Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Aπόστολος Θηβαίος, «Βανκούβερ Απαρτμάντ»

`

Θα βρίσκεται στο Βανκούβερ Απαρτμάντ. Ο τελευταίος όροφος κόβει την ανάσα. Ειδικά τη νύχτα. Ω, μα τότε η Αθήνα αποκαλύπτεται, φωτισμένη χαμηλά, με τους επτά, επιβλητικούς εξώστες της. Δεν θα άλλαζε τη θέα αυτή με τίποτε. Γι΄αυτό και κάθε φορά που επισκέπτεται την πόλη απολαμβάνει να κλείνει μια θέση εδώ, στον τελευταίο όροφο του Βανκούβερ Απαρτμάντ.
Το εσωτερικό είναι διακοσμημένο με βυζαντινές εσοχές και μια ατέλειωτη πινακοθήκη φωτογραφιών, καλά καδραρισμένων αποκομμάτων, πυκνών ευφυολογημάτων. Οι σκάλες είναι ευρύχωρες, έτσι που οι πιο συγκινητικοί χαιρετισμοί πραγματοποιούνται πάντα μεταξύ δυο ορόφων. Οι πρώτοι είναι κατειλημμένοι από ενοίκους μακράς προοπτικής. Δεν λείπουν τα χρέη, οι εξώσεις, οι φωνές μες στη νύχτα από τα παράθυρα που ξαφνικά ανοίγουν, οι χιλιάδες που θυσιάζονται στον ίδιο αγώνα.
Αυτές οι ξεχωριστές ανέσεις του Βανκούβερ Απαρτμάντ, οι έξοδοι διαφυγής, που οδηγούν όμως στα μυστικά δωμάτια, αυτές μάλιστα αξίζουν τον κόπο, το ακριβό αντίτιμο εξαργυρώνεται στο ακέραιο. Λέσχες χαρτοπαιχτικές, κορίτσια των Φιλιππίνων, μ΄εξαίρετα χείλη και αίσθηση του χορού. Λένε πως υπάρχει ένας ολόκληρος διάδρομος με απολιθωμένα κορίτσια για όλα τα γούστα. Οι εποχές του περασμένου αιώνα σου ανοίγουν τα πόδια συνωμοτικά.
Δεν έχει δει ποτέ όλα θρυλούνται. Όμως οι αναπάντεχοι επισκέπτες, τα βήματα έξω απ΄την πόρτα μες στη νύχτα. Κάθε φορά υποθέτει πως θα τον καλέσουν, πως θα ανταποκριθούν στην αφοσιωμένη του επιλογή. Ας είναι. Απομένει τουλάχιστον η θέα απ΄το τελευταίο στρώμα αυτής της πόλης, συλλογίζεται. Γίνεται ρομαντικός και καταστρέφεται.
Ο κύριος θα μπορούσε να προσέλθει μαζί μου. Η τέρψη θα είναι ανάλογη του αιώνος. Μπορώ να σας διαβεβαιώσω, οι εμπειρίες που θα ζήσετε θα σας στιγματίσουν. Πρέπει να φανείτε ψύχραιμος, να αισθανθείτε τυχερός. Και αν ρωτάτε για τα κορίτσια, ομολογώ πως είναι φωτιά! Φορούν μικροσκοπικά μπικίνι, θυμίζουν αυτές τις μπάρμπι λίγες ώρες πριν χάσουν τα χέρια τους σε κάποιο, φριχτό, οικιακό ατύχημα. Με ότι τους απομένει σας γνέφουν απ΄την άκρη του δρόμου. Είναι ασυναγώνιστες, γνωρίζουν πώς πρέπει να φέρεται κανείς σε έναν άντρα, ταπεινώνονται, εξευτελίζονται με την καρδιά τους. Όμως είναι άλλο να σας λέω και άλλο να βλέπετε εμπρός σας αυτά τα θαύματα του αιώνα. Η αφοσίωσή σας επιτέλους ανταμείβεται. Είχαμε προσέξει βεβαίως την πίστη σας, τη γνήσια προτίμησή σας στη θέα. Εσείς εκτιμήσατε το ακατόρθωτο κύριε. Όμως τώρα πρέπει να με ακολουθήσετε. Έχω κάθε δικαίωμα να σας το ζητώ, αυτή η εποχή μου ανήκει κύριε.
Το Βανκούβερ Απαρτμάντ θα σβήσει, θα χαθεί. Έτσι όπως γράφτηκε, έτσι ακριβώς αργά θα φθαρεί όσο φως του απομένει. Ήδη έγραψαν για τις αναπαλαιώσεις, τις αλλαγές στην πρόσοψή, στο προφίλ που λένε.
Φανταστείτε πως η ορχήστρα γνωρίζει τις καλύτερες κλίμακες απ΄τις τελευταίες επιτυχίες του radio Argentina. Οι ναοί γεμίζουν ξανά κορίτσια, όλες οι πόρτες ανοίγουν, όλες οι τελετές και οι πιθανότητες σας προσμένουν. Ελάτε κύριε.
Κάθε φορά εγκαταλείπει το Βανκούβερ Απαρτμάντ με την αίσθηση που ακολουθεί μια πράξη κατάνυξης. Μοιάζει άρρωστος, οι καταχρήσεις τον έχουν φθείρει. Υπολογίζει τα κέρδη του, τη λιγότερη καρδιά του. Αναχωρεί για το αεροδρόμιο, συγκρατώντας ένα καρέ για εκείνη την ατέλειωτη πινακοθήκη.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Γεωργία Γκούσιου, Δύο κείμενα

