλαμάρι σε βιβλίο της) και της Αλέκας Παΐζη, επάνω στη σκηνή, τις ώρες της παράστασης, όταν η Παπαδάκη υποδυόταν την Εκάβη στο Εθνικό Θέατρο, του Δεκέμβρη 1943, και οι δύο κυρίες, νεαρές τότε, συμμετείχαν στο Χορό της ίδιας τραγωδίας! Παραλείπω τα κείμενα γιατί θα στενοχωρηθούμε όλοι.

Διαβάστε περισσότερα