Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Γιάννης Σουλιώτης,”Παγκόσμια Ανθολογία Αυτοκτόνων Ποιητών”, υπό έκδοση, Εκδ. ΑΡΜΟΣ

ΦΥΛΛΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ : Η ΣΥΝ+ΠΤΩΣΗ

«Αφού ήσουν τόσο ευτυχισμένος
– όπως περιγράφεις-μʼ αυτή τη σχέση,
γιατί προχθές το πρωί αυτοκτόνησες;»

Μʼ αυτή τη φράση τελειώνει ένα από τα 14 διηγήματά του ο Γιάννης Ευσταθιάδης, στο τελευταίο του βιβλίο «ΜΑΥΡΟ ΕΚΛΕΚΤΟ».
Έτσι , και το τελειώνει …χωρίς απάντηση….
Γιατί η απάντηση είναι το ίδιο δύσκολη μʼ αυτή που θα θέλαμε να δώσουμε στο παρακάτω θέμα. Θέμα που έχει άμεση σχέση με την αυτοκτονία*, αλλά στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι αυτή που μας ενδιαφέρει ετούτη τη στιγμή , αλλά το γεγονός της σύμπτωσης(;), του τυχαίου(;),του πεπρωμένου(;)…

VIRGINIA WOOLF

28 ΜΑΡΤΙΟΥ 1941

Ο ξαφνικός θάνατος της μητέρας της από γρίπη στα 13 της, και αυτός της αδελφής της Στέλλας δυο χρόνια αργότερα, επέφεραν μια πρώτη σειρά νευρικών κλονισμών. Ο θάνατος του πατέρα της (το 1904) προκάλεσε πιο ανησυχητική κατάρρευση και η Βιρτζίνια χρειάστηκε να μπει για λίγο σε κλινική. Οι κλονισμοί αυτοί και οι επόμενες επαναλαμβανόμενες καταθλιπτικές περίοδοί της οφείλονται, σύμφωνα με σύγχρονους μελετητές, και στη σεξουαλική κακοποίηση που αυτή και η αδερφή της Βανέσσα υπέστησαν από τους ετεροθαλείς αδελφούς τους Τζωρτζ και Τζέραλντ, πράγμα που και η ίδια μνημονεύει στα αυτοβιογραφικά δοκίμιά της. Σε όλη τη διάρκεια της ζωής της επηρεάστηκε από αυτή τη δραστική ταλάντευση διάθεσης. Αν κι αυτές οι επαναλαμβανόμενες διανοητικές διαταραχές είχαν πολλές επιπτώσεις στην κοινωνική ζωή της, οι λογοτεχνικές δυνατότητές της παρέμειναν άθικτες. Οι σύγχρονες διαγνωστικές τεχνικές έχουν οδηγήσει σε μεταθανάτια διάγνωση διπολικής διαταραχής, μια ασθένεια που χρωμάτισε την εργασία, τις σχέσεις και τη ζωή της και από φόβο να καταλήξει τρελή οδηγήθηκε τελικά στην αυτοκτονία στις 28 Μαρτίου του 1941.Φόρεσε το παλτό της, γέμισε τις τσέπες της με πέτρες και προχώρησε μέσα στον Ποταμό Ouse … Καθώς περπατούσε μέσα στο νερό, το ρεύμα την πήρε μαζί του. Οι αρχές την βρήκαν μερικές εβδομάδες αργότερα . Ήταν 59 ετών.