Μάτια ανθρώπων, μάτια καθρέπτες

Ένα τσιγάρο για διάλειμμα, εκεί στο τραπέζι δίπλα στην κουζίνα του εστιατορίου που εργάζομαι, μου δίνει την ευκαιρία να κοιτώ λαθραία τους θαμώνες στα μάτια.
Σωστό παρατηρητήριο σου λέγω.
Ένα ζευγάρι στο πρώτο τραπέζι κοντά στο παράθυρο γέμισε τον χώρο μαύρο σμίξιμο ανυπομονησίας και πόθου.
Στο διπλανό τους τραπέζι δύο ζευγάρια, οχτώ στο σύνολο τα μάτια, αδιάφορα σε χρώμα και συναίσθημα. Μόνο μία υποψία ανομολόγητου φθόνου, για τον ακράτητο ερωτισμό του νεαρού ζευγαριού με τα μαύρα λαμπερά μάτια. Ότι και αν ομολογήσουν θα πρέπει να το διαπραγματευτούν. Πως όμως να μπει σε διαπραγμάτευση η ρουτίνα και η σήψη των σχέσεων. Παρά ‘κει σιμά τους γεύμα εργασίας. Εδώ να δεις γλέντια. Ποια Κοτοπούλη και ποιος Χορν; Ρεσιτάλ ηθοποιίας.
“Πόσο με εντυπωσίασε η δουλειά σου χρυσή μου”; Το σίγμα ως σύρσιμο οχιάς τραβηγμένο μέσα από την άψογη οδοντοστοιχία, “σαφώς καλύτερη από όλες. Η παρουσίαση δε “; Νάτο πάλι το φίδι να ξεδιπλώνεται εκεί στο σίγμα, “Εξαιρετική “.
Στο μεγάλο τραπέζι,κάτω από γυάλινη πυραμίδα με μπουκάλια από πενήντα χρόνων και βάλε, με ανάγκασαν να κλείσω τα δικά μου μάτια. Γαβγίσματα σκυλιών μου ακούστηκαν. Ουρλιάζουν και ξεσκίζονται για μία θηλύκια.
Η ομορφούλα της νεαροπαρεάς συρρίκνωσε τις μαβιές κόρες των ματιών της από υπερβολική δόση φιλαρέσκειας.
Αγαπημένο τραπέζι του χειμώνα, δίπλα στην σόμπα. Τα μάγουλα του αρσενικού έγιναν κατακόκκινα. Ίδιο και το χρώμα των ματιών του. Λίγο το μπρούσκο λίγο η φωτιά ζεστάθηκε το αίμα, πήχτωσε. Δεν έχει διάθεση να σηκώσει τα μάτια του παραπάνω από το ποτήρι του, το πολύ πολύ μέχρι το αβυσσαλέο ντεκολτέ της συμβίας του..
Μάτια, μάτια ανθρώπων.
Μάτια καθρέπτες.
Πάει και αυτή η βραδιά Γεωργία. Εις αναμονή για τα επόμενα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Νίκος Βουτυρόπουλος, «Μάκης ο Ριμάκιας»

