
`
Σκιά
Η νύχτα ήταν βροχερή απʼ αυτές που η βροχή είναι μόνο συνοδός σε μια ολόκληρη κουστωδία φοβερού παγωμένου αέρα που με ριπές περιφερόταν και περιέφερε ο,τιδήποτε μπορούσε να κινηθεί στην πολιτεία. Αόρατα μαύρα σύγνεφα κάλυπταν τον ουρανό κι έριχναν μια σκιά που, για το τρομαγμένο πλήθος, φάνταζε σαν κινηματογραφικό στιγμιότυπο, πίσω απʼ τα τζάμια του σπιτιού του.
Εκεί έξω όμως, μαίνονταν πραγματικά οι δυνάμεις της φύσης, έριχναν την απελπισία ανάμεσα στις τεράστιες σταγόνες κι αυτή κυλούσε σʼ όλους τους υπόνομους της πόλης και υπονόμευε τη χαρά μιας μελλοντικής, φωτεινής, παρήγορης μέρας.
Εκεί έξω περπατούσαμε χωρίς να μιλάμε, μη κι ο αέρας πάρει τις φωνές μας κι η ομίχλη τις ζωές μας. Ο ήχος του αέρα γινόταν σφυριχτός σαν ουρλιαχτό ζώου που πονάει και κλαίει κι η υγρασία έμοιαζε ολοένα και περισσότερο με παγωμένο χέρι που σφίγγει την ψυχή και στέλνει κακά προαισθήματα.
Εκεί έξω κάποιος παρακολουθούσε ένα ασήμαντο σάλεμα που η νύχτα το ʽκανε τεράστιο. Σκιά που μεγάλωνε κι έμοιαζε ζωντανή. Κινούνταν αργά, μα σταθερά – νόμιζε – προς εκείνον κι ένιωθε παγωμένος να κοιτά τη φοβερή μορφή.
Προσπαθούσε να μετρήσει τις πλάκες στο πλακόστρωτο, ως η μέτρηση να ʽταν μια ώθηση για νʼ απαγκιστρωθεί. Όμως αδύνατον! Κάθε που έπαιρνε τα μάτια απʼ τη σκιά θαρρούσε πως αυτή ήταν κιόλας δίπλα του.
Απεγνωσμένα, αναρωτιόταν για βοήθεια, κάποιον άλλο περαστικό. Φανταζόταν να στρέφει την πλάτη του και να προχωρά. Θεωρητικά όλα τούτα. Στην πράξη ένιωθε αιώνες εκεί, αδύνατον να υπολογίσει το χρόνο. Το κακό προαίσθημα γινόταν πραγματικότητα.
Δεν ένιωθε πια τα πόδια του, αδυνατούσε να λυγίσει τα δάχτυλά του, άκουγε τους αδύναμους χτύπους της καρδιάς του τρομακτικά δυνατά.
Δεν μας είδε, ούτε μας άκουσε που του φωνάξαμε όταν χάθηκε στο σκότος της. Η σκιά γελούσε χαιρέκακα.
Εκεί έξω, συνεχίσαμε να περπατάμε χωρίς να μιλάμε, μη κι ο αέρας πάρει τις φωνές μας κι η ομίχλη τις ζωές μας. Σφίγγοντας τον κόρφο μας, συνεχίσαμε.
Διαβάστε περισσότερα