KARIN MARIA BOYE

24 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1941

Η Karin Maria Boye ήταν Σουηδή ποιήτρια και μυθιστοριογράφος. Γεννήθηκε στο Gothenburg, στις 26 Οκτωβρίου του 1900. Στα νεανικά της χρόνια είχε δημοσιεύσει ένα βιβλίο με ποιήματα ,για τα γενέθλια του παππού της, όπου τα θέματα ήσαν εκείνα που κυριάρχησαν αργότερα στην ποίηση της: η ζωή κι ο θάνατος, το αίσθημα της ύπαρξης και μια έντονη, σχεδόν μυστικιστική περιέργεια για τον ανθρώπινο πόνο. Στα 21 της άρχισε σπουδές των ελληνικών, βορείων γλωσσών και ιστορίας της λογοτεχνίας. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Ουψάλα ,από το 1921- 1926 και έκανε την εμφάνιση της με την ποιητική συλλογή Moln (Σύννεφα).Το διήγημά της Kris (Κρίση) απεικονίζει τη θρησκευτική της κρίση και τις λεσβιακές σχέσεις. Σε εκείνα Merit vaknar( Το ξύπνημα της αξίας) και För lite(Για λίγο) εξερευνά τους ρόλους που παίζουν οι άνδρες και οι γυναίκες. Μεταξύ των ετών 1929 και 1932 η Boye παντρεύτηκε τον Leif Björck. Ο γάμος ήταν προφανώς μια φιλική ένωση. Το 1932,μετά τον χωρισμό από τον σύζυγό της ,είχε μια λεσβιακή σχέση με την Gunnel Bergström, που άφησε τον σύζυγό της, ποιητή Gunnar Ekelöf, για την Boye. Κατά τη διάρκεια της διαμονής της στο Βερολίνο το 1932-1933 γνώρισε την Margot Hanel, με την οποία έζησε το υπόλοιπο της ζωής της και αναφερόταν σε αυτή ως «η σύζυγός της».Η Boye αυτοκτόνησε στις 24 Απριλίου του 1941,καταπίνοντας υπνωτικά χάπια ,αφού έφυγε από το σπίτι της. Ήταν 41 ετών. Βρέθηκε, σύμφωνα με την έκθεση της αστυνομίας, πάνω σε ένα ογκόλιθο, σε ένα λόφο με θέα ακριβώς τη βόρεια Alingsås, κοντά στο Bolltorpsvägen, από γεωργό ο οποίος έκανε περίπατο. Ο ογκόλιθος είναι τώρα ένα πέτρινο μνημείο. Πέθανε στην κορυφή του θριάμβου της. Η Margot Hanel ,η σύντροφος της τα τελευταία οκτώ χρόνια, αυτοκτόνησε λίγο αργότερα. Όπως αναφέρεται ,η Boye «έβαλε τέλος στη ζωή της την ημέρα που τα γερμανικά στρατεύματα προέλαυναν στις Θερμοπύλες. Η εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα κλόνισε την πεποίθησή της στην αναγκαιότητα της ιστορικής αλληλουχίας την πίστη της στην έννοια της αδιαμφισβήτητης συνέχειας.»Πράγματι, την ημέρα εκείνη οι Γερμανοί νικούν τα αυστραλο-νεοζηλανδικά στρατεύματα στη Μάχη των Θερμοπυλών. Ο δρόμος προς την Αθήνα για τους Γερμανούς είναι ανοικτός.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Χρήστος Μαυρής, «Μιχάλης Πασιαρδής. Εισαγωγή στο έργο του», Κυπριακή Ββιλιοφιλία, Λευκωσία 2015. [γράφει ο Γιώργος Κ.Μύαρης]

`

«Μένω στην αθωότητα
όπως το γιασεμί στο άσπρο του»

Ο ποιητής και μελετητής Χρήστος Μαυρής πρόσφατα εξέδωσε σ’ ένα κομψό βιβλίο μικρού σχήματος τη μελέτη «Μιχάλης Πασιαρδής. Εισαγωγή στο έργο του», στο λευκωσιάτικο εκδοτικό «Κυπριακή Βιβλιοφιλία» (του ομώνυμου πνευματικού περιοδικού). Η μελέτη αυτή έρχεται να συμπληρώσει την προγενέστερη δημιουργική επικοινωνία που οι δύο ποιητές αναπτύσσουν μεταξύ τους, αφού ο Χρ. Μαυρής έχει εκδώσει και το βιβλίο «Ο λόγος του ποιητή. Συνεντεύξεις με τον Μιχάλη Πασιαρδή» (Λευκωσία, 2003).
`