Ο Μάκης ο Ριμάκιας ρίμαρε μέχρι την τελευταία του ανάσα, ενώ ξεψυχούσε στην πτέρυγα των οροθετικών του νοσοκομείου Πανάγιος Τάφος, μόνο που αυτή τη φορά κανείς δεν κατάλαβε το κρυμμένο μεγαλείο στους ψιθυριστούς στίχους του. Το παιδικό του παρατσούκλι ήταν Μέγιστος, κι αυτό εξαιτίας του αξιοπρόσεκτου μεγέθους της πούτσας του. Στη διάρκεια της σύντομης ζωής του δε σταμάτησε στιγμή να καυχιέται για το πουλί του, μάλιστα το ονόμαζε κολακευτικά: το κελαηδόνι μου. Δεν έχανε επίσης την ευκαιρία να εκθέτει το εκ γενετής τρόπαιό του σε συμμαθητές, συγγενείς, φίλους και σε κάθε ενδιαφερόμενο. Στην τελευταία τάξη του δημοτικού ξεκινά την ερωτική του ζωή, αρχικά με τις χούφτες του, και στη συνέχεια με τις χούφτες άλλων, ξεκάθαρο σημάδι πως η μαλακία αποτελεί ένδειξη υγιούς σχέσης με το σώμα του, ακόμα κι αν κάποιες φορές το παράκανε, αφού έφτανε να πυροβολεί μέχρι και δέκα φορές τη μέρα. Όταν παραδεχόταν δημόσια τις επιδόσεις του, δίκαια του καταλόγιζαν οι άλλοι: «Ρε Μάκη, δεν είναι πουλί αυτό που έχεις, αλλά επαναληπτική καραμπίνα!»
Αυτά ως την τελευταία τάξη του λυκείου. Λίγο πριν δώσει εξετάσεις στη σχολή δημοσιογραφίας, δοκίμασε τους πρωκτικούς καημούς και έμεινε κατενθουσιασμένος. Ήταν ο φόρτος του διαβάσματος, οι μονότονες χειρολαβές… τα πειράματα σεξουαλικής έρευνας όφειλαν να συνεχιστούν σε διαφορετικά πεδία, όπως και έγινε, με διάρκεια και συνέπεια. Γύρω στα τριάντα του βρέθηκε να συζεί με τραβεστί. Ποιος ξέρει… ξαναθυμήθηκε το μητρικό θηλασμό; Εκείνη την εποχή πάντως ξεκινά να δημοσιεύει ρίμες και άλλα μικρά κείμενα για την κατάσταση της ανθρωπότητας και τη δικιά του, ενώ δούλευε παράλληλα σε μεγάλο δημοσιογραφικό οργανισμό, έτσι είχε τη δυνατότητα να ταξιδεύει σε κόσμους με πολλά ναρκωτικά και παρτούζες.
«Με υπομονή κι επιμονή/ο κώλος μου θα γίνει μνι» ήταν η αγαπημένη του ρίμα σε ερωτικές συνευρέσεις. Μάλλον πρέπει να ήταν και η απαρχή της ενασχόλησής του με τον έμμετρο λόγο. Σκάρωνε ατάκες για διαφημίσεις, δημοσίευε ποιητικές συλλογές, έγραφε για βάρδους του παρελθόντος, μέχρι που καθηλώθηκε σαν τον Σεβαστιανό από ορούς και ενέσεις. Αιτία ήταν μια αμαρτία, ο έρωτας που τον πρωτοχτύπησε για τα πλαστικά βυζιά και τα λέιζερ αποτρίχωσης. Το όνομα της αιτίας ήταν Τζίτζι.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Φώτα-Ολόφωτα», 1894

`

Ἐκινδύνευε νὰ βυθισθῇ εἰς τὸ κῦμα ἡ μικρὴ βάρκα τοῦ Κωνσταντῆ τοῦ Πλαντάρη, πλέουσα ἀνάμεσα εἰς βουνὰ κυμάτων, ἕκαστον τῶν ὁποίων ἤρκει διὰ νὰ ἀνατρέψῃ πολλὰ καὶ δυνατὰ σκάφη καὶ νὰ μὴ ἀποκάμῃ, καὶ εἰς ἀβύσσους, ἑκάστη τῶν ὁποίων θὰ ἦτο ἱκανὴ νὰ καταπίῃ ἑκατὸν καράβια καὶ νὰ μὴ χορτάσῃ. Ὀλίγον ἀκόμη καὶ θὰ κατεποντίζετο. Ἄγριος ἐφύσα βορρᾶς, ὀργώνων βαθέως τὰ κύματα, καὶ ἡ μικρὰ φελούκα, διὰ νὰ μὴν ἀρμενίζῃ κατεπάν᾽ τὸν ἀέρα, εἶχε μαϊνάρει* τὸ πανί της, καὶ εἶχε μείνει ξυλάρμενη* καὶ ὠρτσάριζε* κ᾽ ἐδοκίμαζε νὰ κάμῃ βόλτες*. Τοῦ κάκου. Μετ᾽ ὀλίγον ἡ θάλασσα ἐπῆρε τὸν ἐλεεινὸν φελλὸν εἰς τὴν ἐξουσίαν της, καὶ ὁ ἄνεμος τὸν ἔσυρεν ἐδῶ κ᾽ ἐκεῖ, καὶ ὁ Κωνσταντὴς ὁ Πλαντάρης ἐξέμαθεν εἰς τὴν στιγμὴν ὅσας βλασφημίας ἤξευρε καὶ ἠσχολεῖτο νὰ κάμῃ τὴν προσευχήν του, ἐνῷ ὁ μικρὸς σύντροφός του, ὁ ναύτης Τσότσος, νέος δεκαεπτὰ χρόνων, ἐγδύνετο καὶ ἡτοιμάζετο νὰ πέσῃ εἰς τὴν θάλασσαν, ἐλπίζων νὰ σωθῇ κολυμβῶν, καὶ ὁ μόνος ἐπιβάτης των, ὁ ζῳέμπορος Πραματής, ἔκλαιε καὶ εὕρισκεν ὅτι δὲν ἤξιζε τὸν κόπον ν᾽ ἀρμενίσῃ τις τόσην θάλασσαν διὰ νὰ πνιγῇ, ἀφοῦ ἡ γῆ ἦτο ἱκανὴ νὰ σκεπάσῃ μὲ τὸ χῶμά της τόσους καὶ τόσους.

Ἐκινδύνευε ν᾽ ἀποθάνῃ ἀπὸ τοὺς πόνους ἡ Μαχώ, ἡ γυναίκα τοῦ Κωνσταντῆ τοῦ Πλαντάρη, νεόγαμος, πρωτάρα. Ἡ Πλανταρού, ἡ πενθερά της, εἶχε καλέσει ἀπὸ τὸ βράδυ τῆς προλαβούσης ἡμέρας τὴν μαμμὴν τὴν Μπαλαλίναν καὶ τὴν ἐμπροσθινὴν τὴν Σωσάνναν. Αἱ δύο γυναῖκες, τεχνίτισσαι εἰς τὸ εἶδός των καὶ ἡ μήτηρ τοῦ συζύγου τῆς κοιλοπονούσης, φιλόστοργος, ὡς πᾶσα πενθερὰ ἥτις δὲν ἐπιθυμεῖ τὸν θάνατον τῆς νύμφης της, ὅταν αὕτη εἶναι πρωτάρα, πρὶν βεβαιωθῇ ὅτι θὰ ἐπιζήσῃ τὸ παιδίον διὰ νὰ ἀσφαλισθῇ ἡ κληρονομία τῆς προικός, ἐπροσπάθουν ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ ἀνακουφίσουν τοὺς πόνους τῆς ὠδινούσης. Καὶ εἶχεν ἀνατείλει ἤδη ἡ ἄλλη ἡμέρα καὶ ἀκόμη ἡ γυνὴ ἐκοιλοπόνει, καὶ ἡ μαμμή, ἡ ἐμπροσθινὴ καὶ ἡ πενθερὰ συνεπόνουν μὲ αὐτήν, καὶ ὁ καλογερόπαπας τοῦ Μετοχίου τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος εἶχε λάβει ἐντολὴν νὰ ψάλῃ μικρὰν καὶ μεγάλην Παράκλησιν πρὸς βοήθειαν τῆς ὠδινούσης.