Ο Μιχάλης Πασιαρδής (Τσέρι της Κύπρου, 1941) θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της λογοτεχνικής γενιάς που επικράτησε να ονομάζεται από τους κριτικούς «Γενιά της Ανεξαρτησίας» ή «Γενιά του 1960». Το 1962 εξέδωσε την πρώτη ποιητική του συλλογή με τίτλο «Ποιήματα». Ο Πασιαρδής είναι παρών στο πνευματικό στερέωμα με πολλά βιβλία στο ενεργητικό του, μέσα από τα οποία εκδηλώνεται η έμπνευση, το πάθος, η συνέπεια και η σοβαρότητα, χαρακτηριστικά στοιχεία με τα οποία διακονεί μέχρι τις μέρες μας την κυπριακή λογοτεχνία, και δι’ αυτής την ευρύτερη ελληνική λογοτεχνία. Αξίζει στο σημείο αυτό να υπενθυμίσω προς επίρρωση των διαπιστώσεων του Χρ. Μαυρή, ότι εκτενείς σκέψεις γύρω από τη γνήσια ποιητική φωνή του Μ. Πασιαρδή (με βάση και τις αναφορές του Λευτέρη Παπαλεοντίου) καταγράφει, μαζί με πέντε ποιήματα, ο Αλέξανδρος Αργυρίου στο πολύτιμο και πολύτομο έργο του «Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας [και η πρόσληψή της όταν η δημοκρατία δοκιμάζεται, υπονομεύεται και καταλύεται (1964-1974 και μέχρι τις μέρες μας]» (τόμος Ζ΄, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2007). Ο Αργυρίου, αποτιμώντας θετικά την χαμηλόφωνη και ευαίσθητη ποιητική του παρουσία, σπεύδει να τον εντάξει στους Έλληνες «ποιητές της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς».
Ο Χρ. Μαυρής, προσφεύγοντας στα γραπτά και τις αφηγήσεις του Πασιαρδή, δίνει στοιχεία για τα παιδικά χρόνια του ποιητή και για την επίδραση των νεότερων κυπριακών και ελλαδικών πολιτικών γεγονότων στην προσωπικότητα και στην πνευματική του προσφορά. Μιλά για την πολύπλευρη και μακρόχρονη δράση του Πασιαρδή στη Ραδιοφωνία (Ρ.Ι.Κ.) και στις εφημερίδες. Υπενθυμίζει τους σημαντικούς λογοτέχνες της Ελλάδας που τον τίμησαν και τον τιμούν με τη φιλία τους (ανάμεσα σ’ αυτούς που γνώρισε ήδη από το 1966 ήταν ο Γιώργος Σεφέρης, ο Γιάννης Ρίτσος, ο Νικηφόρος Βρεττάκος και από τους δημιουργούς της νεότερης γενιάς ο Τάσος Λειβαδίτης και ο Δημήτρης Χριστοδούλου, ο Νίκος Καρούζος, ο Ιάκωβος Καμπανέλης, ο Τίτος Πατρίκιος κ.ά).

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Κοσμάς Πολίτης, «Στου Χατζηφράγκου», Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1993

`

Θα σου μιλήσω για τα τσερκένια.

Eίδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά; Δεμένη από χιλιάδες σπάγγοι ν’ ανεβαίνει στα ουράνια; E, λοιπόν, ούτε είδες ούτε θα μεταδείς ένα τέτοιο θάμα. Aρχινούσανε την Kαθαρή Δευτέρα —ήτανε αντέτι— και συνέχεια την κάθε Kυριακή και σκόλη, ώσαμε των Bαγιών. Aπό του Xατζηφράγκου τ’ Aλάνι κι από το κάθε δώμα κι από τον κάθε ταρλά του κάθε μαχαλά της πολιτείας, αμολάρανε τσερκένια. Πήχτρα ο ουρανός. Tόσο, που δε βρίσκανε θέση τα πουλιά. Για τούτο, τα χελιδόνια τα φέρνανε οι γερανοί μονάχα τη Mεγαλοβδομάδα, για να γιορτάσουνε την Πασχαλιά μαζί μας. Oλάκερη τη Mεγάλη Σαρακοστή, κάθε Kυριακή και σκόλη, η πολιτεία ταξίδευε στον ουρανό. Aνέβαινε στα ουράνια και τη βλόγαγε ο Θεός. Δε χώραγε το μυαλό σου πώς μπόραγε να μείνει κολλημένη χάμω στη γης, ύστερ’ από τόσο τράβηγμα στα ύψη. Kαι όπως κοιτάγαμε όλο ψηλά, τα μάτια μας γεμίζανε ουρανό, ανασαίναμε ουρανό, φαρδαίνανε τα στέρνα μας και κάναμε παρέα με αγγέλοι. Ίδια αγγέλοι κι αρχαγγέλοι κορωνίζανε. Θα μου πεις, κι εδώ, την Kαθαρή Δευτέρα, βγαίνουνε κάπου εδώ γύρω κι αμολάρουνε τσερκένια. Eίδες όμως ποτέ σου τούτη την πολιτεία ν’ αρμενίζει στα ουράνια; Όχι. Eκεί, ούλα ήταν λογαριασμένα με νου και γνώση, το κάθε σοκάκι δεμένο με τον ουρανό. Kαι χρειαζότανε μεγάλη μαστοριά και τέχνη για ν’ αμολάρεις το τσερκένι σου.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Κώστας Τσιαχρής, «Στήλη Άλατος»

`
Παράξενα που άνοιξε το δέρμα, όταν το ξυράφι ξέφυγε και σύρθηκε στο χέρι με δύναμη και δεν πρόλαβες να δεις τίποτε! Μόνο που ένιωσες την εισβολή και μετά κοκκίνισαν τα πάντα κι έμοιαζε το κομμένο δέρμα με συμπληγάδες που ανοιγόκλεισαν για λίγο και σου έφεραν ένα τσούξιμο στο μυαλό και στην ανάσα. Και κράτησες σφιχτά το λαβωμένο χέρι με μια πετσέτα που βρήκες πρόχειρη εκεί , στο δωμάτιο 15 του ξενοδοχείου «Η Νεκρά Θάλασσα». Αλλά το αίμα πότιζε το πανί που ολοένα βάραινε και δεν ήξερες πώς να το σταματήσεις. Και σου φάνηκε πως μια πορφύρα σε κύκλωνε απ’ όλες τις μεριές και σ’ ανάγκαζε να χάνεις όλα τα άλλα χρώματα. Ήταν ωστόσο αυτό που έκανε τον ταύρο μέσα σου να σηκώσει το κεφάλι και τα κέρατα, να χιμήξει καταπάνω στην αμηχανία σου. Δεν είχες άλλο γιατρικό, μήτε οινόπνευμα μήτε στάλα κάτουρο να ρίξεις πάνω στην πληγή. Μονάχα το χοντρό αλάτι που κουβαλούσες σα φυλαχτό και στο τύλιγε η μάνα σου να το’ χεις πάντα μαζί σου «να κάνεις τους εχθρούς σου του αλατιού». Ξεδίπλωσες με τρέμουλο το πουγκί κι έχωσες μέσα του βιαστικά τα δάχτυλα ,ώσπου ένιωσες τους τραγανούς κρυστάλλους να κροταλίζουν σιγανά. Έπειτα με το σχήμα της Αγια-Τριάδας έβγαλες τα δάχτυλα έξω φορτωμένα κι ετοιμάστηκες γι’ αυτό που θα ‘ρθει. Άφησες να πέσει χάμω η πετσέτα- πρόχειρος επίδεσμος, σα να ‘χε κόψει φόρα το αίμα ,αλλά η σάρκα ολάνοιχτη , ένας κρατήρας που κάθε λίγο έφτυνε παχιά κόκκινη λάβα. Πάτησες τα δόντια τόσο που παραμορφώθηκε το πρόσωπο. Και κίνησες το ράντισμα με την Αγια-Τριάδα.
Εκεί ήταν που κοκάλωσε για λίγο ο χρόνος. Ίσα που πρόλαβες να δεις τους κόκκους του αλατιού ,αλλά τους είδες, όπως έπεφταν σα χιόνι και βούιζαν στον ενδιάμεσο αέρα. Θυμήθηκες το βομβαρδιστικό με τα γαλάζια φτερά, παιχνίδι που κληρονόμησες μετά το θάνατο του αδελφού σου και το ‘βαζες τα βράδια να υψώνεται και να βομβαρδίζει τη θλίψη σου. Μπουμ, η πρώτη έκρηξη κι έκανες πως χαιρόσουν. Λιγάκι μόνο ,για να μην πάει χαμένη η πτήση. Κι εκείνο το βράδυ του Γενάρη που χιόνισε και στις τρεις τα ξημερώματα σε σήκωσε ο θρήνος της μητέρας «Πέτροοοοο….» και τι να δεις που μαύρο το σώμα του παιδιού, τα χέρια του , τα πόδια του, παραδομένα στους σπασμούς. Μα γλίστραγε τόσο πολύ το παγωμένο χιόνι και τ’ αυτοκίνητο χωρίς αλυσίδες. Και τι να κάνουμε τώρα; Τσίριζε η μάνα με απελπισία. Και ρίξατε τα δυο τσουβάλια αλάτι στο δρομάκι της αυλής , για να πάτε να φωνάξετε τον κύριο Οδυσσέα με το αγροτικό που είχε λέει λάστιχα παντός καιρού και στην ανάγκη αλυσίδες…Το αλάτι έπεσε απαλά κι αισθάνθηκες την έκρηξη απ’ την πληγή να μπαίνει ορμώντας στην καρδιά. Τινάχτηκες κι ένα κομμάτι πόνου σου ‘φερε λιγοθυμιά στα μάτια. Τραβήχτηκε η κομμένη σάρκα προς τα μέσα και το πηγμένο αίμα ανακατώθηκε με το αλάτι και σα να μαύρισε περισσότερο…Αλλά τι να σου κάνει και το αλάτι ;Ήταν αργά. Χαμένο το παιδί, κρεμάστηκε η ψυχή του στ’ άστρα και δεν πρόλαβες για τελευταία φορά ν’ ακούσεις το τραγούδι που έμαθε απ’ το ραδιόφωνο και μ’ εκείνη τη σχεδόν κοριτσίστικη φωνούλα τραγουδούσε «Πάμε μια βόλτα στο φεγγάρι».

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Γιάννης Ζουγανέλης, «Λαϊκή Ανθολογία Βάρναλη», Zodiac, 1977

`

ΚΩΝΣΤΑΝΤΗΣ
Πάλι μεθυσμένος είσαι, δυόμιση ώρα της νυχτός.
Kι αν τα γόνατά σου τρέμαν, εκρατιόσουνα στητός
μπρος στο κάθε τραπεζάκι. “Γεια σου, Kωνσταντή βαρβάτε”!
―”Kαλησπερούδια αφεντικά”, -“Πώς τα καλοπερνάτε”;

Ένας σού δινε ποτήρι κι άλλος σού δινεν ελιά.
Έτσι πέρασες γραμμή της γειτονιάς τα καπελιά.
Kι αν σε πείραζε κανένας, -αχ, εκείνος ο Tριβέλας!-
έκανες, πως δεν ένιωθες και πάντα εγλυκογέλας.

Xτες και σήμερα ίδια κι όμοια, χρόνια μπρος, χρόνια μετά…
H ύπαρξή σου σε σκοτάδια όλο πηχτότερα βουτά.
Tάχα η θέλησή σου λίγη, τάχα ο πόνος σου μεγάλος;
Aχ, πού σαι, νιότη, πού δειχνες, πως θα γινόμουν άλλος!


* Σημείωση: Ο Γιάννης Ζουγανέλης, ενημερώνει στο οπισθόφυλλο του δίσκου, πως βάζοντας την προσωπική του άποψη, άλλαξε τον πρότελευταίο στίχο της τελευταίας στροφής σε: “Είναι η θέλησή σου λίγη, κι όχι ο πόνος σου μεγάλος.”

Διαβάστε περισσότερα