Τὸ σπιτάκι ἔκειτο ἐπάνω εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ μικροῦ νησιδίου πρὸς μεσημβρίαν. Τὴν πρωίαν τῆς Παρασκευῆς, ἡ βάρκα τοῦ Πλαντάρη εἶχε φανῆ ἀντικρὺ ἀγωνιῶσα εἰς τὰ κύματα, καὶ δύο παιδία τοῦ γιαλοῦ, ἀπ᾽ ἐκεῖνα ποὺ περνοῦν τὸν καιρόν των κάτω ἀπὸ τὸν ἀρσανάν, μὴ γνωρίζοντα ἐπὶ τῆς ξηρᾶς ἄλλην διατριβὴν ἀπὸ τὰς συρμένας ἔξω φελούκας, οὔτε ἄλλο παιγνίδι ἀπὸ τὴν θάλασσαν, ἦλθαν νὰ πάρουν τὰ συχαρίκια τῆς Πλανταροῦς, ἀκούσαντα τὴν εἴδησιν ἀπὸ πορθμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀναγνωρίσει μακρόθεν τὴν βάρκαν. Καὶ τότε ἡ Πλανταροὺ εἶδε κ᾽ ἐκατάλαβεν ἀπὸ τὴν τρικυμίαν ὁποὺ ἦτο εἰς τὸ πέλαγος, ὅτι ἡ βάρκα ἀνεβοκατέβαινεν εἰς τὰ κύματα κ᾽ ἐκινδύνευε νὰ βουλιάξῃ, καὶ τότε ἐνόησε τί θὰ ᾽πῇ νά ᾽χῃ κανεὶς «δυὸ χαρὲς καὶ τρεῖς τρομάρες». Διότι διπλῆ μὲν χαρὰ θὰ ἦτο νὰ ἔφθανεν αἰσίως ὁ υἱός της, νὰ ἐγέννα μὲ τὸ καλὸν καὶ ἡ νύμφη της· τριπλῆ δὲ τρομάρα ἦτο ὁ κίνδυνος τοῦ υἱοῦ της, ὁ κίνδυνος τῆς νύμφης της καὶ ὁ κίνδυνος τοῦ προσδοκωμένου νεογνοῦ. Ἴσως δὲ θὰ ἦτο τετραπλῆ ἡ τρομάρα, ἂν προσετίθετο καὶ ὁ φόβος μήπως τυχὸν ἡ νύμφη της γεννήσῃ αἰσίως… θῆλυ.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

10 βιβλία του 2015 (γράφει ο Κώστας Τσιαχρής)

1. Η Δρακοντιά, Στάθης Κοψαχείλης [Μελάνι]
Ο Στάθης Κοψαχείλης , έχοντας ως βάση του το Λιτόχωρο , μας απομακρύνει από το άνευρο αστικό περιβάλλον και μας οδηγεί , μέσα από τα διηγήματά του , σε έναν κόσμο ξεχασμένο αλλά απίθανα ζωντανό και αινιγματικό , τον κόσμο της ελληνικής επαρχίας , σε όλες του τις πτυχές . Άνθρωποι , ζώα , φαντάσματα , φυσικά φαινόμενα , κτίσματα , όλα συνυπάρχουν και συναρμολογούν μία εξίσου φωτεινή και σκοτεινή εκδοχή της ελληνικής πραγματικότητας.

`

2. Βλέπω τον κύβο ρούμπικ φαγωμένο, Γιάννης Στίγκας [Μικρή Άρκτος]
Η πέμπτη συλλογή του Γιάννη Στίγκα κυκλοφόρησε το 2014 , αλλά ήρθε στα χέρια μου πέρυσι , και φυσικά δε θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητο ένα τόσο δυνατό έργο από τον , κατά τη γνώμη μου , πιο ενδιαφέροντα Έλληνα ποιητή της τελευταίας δεκαετίας. Με ένα ύφος εντελώς προσωπικό ,και γι’ αυτό αμέσως αναγνωρίσιμο, ο Στίγκας επιστρατεύει τη δραματική ενάργεια , το χιούμορ , την αμεσότητα του καθημερινού λόγου , και συνομιλεί με το παράλογο και το πραγματικό , δίνοντάς τους τη δική του απολαυστική ,ως συνήθως , ερμηνεία.

Διαβάστε περισσότερα